Το χθες που με δίδαξε να γράφω
Και στο τελείωμα της αφήγησης, ο Κυριάκος ένιωσε πως ο κύκλος που άνοιξε με τον πρόλογο έπρεπε τώρα να κλείσει. Είχε μιλήσει για «εκείνον» για να μπορέσει να πει την αλήθεια χωρίς φόβο. Μα στο τέλος, κάθε ιστορία ζητά να ειπωθεί από εκείνον που τη βίωσε πραγματικά. Έτσι, τώρα αφήνει τον «εκείνον» στην άκρη και μιλά ως αυτός που ήταν πάντα:
«Κι αν στην
αρχή διάλεξα να κρυφτώ πίσω από το “εκείνος”, τώρα, στο τέλος, σου μιλώ ως εγώ.
Γιατί καμιά αλήθεια δεν ολοκληρώνεται αν δεν ειπωθεί με το ίδιο της το όνομα».
Ανατρέχοντας
στη ζωή μου, νιώθω πως κάθε στιγμή, όμορφη ή σκληρή, έχει χαράξει μέσα μου ένα
φως που έγερνε στις σκιές. Στην ηρεμία μέσα μου, χορεύει πάντα μια φλόγα.
Άλλοτε επαναστατική, άλλοτε βασανιστική, άλλοτε τρυφερά ρομαντική, που με συνοδεύει
σαν αόρατος σύντροφος, σαν ηχώ που ψιθυρίζει τα μυστικά της ζωής και των
ανθρώπων.
Καθώς
περνούν τα χρόνια, καταλαβαίνω πως ο άνθρωπος δεν πλάθεται από μια μόνο πράξη ή
από μια στιγμή δόξας. Πλάθεται από το σύνολο των ήχων, των σιωπών και των
ατελείωτων αναμονών που τον διαμορφώνουν. Η ζωή μου είναι ένα ποτάμι γεμάτο.
Εργασία που με σκλήρυνε, αγωνίες που με δίδαξαν υπομονή, στιγμές που με λύγισαν
κι άλλες που με σήκωσαν τόσο ψηλά, ώστε ένιωσα πως άγγιξα τον ουρανό. Θυμάμαι
πρόσωπα που πέρασαν σαν άνεμοι και άλλα που ρίζωσαν βαθιά στο χώμα της ψυχής
μου. Θυμάμαι τον νεαρό εαυτό μου, που δεν ήξερε τι θα συναντήσει, μα
προχωρούσε, πάντα προχωρούσε.
Και ένα απόγευμα,
καθώς το φως του ήλιου έγερνε στις σκιές της μνήμης μου, κατάλαβα κάτι βαθύτερο. Η ζωή δεν με δίδαξε να γράφω επειδή διάβασα
βιβλία, με δίδαξε επειδή έζησα. Η χαρά έγινε μελάνι. Ο πόνος έγινε
στίξη. Οι άνθρωποι έγιναν ιστορίες. Κάθε μέρα, ακόμη και η πιο σκληρή, ήταν μια
λέξη στο μεγάλο βιβλίο που συντάχθηκε μέσα μου.
Κοιτώντας πίσω, νιώθω ένα γλυκό βάρος στην καρδιά. Όχι από τύψεις, αλλά από γνώση. Τώρα πια, η ζωή μου μοιάζει με έναν κύκλο που κλείνει χωρίς βιασύνη, με την ηρεμία εκείνου που έκανε το ταξίδι του και το έκανε καλά. Έζησα. Πάλεψα. Αγκάλιασα και πληγώθηκα. Και στο τέλος, βρήκα τον τρόπο να μετατρέψω όλα αυτά σε κάτι μεγαλύτερο από εμένα: ένα βιβλίο, μια μαρτυρία, μια αφήγηση. Το όνειρό μου το παιδικό, το αθώο, το επίμονο, έγινε αληθινό. Έγινα συγγραφέας. Και όμως, όσο και αν νιώθω πληρότητα, υπάρχει μέσα μου και ένα άλλο συναίσθημα, λεπτό σαν σκιά που περνά αθόρυβα στην ατμόσφαιρα. Μια θλίψη γλυκιά, σχεδόν ιερή, για όσα δεν θα ξανάρθουν. Για τις αγκαλιές που έκλεισαν, για τις φωνές που σώπασαν, για τις μέρες που έφυγαν σαν φύλλα παρασυρμένα από τον άνεμο και δεν θα ξαναπέσουν ποτέ στα ίδια μέρη. Ο χρόνος είναι ποτάμι που δεν γυρίζει πίσω. Και όσο κι αν δεν θέλω να αλλάξω τίποτα, πονώ που κάποτε ζούσα όλα αυτά χωρίς να ξέρω πόσο μοναδικά ήταν».
.png)