Ο ΠΡΑΤΗΣ, ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 9, τέλος έργου

Χριστουγεννιάτικη Μοναξιά

Ήταν Πέμπτη, Χριστούγεννα. Ο Κυριάκος κάθισε μόνος στο τραπέζι της κουζίνας. Το σπίτι ήταν ήσυχο, υπερβολικά ήσυχο, σαν να είχε τραβηχτεί ο κόσμος λίγο πιο πέρα. Απέναντί του η καρέκλα άδεια. Εκεί καθόταν κάποτε η γυναίκα του. Τώρα έμενε μόνο η συνήθεια να τη θυμάται, κι ύστερα να συνειδητοποιεί πως δεν ήταν πια εκεί.

Τα παιδιά είχαν τις δικές τους ζωές. Τα εγγόνια ζούσαν μακριά, είχαν δικές τους ασχολίες. Ο Κυριάκος δεν κρατούσε κακία. Έτσι είναι ο καιρός, σκεφτόταν. Φθείρει, χωρίζει, παρασέρνει. Άλλους μπροστά, άλλους πίσω.

Έφερε στο νου του όλους τους άλλους μοναχικούς ανθρώπους. Εκείνους που οι πολλοί τούς θεωρούν παράξενους, περιθωριακούς, σαν να έχουν κάποιο ελάττωμα. Κι όμως, ήξερε πως δεν είναι πάντα έτσι. Πολλοί διάλεξαν τη μοναξιά τους. Έμαθαν να βασίζονται στον εαυτό τους, να μετρούν τις δυνάμεις τους, να αντέχουν. Βρήκαν μέσα στη μοναχικότητα ηρεμία, καθαρότητα σκέψης, μια ιδιότυπη ελευθερία. Δεν ήταν όλοι χαμένοι. Κάποιοι απλώς έμαθαν να στέκονται μόνοι.

Θυμόταν πως και ο ίδιος, σε άλλες εποχές, χρειαζόταν τη μοναξιά. Όταν δούλευε πολλές ώρες, όταν ήθελε να βάλει σε τάξη τη ζωή του, να ξεχωρίσει τι άξιζε και τι όχι. Υπήρχε μοναξιά που βοηθούσε. Που γινόταν καταφύγιο. Που έδινε χώρο στη σκέψη και στο ζύγισμα των πράξεων.

Μα εκείνη τη μέρα, τη χριστουγεννιάτικη Πέμπτη, η μοναξιά δεν ήταν επιλογή. Ήταν γεγονός.

Έξω οι δρόμοι φορούσαν τα γιορτινά τους. Φώτα αναμμένα, άνθρωποι που αντάλλασσαν ευχές, οικογένειες που βιάζονταν να προλάβουν το τραπέζι. Οι γιορτές μιλούν για αγάπη και συντροφικότητα, σκεφτόταν ο Κυριάκος. Μα δεν φτάνουν σε όλους. Υπάρχουν άνθρωποι που αυτές τις μέρες η καρδιά τους δεν ζεσταίνεται. Που επιστρέφουν σε σπίτια σιωπηλά, γεμάτα μνήμες και κενά.

Ο Κυριάκος γνώριζε καλά αυτό το βάρος. Τη μοναξιά που δεν σε αφήνει να σκεφτείς, αλλά σε πλακώνει. Την απομόνωση που, αν κρατήσει, γίνεται επικίνδυνη. Είχε δει ανθρώπους να λυγίζουν όχι από τη φτώχεια ή τις κακουχίες, αλλά από την έλλειψη μιας φωνής, μιας παρουσίας. Ο άνθρωπος είναι κοινωνικό πλάσμα. Χωρίς επαφή, η ψυχή αρρωσταίνει.

Δεν ήταν θυμωμένος. Ήταν κουρασμένος. Κουρασμένος από τις απουσίες.

Καταλάβαινε πια πως η μοναξιά έχει πολλές όψεις. Άλλοτε είναι επιλογή, άλλοτε ανάγκη, άλλοτε κατάρα. Και ίσως τα Χριστούγεννα, αντί για γιορτή, να είναι ο καθρέφτης που δείχνει πιο καθαρά ποιος είναι μόνος και ποιος όχι.

Σηκώθηκε αργά από το τραπέζι. Κοίταξε γύρω του, σαν να αποχαιρετούσε κάτι αόρατο. Δεν περίμενε θαύματα.
Μόνο να μη μείνει κανείς ξεχασμένος στη σιωπή του.

Το απόγευμα, η πόρτα του γραφείου άνοιξε με ένα ελαφρύ τριξίμα. Ο Κυριάκος, που λαγοκοιμόταν στην καρέκλα, άνοιξε τα μάτια του απότομα. Μπροστά του στεκόταν μια νέα κοπέλα, αλλά αλλά πρόωρα γερασμένη από τις κακουχίες και τα βάσανα της ζωής. Στο πλευρά της βρισκόταν ένα παιδί, ίσα οκτώ χρονών, φορώντας μόνο ένα κοντό παντελόνι. Τα γόνατά του ήταν κόκκινα από το κρύο και το βλέμμα του γεμάτο αθωότητα και φόβο.

-Ναι; ρώτησε ο Κυριάκος, προσπαθώντας να κρύψει ξάφνιασμα του.

-Κύριε, ζητάμε βοήθεια, ό,τι προαιρείστε, είπε η γυναίκα, η φωνή της σπασμένη από την κούραση. Θα μας βγάλουν από το σπίτι γιατί δεν πληρώσαμε το ενοίκιο… Είμαστε φτωχοί. Δεν έχω εργασία, και το παιδί πεινάει.

Ο Κυριάκος σκέφτηκε τις προειδοποιήσεις της αστυνομίας για τους περιφερόμενους ζητιάνους, αλλά όταν το βλέμμα του έπεσε στο παιδί, η καρδιά του σφίχτηκε. Θυμήθηκε τον εαυτό του μικρό, χειμώνα με κοντό παντελόνι, με τα πόδια σκελετωμένα από την πείνα και το κρύο.

Χωρίς δεύτερη σκέψη, άνοιξε το πορτοφόλι του και τους έδωσε χρήματα για να πληρώσουν το ενοίκιο. Η γυναίκα δάκρυσε σιωπηλά, και το παιδί τον κοίταξε με μια αθώα χαρά που φώτισε το πρόσωπό του.

Όταν αργά το βράδυ, μόνος πια στο σπίτι του, έπεσε στο κρεβάτι, ένιωσε μια ζεστασιά να τον πλημμυρίζει. Δεν ήταν μόνο η ανακούφιση ότι είχε βοηθήσει, αλλά η βαθιά αίσθηση ότι είχε κάνει το σωστό, ότι ένα μικρό βάρος είχε φύγει από τις πλάτες ενός παιδιού που δεν είχε φταίξει σε τίποτα.

Το επόμενο πρωί, καθώς ακόμα τα φώτα έξω στο δρόμο έλαμπαν μέσα από το παράθυρο, ο Κυριάκος κατάλαβε κάτι βαθύ: η μοναξιά του είχε γίνει γέφυρα προς την αγάπη και τη ζωή που συνεχίζεται. Οι μικρές πράξεις, η προσοχή στους άλλους, η φροντίδα ενός παιδιού που πεινούσε, του είχαν δώσει νόημα.

Έκλεισε τα μάτια του και χαμογέλασε. Δεν ήταν πια μόνος. Είχε βρει σύνδεση, νόημα, και μια ζεστασιά που κανένα Χριστουγεννιάτικο τραπέζι δεν θα μπορούσε να του δώσει μόνο του. Η καρδιά του είχε φως, και αυτό το φως ήταν αρκετό για να κάνει τα Χριστούγεννα πραγματική γιορτή.

Κρίση ηλικίας

Τα χρόνια περνούσαν αθόρυβα μα βαριά, και κάθονταν στους ώμους του Κυριάκου σαν πέτρινο φορτίο. Έφτασε στα εβδομήντα, και όμως, μέσα του ένιωθε ακόμη όπως τότε, στα χρόνια της νιότης. Η ψυχή του αρνιόταν να γεράσει. Όμως η σκέψη δεν τον άφηνε σε ησυχία, ήξερε πως τα χρόνια που του απέμεναν δεν ήταν πολλά. Και αυτό τον στεναχωρούσε.

Φαινόταν νεότερος, γεροδεμένος, με βλέμμα ζωντανό. Όμως κάθε φορά που συναντούσε συνομηλίκους του, ή ακόμη και μικρότερους, και έβλεπε πάνω τους το αποτύπωμα του χρόνου, τα σκυμμένα κορμιά, τα θολά μάτια, τα βήματα που βάρυσαν, τότε ένιωθε το ρίγος της αλήθειας. Τα χρόνια πέρασαν... πότε, πώς; Η ζωή του φάνηκε σαν όνειρο που τέλειωσε νωρίς. Και τώρα, κοιτάζοντας πίσω, καταλάβαινε πόσο λίγη του απέμενε.

Είχε ζήσει μια ζωή γεμάτη. Δυσκολίες, αντιξοότητες, μικρές και μεγάλες νίκες, φτώχεια, ξενιτιά. Κάθε του πληγή είχε γίνει μάθημα, κάθε πτώση αφορμή να σταθεί ξανά. Και όμως, τώρα, ενώ η καρδιά του και το σώμα του παρέμενεαν νέα, η σκέψη του θύμιζε πως ο χρόνος δεν χαρίζεται σε κανέναν. Δεν φοβόταν τον θάνατο, φοβόταν μόνο το τέλος της ζωής που αγαπούσε. Θα ’δινε τα πάντα, αν μπορούσε να ξαναρχίσει από την αρχή.

Η Ηρούλλα, η ξαδέρφη του, ήταν γυναίκα δυναμική, από εκείνες που δεν κάθονται ποτέ ήσυχες. Όταν συνταξιοδοτήθηκε, δεν άντεξε τη σιωπή. Όλη της τη ζωή πάλευε, δημιουργούσε, κινιόταν ασταμάτητα. Έξυπνη, μορφωμένη, κοινωνική, μπλέχτηκε σε κοινωφελείς δραστηριότητες, πότε μέλος επιτροπών, πότε πρόεδρος. Έτσι γέμιζε τη μέρα της, αφού τα παιδιά και τα εγγόνια της είχαν πια φτιάξει τη δική τους ζωή.

Μια Κυριακή, ως πρόεδρος των συνταξιούχων του χωριού, οργάνωσε μια γιορτή. Φαγητό, μουσική, γέλιο και τραγούδι. Κάλεσε και τον Κυριάκο. Εκείνος δίστασε. Δεν του άρεσαν τέτοιες συναθροίσεις, του θύμιζαν ότι πάλευε να ξεχάσει. Ότι και ο ίδιος ανήκε πια στους ηλικιωμένους. Μα δεν μπορούσε να αρνηθεί στην Ηρούλλα, ήταν η αγαπημένη του ξαδέρφη.

Πήγε λοιπόν.

Και εκεί, ανάμεσα σε γνώριμα πρόσωπα, ένιωσε τη σιωπηλή αλήθεια να τον κυκλώνει. Οι περισσότεροι ήταν σκυφτοί, αργοί, κουρασμένοι. Τα μάτια τους θολά, γεμάτα αποδοχή. Έδειχναν να περνούν τα τελευταία τους χρόνια ήσυχα, αθόρυβα, με λιτότητα και καρτερία. Ήταν άνθρωποι που είχαν συμφιλιωθεί με τον χρόνο, κάτι που ο Κυριάκος δεν μπορούσε ακόμη να κάνει.

Τα συναισθήματά του μπερδεύτηκαν. Λύπη, νοσταλγία, ζήλια και μια παράξενη περηφάνια. Γιατί, στο τέλος, κατάλαβε κάτι σημαντικό. Παρά τα χρόνια, παρά τις σκέψεις, εκείνος ήταν από τους τυχερούς. Είχε την υγεία του, την πνευματική του διαύγεια, την ανάγκη να δημιουργεί. Ήταν ακόμη δραστήριος, συγγραφέας, ζωντανός, όχι απλώς επιζών.

Και έτσι, κοιτώντας γύρω του, χαμογέλασε αθόρυβα.

Ίσως, σκέφτηκε, αυτό να είναι το μυστικό της ζωής. Να αγαπάς κάθε στιγμή, ακόμη κι όταν ξέρεις πως σου απομένουν λίγες.

Γιατί τότε, ο χρόνος, όσος κι αν μένει, παύει να σε βαραίνει, και γίνεται απλώς... ζωή.

Λυπημένα γενέθλια

Ο Κυριάκος ξύπνησε εκείνο το πρωινό λίγο πριν χαράξει. Το ρολόι στο κομοδίνο έδειχνε την ημερομηνία, και σχεδόν αντανακλαστικά, έστρεψε το βλέμμα αλλού.

Εβδομήντα.

Μια λέξη βαριά, σαν πέτρα στο στήθος.

Δεν του άρεσαν πια τα γενέθλια. Παλιά περίμενε αυτή τη μέρα με λαχτάρα. Τώρα ένιωθε πως κάθε κεράκι δεν ήταν ευχή, μα υπενθύμιση. Μια μικρή φλόγα που έσβηνε κομμάτι από τον χρόνο που του απέμενε.

Γι’ αυτό, πριν λίγα χρόνια, αφαίρεσε την ημερομηνία γέννησής του από το Facebook.

-Να μη φαίνεται, σκέφτηκε. Να μην αρχίσουν οι ευχές, και τα χρόνια πολλά από χίλιους γνωστούς που δεν με θυμούνται όλο τον χρόνο.

Ήθελε, λέει, να γλιτώσει από τον θόρυβο, μα στην αλήθεια, ήθελε να ξεγελάσει τον καθρέφτη του χρόνου.

Και όμως, δεν γλίτωσε. Φίλοι, γνωστοί και συγγενείς, τον θυμήθηκαν. Από το πρωί χτυπούσε το τηλέφωνο.

-Να τα εκατοστίσεις, Κυριάκο!

Χαμογελούσε ευγενικά, έλεγε ευχαριστώ, μα κάθε ευχή τον πονούσε λίγο.

Χαιρόταν, και όμως λυπόταν.

Το απόγευμα, κάθισε μόνος στο μπαλκόνι. Κρατούσε ένα φλιτζάνι καφέ και κοίταζε τη θάλασσα, που άλλαζε χρώματα καθώς είχε και εκείνη τα δικά της χρόνια.

Σκεφτόταν τα παλιά του γενέθλια, τότε που τα παιδιά του έτρεχαν γύρω του με μπαλόνια και η γυναίκα του γελούσε στην κουζίνα. Τώρα το σπίτι ήταν ήσυχο. Πολύ ήσυχο.

Σκέφτηκε τους ανθρώπους που δεν έχουν καν την πολυτέλεια να στεναχωριούνται για την ηλικία τους. Τους φτωχούς, τους άρρωστους, όσους παλεύουν κάθε μέρα να επιβιώσουν. Και αισθάνθηκε ντροπή για τη δική του λύπη.

-Τουλάχιστον εγώ έχω ανθρώπους να με θυμούνται, μονολόγησε. Αυτό δεν είναι ευλογία;

Το βράδυ μόνος του άναψε ένα μικρό κερί. Δεν έβαλε τούρτα, μόνο το κερί. Το κοίταξε να λιώνει αργά, όπως λιώνουν τα χρόνια. Αθόρυβα και γρήγορα.

Και εκείνη τη στιγμή κατάλαβε πως τα γενέθλια, όσο και αν πληγώνουν, δεν είναι για να μετράς τον χρόνο που πέρασε, αλλά τον χρόνο που σου δόθηκε και που σου δίνεται ακόμη.

Και έτσι, σιγά-σιγά, το χαμόγελό του έγινε αληθινό.  

Αυτό που έπρεπε να κάνει

Η μεγάλη αδυναμία του Κυριάκου, ήταν η Μαρία.

Ήταν όμορφη, με αυτοπεποίθηση που γέμιζε τον χώρο. Το βλέμμα της έλαμπε, η φωνή της μάγευε. Πίσω από αυτή τη λάμψη, όμως, υπήρχε μια ανυπομονησία, μια βεβαιότητα πως είχε πάντα δίκιο. Ο Κυριάκος δεν το είδε από την αρχή, -ή ίσως δεν ήθελε να το δει.

Μετά τον θάνατο της γυναίκας του, αποφάσισε να της δώσει μια ευκαιρία. Τη γνώριζε από παλιά, μα ποτέ ουσιαστικά. Εκείνη μιλούσε με στόμφο, διέκοπτε, συμβούλευε χωρίς να της ζητηθεί. Στην αρχή τον διασκέδαζε.
«Έτσι είναι η Μαρία», έλεγε. «Με πάθος και ζωντάνια».

Με τον καιρό, όμως, το πάθος έγινε αλαζονεία. Κάθε ήρεμη κουβέντα του μετατρεπόταν σε κατηγορία.
-Δεν καταλαβαίνεις, Κυριάκο

.-Εσύ βλέπεις τα μικρά, εγώ το μέλλον.

Το μέλλον της, συχνά, ήταν ένας τοίχος. Κι όταν έπεφτε πάνω του, δεν το παραδεχόταν ποτέ. Η υπομονή του τη θύμωνε. Την καλοσύνη του τη θεωρούσε αδυναμία. Οι καβγάδες πλήθαιναν. Εκείνη ονειρευόταν πλούτο χωρίς μέτρο, ζωή χωρίς όρια. Όταν την προειδοποιούσε, έφευγε θυμωμένη και επέστρεφε όποτε τη συνέφερε.

Τα βράδια ο Κυριάκος έμενε μόνος, κοιτώντας το ταβάνι. Δεν τον πονούσαν τόσο τα λάθη της όσο η άρνησή της να τα δει. Ένιωθε πως μιλούσε σε τοίχο, πως φώναζε στο κενό.

Ώσπου μια μέρα σώπασε.

Η Μαρία χαμογέλασε αυτάρεσκα, σίγουρη πως είχε νικήσει άλλη μια φορά. Εκείνος τη κοίταξε κουρασμένος, αλλά καθαρός.

-Μαρία, είπε ήρεμα, εσύ πιστεύεις πως είσαι η πιο έξυπνη γυναίκα στον κόσμο. Μα δεν καταλαβαίνεις ούτε τα πιο απλά. Ούτε εμένα. Κι εγώ κουράστηκα.

Εκείνη τον κοίταξε απορημένη.

-Τι εννοείς;

Δεν απάντησε. Δεν είχε πια λόγια.

Για να τον τιμωρήσει, του ανακοίνωσε πως αγαπούσε άλλον και έφυγε, σίγουρη πως θα τον λυγίσει. Όμως ο Κυριάκος δεν την αναζήτησε. Κι όταν εκείνη επέστρεψε, ζητώντας συγχώρεση και δικαιολογίες, δεν την δέχτηκε.

Η αγάπη του ήταν μεγάλη. Η αξιοπρέπειά του, μεγαλύτερη.

Δεν ήταν, όμως, εύκολο να φύγει οριστικά από τη ζωή του. Όσο κι αν της μιλούσε για χωρισμό, εκείνη δεν έφευγε. Έκλαιγε, έλεγε πως δεν είχε πού να στηριχτεί, πως την πέταγε στον δρόμο. Την έδιωχνε, και έμενε.

Ο Κυριάκος καταλάβαινε κάτι καθαρά: δεν τον αγαπούσε. Τον είχε ανάγκη. Τον έβλεπε σαν στήριγμα, σαν πορτοφόλι, σαν μέσο. Δεν τη μίσησε γι’ αυτό. Δεν την έκρινε. Τη λυπήθηκε.

Με ψυχρή λογική κατάλαβε πως αν ήθελε να ελευθερωθεί, έπρεπε πρώτα να την κάνει ανεξάρτητη. Να μην τον έχει ανάγκη.

Και πήρε μια απόφαση δύσκολη, σχεδόν οδυνηρή.

Χωρίς να της μιλήσει για τα σχέδιά του, συμφώνησαν να τη βοηθήσει να ανοίξει μια επιχείρηση. Ένα ουζερί-καφενείο. Ένα μέρος όπου θα κινούνταν άνετα, όπου η γοητεία της θα έβρισκε πρόσφορο έδαφος. Ήξερε πως αν πετύχαινε, θα έφευγε μόνη της.

Το έκανε όχι από αδυναμία, αλλά από αρχή. Πέντε χρόνια μαζί ήταν αρκετά για να μη θέλει να την αφήσει στο κενό. Δεν ένιωθε κορόιδο. Ένιωθε άνθρωπος.

Το μαγαζί πέτυχε.

Και όπως το είχε προβλέψει, εκείνη βρήκε τρόπο να τον απομακρύνει. Όχι με καβγά, αλλά με αδιαφορία. Τώρα δεν τον χρειαζόταν πια.

Και δεν τον ενόχλησε ξανά.

Ο Κυριάκος έμεινε μόνος, αλλά όρθιος. Πληγωμένος, αλλά καθαρός. Είχε αγαπήσει όσο μπορούσε. Είχε δώσει ό,τι έπρεπε. Και όταν ήρθε η ώρα, έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει.

Γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν σώζουν τους άλλους για να κρατηθούν.

Το κάνουν για να μπορέσουν, επιτέλους, να φύγουν με αξιοπρέπεια.