Ακούγοντας τον Κυριάκο
Ο Κυριάκος ήταν άνθρωπος που δεν άνοιγε εύκολα την καρδιά του. Όχι γιατί φοβόταν τους ανθρώπους, αλλά γιατί τους είχε μάθει καλά. Στην πορεία της ζωής του γνώρισε πολλούς, αμέτρητους σχεδόν, κι όσο τους παρατηρούσε, τόσο περισσότερο καταλάβαινε πως οι περισσότεροι δεν ήταν αυτό που έδειχναν. Πίσω από χαμόγελα και ευγένειες κρύβονταν συχνά χαρακτήρες σκληροί, κίνητρα ιδιοτελή, ένστικτα πρωτόγονα που ξυπνούσαν με την παραμικρή αφορμή.
Είδε κακία σε αφθονία,
πολύ περισσότερη απ’ όσο θα ήθελε να παραδεχτεί. Καλοσύνη; Λίγη. Σπάνια. Σαν
μικρές φωτεινές σπίθες χαμένες μέσα στη νύχτα των ανθρώπινων προθέσεων.
Έτσι έμαθε να προσέχει, να
στέκεται σε απόσταση, να ζυγίζει τον άλλο πριν του δώσει χώρο. Η καρδιά του δεν
ήταν κλειστή, ήταν απλώς επιλεκτική. Δεν ήθελε πολλούς, Ήθελε τους σωστούς.
Και στη διαδρομή μιας ζωής
γεμάτης πρόσωπα που έμπαιναν και έφευγαν σαν περαστικοί στη στάση, διάλεξε
ελάχιστους να τους αφήσει να ριζώσουν μέσα του. Ανθρώπους που αναγνώρισε πως
κρύβουν αλήθεια εκεί που οι άλλοι κρύβουν προσποίηση… Ένας απ’ αυτούς ήταν ο
Κούλλης.
Ο Κούλλης ήταν ένα παιδί ντροπαλό, μα όχι αδύναμο, μονάχα τυλιγμένο σε μια σιωπή που δεν του ταίριαζε. Έξυπνος όσο λίγοι, με μυαλό κοφτερό και σκέψη τετραγωνική, μα πάντα πνιγμένος σε μια αμηχανία που του έσφιγγε το στήθος κάθε φορά που βρισκόταν ανάμεσα σε ανθρώπους.
Το βάρος αυτό δεν γεννήθηκε
από μόνο του. Ήταν το περιβάλλον που μεγάλωσε, ένα σπίτι φτωχό, όχι μόνο στα
χρήματα, αλλά κυρίως στη στοργή.
Οι γονείς του, άνθρωποι
καλοί αλλά κουρασμένοι, πάλευαν με τα δικά τους βάσανα. Σπάνια έβρισκαν μέσα
τους τη δύναμη να κοιτάξουν βαθύτερα στο παιδί τους, να αναγνωρίσουν τις
ανάγκες του. Ό,τι ήξεραν, το είχαν μάθει και αυτοί από τους δικούς τους γονείς.
Δουλειά, υπομονή και, πάνω απ’ όλα, η Κυριακάτικη εκκλησία. Τον συμβούλευαν να
τηρεί τις δέκα εντολές και νόμιζαν πως έτσι εκπλήρωναν το γονικό τους χρέος.
Μέσα σ’ αυτό το
περιβάλλον, ο Κούλλης μεγάλωσε μόνος. Φίλους δεν είχε, παρέες δεν βρέθηκαν ποτέ
να τον καλέσουν στο παιχνίδι. Κανείς δεν του είπε πως έπρεπε να μελετά, ούτε
στο σπίτι ούτε στο σχολείο. Και όμως, με τον νου που διέθετε, έφτανε να
παρατηρεί λίγη ώρα τον δάσκαλο για να πιάνει τα γράμματα «του φτέρου». Η γνώση
έβρισκε τρόπο να μπαίνει μέσα του, αθόρυβα.
Σιγά σιγά, η μοναξιά έγινε
ολόκληρος ο κόσμος του. Δεν την επέλεξε∙ του δόθηκε. Έμαθε να περπατά μονάχος
στα χωράφια και στα μονοπάτια, να αφουγκράζεται τη φύση, να παρατηρεί με μια
παιδική περιέργεια πώς ζει και αναπνέει το σύμπαν γύρω του. Σ’ αυτές τις
περιπλανήσεις του, κατάλαβε πως «ο Θεός όλα εν σοφία εποίησε» και προσπαθούσε
να ερμηνεύσει τα θαυμαστά με τη λογική που διέθετε και τον ρομαντισμό που είχε
μέσα του έμφυτο.
Από τα πρώτα του βήματα μέχρι
τα δεκαοκτώ του χρόνια κουβαλούσε μια σιωπή που τον βάραινε σαν πέτρα. Δεν του
έβγαιναν λόγια να μιλήσει, να ζητήσει, να σταθεί μπροστά σε ξένους. Κάθε φορά
που έπρεπε, κοκκίνιζε, σκόνταφτε, έχανε τη φωνή του. Η καρδιά του χτυπούσε σαν
να τον κυνηγούσαν χίλιοι άνθρωποι. Και όμως, ο μόνος διώκτης ήταν ο ίδιος του ο
φόβος.
Η αυτοπεποίθηση ήταν για
εκείνον άγνωστη λέξη. Η συντροφιά, το παιχνίδι, οι ποιοτικές κουβέντες, ανείπωτα
πράγματα. Ήταν ένα παιδί που μεγάλωσε στη σκιά, χωρίς κανείς να του δείξει περισσότερο
φως.
Αν κάποτε είχε δεχτεί λίγη
προσοχή, λίγη καθοδήγηση, λίγη αγάπη, η ιστορία του ίσως να ’ταν αλλιώς. Αν
κάποιος του μάθαινε να μιλά, να παίζει, να μοιράζεται, να μη φοβάται τον κόσμο.
Αν είχε παρέα, έναν φίλο, έναν άνθρωπο να του δείξει πως η ζωή θέλει τον τρόπο
της.
Αντί γι’ αυτό, όταν
ερχόταν αντιμέτωπος με τις μικρές κακίες των συνομηλίκων, αντιδρούσε άτσαλα,
επιθετικά, πιστεύοντας πως έτσι προστάτευε τον εαυτό του. Πίστευε πως αυτό ήταν
θάρρος, -μια δύναμη που στην πραγματικότητα ήταν φόβος μεταμφιεσμένος.
Είχε μάθει να υπερασπίζεται τον εαυτό του όπως ένα πληγωμένο ζώο/ Με απότομες
κινήσεις, με αγριάδα, που περισσότερο ζητούσαν προστασία παρά απειλούσαν.
Μα αυτός ο τρόπος τον
απομάκρυνε ακόμα πιο βαθιά στη μοναξιά. Και όσο περνούσαν τα χρόνια, η σιωπή του
γινόταν συνήθεια, ύστερα ανάγκη, ύστερα καταφύγιο. Και έτσι, δίχως να το
καταλάβει, τα παιδικά του χρόνια κύλησαν σαν σκιά. Χωρίς παιχνίδι, χωρίς χαρά,
χωρίς εκείνες τις μικρές, φωτεινές στιγμές που χτίζουν μέσα στον άνθρωπο τις
αναμνήσεις μιας αληθινής παιδικής ηλικίας.
Δεν έζησε παιδί. Απλώς…
μεγάλωσε.
Ο Κυριάκος γείτονας του
Κούλλη, παρακολουθούσε σιωπηλά όλη την πορεία. Από το μαγαζί του, ανάμεσα
στα τελάρα και τα καφάσια, έβλεπε τον μικρό Κούλλη να
μεγαλώνει μοναχικά, με τα μάτια πάντα χαμηλωμένα και το σώμα σφιγμένο σαν να
προσπαθούσε να εξαφανιστεί, αλλά παρ όλα αυτά, με μια συνεσταλμένη ευγένεια να
λάμπει στο πρόσωπο του. Κάθε του βήμα, κάθε του δυσκολία, περνούσε μπροστά από
τα μάτια του Κυριάκου σαν ιστορία που ξετυλιγόταν αργά και βασανιστικά.
Ο Κούλλης τελείωσε το
σχολείο με χίλιες δυσκολίες. Όχι γιατί του έλειπε το μυαλό, ήταν
ευφυέστατος, αλλά γιατί η ντροπαλότητα και η κοινωνική αμηχανία τον κρατούσαν
πίσω. Οι άνθρωποι του χωριού τον έβλεπαν να περνά σκυφτός, αποφεύγοντας βλέμματα
και συζητήσεις, και ο Κυριάκος συχνά σκεφτόταν πως, αν είχε σαν παιδί
λίγο περισσότερη προσοχή στο σπίτι του, όλα θα ήταν αλλιώς.
Τα πραγματικά δύσκολα ήρθαν
στον στρατό. Εκεί ο Κούλλης βρέθηκε σε ένα περιβάλλον σκληρό, γεμάτο
διαταγές, καψόνια και ένταση. Η αντίδραση ήταν ο μόνος τρόπος που γνώριζε για
να προστατεύεται. Έτσι, αντιδρούσε βίαια, απότομα, με τόλμη που ξεπερνούσε την
ηλικία του. Αυτό το άγριο θάρρος που κάποτε τον έκανε να φαίνεται παράξενος στα
μάτια των άλλων, στον στρατό αποδείχθηκε σωτήριο. Με αυτό πορεύτηκε, με αυτό
άντεξε, με αυτό τελείωσε τη θητεία του.
Μετά τον στρατό, έφυγε στα
ξένα. Η γειτονιά τον έχασε, ο δρόμος ησύχασε χωρίς τα βιαστικά του βήματα, και ο
Κυριάκος μονάχα άκουγε πού και πού πως ο Κούλλης δούλευε σκληρά, πως ζούσε
μέσα σε άγνωστους ανθρώπους, καλούς, κακούς, σκληρούς, ψεύτες, απατεώνες.
Ο κόσμος του έγινε ένα σχολείο χωρίς δασκάλους, όπου μάθαινε με τον δυσκολότερο
τρόπο όσα δεν του έμαθε κανείς όταν ήταν παιδί.
Από παιδί ο Κούλλης, παρά
τη συνασταλτικότητά του, κουβαλούσε μέσα του μια ωριμότητα παράταιρη με την
ηλικία του. Άκουγε τους μεγάλους να λένε πως “όταν μεγαλώσει, θα πήξει το μυαλό
του”, κι απορούσε. Εκείνος ένιωθε ήδη μεγάλος. Πίστευε πως δεν ήταν το δικό του
μυαλό που έλειπε, αλλά των άλλων, που μιλούσαν συχνά σαν παιδιά και φοβούνταν
ακόμη πιο συχνά σαν παιδιά.
Δεν μεγάλωσε απότομα. Μεγάλωσε
σιγά, σαν δέντρο που σπρώχνει τη γη από μέσα προς τα έξω. Η ωρίμανσή του δεν
ήταν φωνή ούτε κραυγή, ήταν κάτι αθόρυβο, πεισματάρικο και βαθύ.
Τα χρόνια
εκείνα πέρασαν πάνω του σαν αγριάδα. Η φτώχεια δεν ήταν μια περίοδος, ήταν ολόκληρη η παιδική του ηλικία.
Οι μνήμες δεν τον πλήγωσαν, τον σμίλεψαν. Από τις στερήσεις έμαθε υπομονή, από
τις κακουχίες αντοχή, κι από την απουσία βοήθειας κατάλαβε πως δεν πρέπει να
περιμένει από κανέναν.
Ο εαυτός του ήταν το μόνο στήριγμα… κι ο τόπος άρχισε να τον στενεύει. Δεν ήταν
μόνο η φτώχεια. Ήταν οι χαμηλοί τοίχοι γύρω του που έμοιαζαν να τον φυλακίζουν.
Έβλεπε ορίζοντες που οι άλλοι δεν έβλεπαν και ένιωθε πως, αν έμενε, θα μαράζωνε
σαν δέντρο φυτεμένο σε λάθος χώμα.
Έτσι
ξεκίνησε το μεγάλο ταξίδι.
Πέρασε το
πρώτο σύνορο με προσδοκία, μα βρήκε σκληρότητα. Πρόχειρες δουλειές, εργοτάξια
με σκόνη, αφεντικά που δεν έδιναν ανάσα. Κι όμως, μάζευε κατοστάρικο το
κατοστάρικο σαν να ήταν θησαυρός.
Όταν βρήκε μια καλύτερη θέση, για ένα μικρό διάστημα πίστεψε πως κάτι πάει να αλλάξει.
Ώσπου μια μέρα, ένας συγγενής του αφεντικού πήρε τη θέση του. Τόσο απλά. Και
τότε ο Κούλλης κατάλαβε πόσο λίγη αξία έχουν οι κόποι όταν οι πόρτες ανοίγουν
μόνο με γνωριμίες.
Εκείνη τη
μέρα γύρισε στη μικρή κάμαρη που νοίκιαζε, άπλωσε τα λεφτά στο κρεβάτι και τα
μέτρησε. Ήταν όσα χρειάζονταν για να φύγει ακόμη πιο πέρα, να πάει σε μια νέα
χώρα.
Και έτσι
έφυγε ξανά.
Στη νέα
χώρα τίποτα δεν ήταν εύκολο. Οι γειτονιές άγριες, τα πρόσωπα κουρασμένα, η
πολιτεία σε ταραχή. Όμως ήταν στεριά, κι η στεριά για εκείνον ήταν πάντα
δουλειά. Οικοδομές, αποθήκες, κουβάλημα· μεροκάματα που άλλαζαν καθημερινά, αφεντικά
ακόμη πιο συχνά. Κι ανάμεσα σ’ όλα αυτά, άνθρωποι που είτε ήθελαν να τον
εκμεταλλευτούν είτε να τον χρησιμοποιήσουν για να ανέβουν ένα σκαλί παραπάνω.
Κι όμως,
εκεί μέσα διαμορφώθηκε.
Έμαθε να
ξεχωρίζει φωνές που υπόσχονταν πολλά αλλά εννοούσαν λίγα. Έμαθε να προστατεύει
την καρδιά του. Να μιλά όταν έπρεπε, να σωπαίνει όταν ήταν σοφότερο. Να περπατά
μόνος χωρίς να νιώθει μοναξιά.
Και το σπουδαιότερο: κατάλαβε πως ο φόβος δεν φεύγει ποτέ. Μαθαίνεις απλώς να
περπατάς μαζί του, όπως περπατά κανείς δίπλα σε μια σκιά χωρίς να την κοιτάζει.
Κι όσο περνούσαν τα χρόνια, η σκιά μίκραινε , όχι γιατί χάθηκε, αλλά γιατί
ο ίδιος ψήλωσε.
Και όταν θα
γύριζε κάποτε στην πατρίδα, αν ήταν γραφτό, δεν θα γύριζε ως το φτωχό
παιδί της Χλώρακας.
Θα γύριζε ως ο άνθρωπος που έφτιαξε μόνος του τον εαυτό του, σμιλεμένος από
φτώχεια, δουλειά, ξενιτιά και καρτερία.
Και κάποτε γύρισε πίσω. Ο
Κυριάκος τον είδε πρώτος να κατεβαίνει τον δρόμο από το σταυροδρόμι και δεν τον
γνώρισε αμέσως. Ο Κούλλης είχε γίνει άλλος άνθρωπος. Σπουδαγμένος, ώριμος,
με βλέμμα καθαρό και στάση γεμάτη δύναμη. Οι εμπειρίες των ξένων τόπων φάνηκαν
επάνω του σαν νέα πανοπλία. Δεν περπατούσε πλέον σκυφτός, δεν απέφευγε τα
βλέμματα, δεν δίσταζε.
Ο νεαρός που κάποτε ζούσε
μέσα στη σκιά της ανασφάλειας και της μοναξιάς, γύρισε στο χωριό γεμάτος
αυτοπεποίθηση.
Και ο Κυριάκος που είχε δει
την πορεία του από την αρχή, έμεινε να παρακολουθεί τη νέα του αρχή με μια
αίσθηση περιέργειας, έβλεπε να δικαιώνεται ένα παιδί που μεγάλωσε χωρίς να
ζήσει παιδική ζωή, αλλά κατάφερε τελικά να βρει τον εαυτό του.
Ο Κυριάκος ήταν άνθρωπος
παρατηρητικός και βαθιά συνδεδεμένος με όσα συνέβαιναν γύρω του. Όχι τυχαία,
γιατί και η δική του ζωή είχε περάσει από δύσκολα
μονοπάτια. Παρατηρώντας τον Κούλλη, θυμόταν τον εαυτό του όταν νέος ακόμα,
ξενιτεύτηκε και αυτός. Θυμόταν όταν δούλευε στα
καράβια, και διασχίζοντας τους ωκεανούς, έφτανε σε λιμάνια και
γνώριζε καινούργιους ανθρώπους, άλλες φυλές, και άλλους τόπους
που πριν δεν είχε φανταστεί ποτέ, και έτσι μέσα στις
δυσκολίες της πορείας αυτής, έμαθε την αξία της επιμονής, της
υπομονής και της παρατήρησης. Και όταν πλέον ώριμος επέστρεψε με εμπειρίες
ζωής, λογαριαζόταν ως άνθρωπος σοφός που με την ευστροφία του και την
ικανότητά του μπορούσε να διαβάζει τους ανθρώπους. Μα πάνω απ’ όλα, ήξερε τι
σημαίνει κάποιος να παλεύει με τη ζωή και να μαθαίνει μέσα από τα δύσκολα.
Έτσι για όσα πέρασε αυτός,
και βλέποντας την παράλληλη πορεία του Κούλλη, τον άγγιξε μέσα του βαθιά. Τον
παρακολουθούσε από παιδί σιωπηλά, και τώρα που επέστρεψε στο χωριό άνδρας,
ένιωθε ότι τα χρόνια της παρατήρησης του, απέδωσαν νόημα.
Έβλεπε σε αυτόν κάτι από τον ίδιο. Τη μοναξιά, τον αγώνα, τη δύναμη
να ξεπερνά τα εμπόδια. Και χωρίς να το λέει, ένιωθε πως η παρουσία του δίπλα
στον νεαρό, ακόμη και μέσα από το μαγαζί του, ήταν ένας τρόπος να μοιραστεί και
να μεταδώσει λίγη από τη σοφία που κέρδισε με το δικό του δύσκολο ταξίδι.
Τώρα, μετά την επιστροφή
του ο Κούλλης, δεν ήταν πια το ντροπαλό και απομονωμένο παιδί που όλοι
θυούνταν. Ήταν γεμάτος αυτοπεποίθηση και εμπειρίες, μα ακόμα χρειαζόταν
καθοδήγηση σε πράγματα που η ζωή δεν του είχε διδάξει. Και
εκεί πάλι, ήταν ο Κυριάκος. Στα μάτια του νεαρού, ο γείτονας δεν ήταν
απλώς ένας παλιός γνωστός φθαρτέμπορος.
Από μικρός καθώς τον
έβλεπε ως πνευματικό πατέρα και άνθρωπο που με τη σοφία
και την εμπειρία του, μπορούσε να του δείξει καλύτερα το δρόμο,
έτσι πάντα τον άκουγε με θαυμασμό.
Ο Κυριάκος δεν έδινε
συμβουλές συχνά. Ούτε τις επέβαλλε. Τις ψιθύριζε με τρόπο που έμοιαζε σαν να
αφηγείται ιστορίες: «Να προσέχεις τι σου φαίνεται γλυκό, πολλές φορές πίσω
από τη γλύκα κρύβεται πικράδα», «Μην εμπιστεύεσαι ό,τι λάμπει μόνο, κοίτα
τον άνθρωπο πρώτα και μετά τα λόγια του». Ο Κούλλης άκουγε, απορροφούσε,
και σιγά-σιγά κατάλαβε ότι κάθε λέξη του Κυριάκου έκρυβε εμπειρία χρόνων, πείρα
που ο ίδιος δεν είχε ακόμα ζήσει.
Και καθώς περνούσε ο
καιρός, ο Κούλλης περισσότερο ανέβαινε στα μάτια του Κυριάκου. Τον έβλεπε
να συναναστρέφεται ανθρώπους και να είναι το επίκεντρο τους, να έχει μεστό και
γνωστικό λόγο, να έχει πάντα σωστές απαντήσεις. Αυτό το παιδί που μέχρι την
ενηλικίωση του ντρεπόταν να αρθρώσει λόγο και χασκιαζόταν εύκολα, τώρα έμοιαζε
άλλος.
Μια μέρα ο
Κούλλης καθώς παρατηρούσε τον Κυριάκο στη δουλειά του, σκέφτηκε πως
ίσως μπορούσε να κάνει το ίδιο επάγγελμα. Ήταν φθαρτέμπορας με φήμη,
κέρδιζε πολλά, και οι άνθρωποι στο χωριό τον σεβόνταν και τον εκτιμούσαν. Το
μυαλό του άρχισε να γεμίζει με ιδέες.
-Αν έκανα κι εγώ κάτι
τέτοιο, θα μπορούσα να κερδίσω, να γίνω σεβαστός…
Ένιωθε την ελκυστική λάμψη
της επιτυχίας και του χρήματος να τον καλεί.
Όμως ο Κυριάκος δεν ήταν
άνθρωπος που άφηνε εύκολα να γίνουν λάθος επιλογές. Το κατάλαβε και κάθισε μαζί
του μια βραδιά, στο μικρό σαλόνι του σπιτιού του, με τα παιδιά του να
κοιμούνται και τη γυναίκα του να τελειώνει τις δουλειές της κουζίνας.
-Άκου, Κούλλη…, είπε
ήρεμα. Η δουλειά που βλέπεις δεν είναι εύκολη. Όλα τα ξενύχτια, οι ώρες στους
δρόμους, στα φορτηγά… Δεν κοιμάμαι σε κρεβάτι, κοιμάμαι στην πολυθρόνα του
φορτηγού μου. Όσο κι αν φαίνεται λάμψη από μακριά, η ζωή μου έχει θυσίες που
δεν βλέπεις.
Ο Κούλλης κοίταξε με
προσοχή. Ήξερε πως ο Κυριάκος δεν μιλούσε για να τον τρομάξει, μιλούσε για
αλήθειες που μόνο η εμπειρία διδάσκει.
-Παραμελώ τη γυναίκα μου
και τα παιδιά μου, συνέχισε ο Κυριάκος. Η δουλειά με κρατά μακριά, και μερικές
φορές νιώθω πως χάνω ό,τι πιο όμορφο υπάρχει στον άνθρωπο…, μια καλή
οικογενειακή ζωή. Τα χρήματα, η επιτυχία, ο σεβασμός…, όλα αυτά δεν
αξίζουν αν χάνεις τη ζεστασιά του σπιτιού σου, τη χαρά να βλέπεις τα παιδιά σου
να μεγαλώνουν, να γελούν, να σου λένε μικρά πράγματα που δεν κοστίζουν τίποτα
αλλά έχουν αξία.
Ο Κούλλης έμεινε
σιωπηλός. Τα λόγια του Κυριάκου χτυπούσαν βαθιά μέσα του, όπως χτυπά μια βροχή
που ξεπλένει τη σκόνη της επιθυμίας για εύκολο κέρδος. Κατάλαβε ότι η ζωή δεν
είναι μόνο για τα χρήματα, ούτε για τον σεβασμό των άλλων, ούτε για την
εντύπωση που αφήνει κανείς. Η ουσία ήταν αλλού. Στην καθημερινότητα, στη
φροντίδα, στην αγάπη, στα απλά πράγματα που μένουν στο τέλος της μέρας.
-Έχεις δίκιο, θα το
σκεφτώ, ψιθύρισε ο Κούλλης.
Ο Κυριάκος χαμογέλασε,
σχεδόν αδιόρατα.
-Σκέψου
καλά, η ζωή είναι μαραθώνιος, όχι αγώνας ταχύτητας. Και ό,τι πιο
όμορφο έχει ο άνθρωπος… είναι να μπορεί να γυρίζει σπίτι και να νιώθει σπίτι.
Ο Κούλλης κατάλαβε
πως η σοφία του Κυριάκου δεν ήταν μόνο για να αποφεύγει λάθη ή παγίδες, αλλά
και για να χτίσει μια ζωή που αξίζει να τη ζει κανείς. Η οικογένεια, η
σταθερότητα, η αγάπη. Αυτά ήταν η αληθινή κληρονομιά που δεν αγοράζεται με χρήματα
ούτε κερδίζεται με το μόχθο μόνο.
Ο Κούλλης ήξερε να
ακούει. Και καθώς η αντίληψή του ήταν μεγάλη, ήξερε και να ξεχωρίζει το σωστό
από το λάθος. Έμαθε να βλέπει πίσω από τα λόγια, να ζυγίζει τις εμπειρίες και
να κρατά ό,τι αξίζει. Έτσι, καταλαβαίνοντας τη σοφία αυτών των
συμβουλών, τις ακολουθούσε πιστά. Μέσα από αυτές πορεύτηκε, έμαθε να ζει, να
αποφασίζει, να προστατεύει τον εαυτό του και να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες της
ζωής.
Ακούγοντας πολλά,
παρατηρώντας προσεκτικά, και μαθαίνοντας από τις εμπειρίες.
Και οι χωριανοί, βλέποντας
την εξέλιξη του, συχνά σχολίαζαν,
-Αυτός δεν είναι απλώς ο
Κούλλης… είναι ο μαθητής του Κυριάκου.
Και πράγματι, κανείς δεν
αμφέβαλλε πως η σοφία και η εμπειρία μπορούν να γίνουν φάρος για όποιον
ξέρει να ακούει.
Μετά από μερικά χρόνια, ο
Κούλλης άρχισε να αποκτά τη δική του θέση στο χωριό. Όχι με τα χρήματα ή την
επιτυχία που όλοι θαύμαζαν, αλλά με τον τρόπο που έστεκε όρθιος, που μιλούσε ήρεμα,
που αποφάσιζε σωστά. Ήταν σοβαρός, συνεπής και δίκαιος. Αυτό
εμπαιδώθηκε με σιγουρά στα μυαλά των χωριανών, όταν με τετραγωνική λογική μια
φορά, τους συμβούλευσε και τους έπεισε ώστε να αποφύγουν ένα μεγάλο σκόπελο.
Ήταν μια Κυριακή
πρωί, όπου στο καφενείο μαζεύτηκαν όλοι μετά την εκκλησία. Ήρθε ένας
γραβατομένος κυριλλέ τύπος, και προσπάθησε να τους πείσει να επενδύσουν στο
χρηματηστήριο.
Ήταν η περίοδος της
μεγάλης φούσκας, που όλοι έτρεχαν να αγοράσουν μετοχές. Οι ειδήσεις
βομβάρδιζαν τον κόσμο πόσο ανέβαιναν οι μετοχές, και όλοι είχαν
παρασυρθεί, όλοι είχαν πιστέψει πως μπορούσαν εύκολα να γίνουν πλούσιοι.
Ο γραβατομένος, εύκολα
τους έπεισε, και όλοι ήθελαν να αγοράσουν. Μα ο Κούλλης στάθηκε σε όλους
εμπόδιο.
Θυμήθηκε τις συμβουλές του
Κυριάκου: να μην εμπιστεύεσαι ό,τι λάμπει μόνο, να κοιτάς πρώτα τον άνθρωπο και
μετά τα λόγια του.
Με την ψυχραιμία που είχε
μάθει να κρατά, τους εξήγησε πως είναι φούσκα και θα ξεφουσκώσει. Πως είναι
όπως το χαρτοπαίγνιο που όλοι βάζουν τα χρήματα τους και γίνονται κύκλος πάνω
στο τραπέζι και ανταλλάζουν χέρια, αλλά στο τέλος ο μόνος που μένει κερδισιμιός,
είναι ο ο καφετζής.
Τους είπε κι άλλα, τους
εξήγησε εις βάθος, ευτυχώς οι περισσότεροι πείστηκαν και τον άκουσαν. Έτσι όταν
σε λίγο καιρό η φούσκα του χρηματηρίου έσκασε, αυτοί γλύτωσαν την χρεοκοπία.
Είδαν τους πολλούς να πτωχεύουν και να καταστρεφονται, είδαν τους λίγους που
ήταν συνετοί, να γλυτώνουν τις περιουσίες τους.
Και όταν όλα έληξαν καλά,
όλοι τον κοίταζαν με περισσότερο σεβασμό και θαυμασμό, και σχολίαζαν πως,
-δεν είναι μόνο μαθητής
του Κυριάκου, είναι σοφός σαν και εκείνον.
Πολλά τέτοια περιστατικά
συνέβαιναν στην κυπριακή κοινωνία. Περιστατικά δυσάρεστα, που τα πλήρωνε ο απλός
λαός με αίμα και δάκρυ. Τη φούσκα του χρηματιστηρίου ακολούθησε η φούσκα των
τραπεζών. Μια εποχή όπου η ασυδοσία του κεφαλαίου με τη στήριξη των πολιτικών,
γκρέμισε ζωές και οικογένειες ολόκληρες. Άνθρωποι είδαν τις περιουσίες τους να
κατάσχονται, τα σπίτια τους να χάνονται. Τους κατάντησαν άκληρους και πτωχούς,
ενώ οι υπαίτιοι βγήκαν καθαροί, χωρίς να τιμωρηθεί κανείς.
Ο Χαράλαμπος ήταν ένας
καλός, ευκατάστατος εργολάβος. Βλέποντας πως οι τράπεζες μοίραζαν δάνεια χωρίς
μέτρο, αποφάσισε να πάρει κι αυτός ένα, να χτίσει μια πολυκατοικία, να
παίρνει τα ενοίκια και να δηλώνει εισοδηματίας.
Ο Κούλλης, μαθαίνοντας τα
σχέδιά του και γνωρίζοντας πως ήταν συγγενής του Κυριάκου, θέλησε να τον
προστατέψει. Τον πλησίασε και του εξήγησε πως οι τράπεζες ζητούν τα λεφτά τους
πίσω, και πως οι εισπράξεις από τα ενοίκια δεν θα κάλυπταν ούτε τους τόκους.
-Στο τέλος θα τα χάσεις
όλα, του είπε.
Ήταν όμως σαν να μιλούσε
στον αέρα. Η προπαγάνδα των επιτήδειων, των τραπεζών και ακόμη και του κράτους
που προέτρεπαν τον κόσμο να επενδύει στα ακίνητα, είχε ριζώσει βαθιά στο
μυαλό των ανθρώπων. Δεν άκουγαν τη λογική. Άκουγαν μόνο το όνειρο του εύκολου
κέρδους και του όμορφου τίτλου: «εισοδηματίας»..
Και έτσι ο Χαράλαμπος δεν
άκουσε. Επένδυσε. Και καταστράφηκε.
Όταν ο Κούλλης διηγήθηκε
την ιστορία στον Κυριάκο και του είπε πόσο στενοχωρήθηκε, ο Κυριάκος του απάντησε
πως δεν άξιζε τον κόπο να πικραίνεται. Και πρόσθεσε:
-Μην λυπάσαι για όποιον
προειδοποίησες κι όμως διάλεξε τον γκρεμό.
Να λυπάσαι μόνο για όποιον
δεν πρόλαβες να μιλήσεις.
Και κάπως έτσι, ο Κούλλης
έμεινε στη ζωή του Κυριάκου όχι σαν μια απλή ανάμνηση, αλλά σαν μια φωνή που
αντηχούσε μέσα του κάθε φορά που η σιωπή γινόταν βαριά. Ήταν ο άνθρωπος που τον
άκουσε και τον εννόησε χωρίς να χρειαστούν πολλές λέξεις. Στο πρόσωπο
του Κούλλη, ο Κυριάκος έβλεπε ένα κομμάτι του εαυτού του που δεν τόλμησε ποτέ να
ομολογήσει ανοιχτά. Τον φόβο, τη γενναιότητα, την τρυφερότητα, την απογοήτευση,
όλα όσα κρύβονται πίσω από την ανθρώπινη μάσκα.

