Ο ΠΡΑΤΗΣ / ΜΕΡΟΣ 7, τα παραλειπόμενα

Το μυστικό του χωριού

Μια μέρα ο Κυριάκος έλαβε ένα γράμμα που δεν περίμενε. Ο αποστολέας ήταν ο Γιάννης, ένας παλιός του σύντροφος από τα καράβια. Τον είχε γνωρίσει τότε δέκα εννιά χρονών παιδί που πρωτομπαρκάρισε στο πλοίο “SAN DENIS”, με την αλμύρα να σμιλεύει ακόμα τα όνειρά του. Ο Γιάννης από την Κέρκυρα, ήταν ψυχή σιωπηλή, μιλούσε λίγο, μα όσα δεν έλεγε με λόγια τα έλεγε το βλέμμα του. Μέσα στο πέλαγος γεννήθηκε μια φιλία που έμοιαζε με λιμάνι, σταθερή και σίγουρη.

Με τον καιρό, ο Γιάννης στάθηκε τυχερός, κληρονόμησε μια ναυτιλιακή επιχείρηση που του άνοιξε δρόμους και πλούτη. Ο Κυριάκος χάρηκε αληθινά για εκείνον, μα από τότε τα μονοπάτια τους χώρισαν. Χάθηκαν τα ίχνη του φίλου του, ώσπου, ύστερα από δυο δεκαετίες και βάλε, έφτασε εκείνο το ανέλπιστο γράμμα.

Ο Γιάννης τού έγραφε πως η ζωή του ήταν καλή, όμως μέσα στον θόρυβο των συναλλαγών και των κερδών η ψυχή του έμενε άδεια. Ήθελε να τα πουλήσει όλα, να βρει έναν τόπο ήρεμο, να ζήσει απλά, σαν άνθρωπος. Τότε ο Κυριάκος, που είχε ριζώσει πια στη Χλώρακα, του έγραψε,

-Έλα εδώ. Εδώ η ζωή κυλάει σαν το νερό στο αυλάκι αργά, μα γεμάτη νόημα.

Η Χλώρακα ήταν τόπος ευλογημένος. Σπίτια χαμηλά, με αυλές που μοσχοβολούσαν βασιλικό και δυόσμο. Σε κάθε αυλή μια κληματαριά άπλωνε την αγκαλιά της, χάριζε σκιά και δροσιά. Τα μεσημέρια, οι άνθρωποι κάθονταν κάτω από το κλήμα, έκοβαν ψωμί που μοσχοβολούσε φούρνο και έτρωγαν λαχανικά κομμένα κατευθείαν από το χώμα τους. Δεν είχαν πλούτη, μα στα χείλη τους άνθιζε χαμόγελο που δρόσιζε την ψυχή.

Ένα καλοκαίρι κατέβηκε στο χωριό και η Μαρία. Τα μάτια της κουρασμένα, το βλέμμα ανήσυχο. Είχε αφήσει πίσω της τον θόρυβο της πόλης, τις μηχανές και τις φωνές, και γύρευε λίγη γαλήνη. Στην πόλη όλοι έτρεχαν να προλάβουν το «περισσότερο» και κανείς δεν χόρταινε ποτέ. Μα εδώ, μέσα στη σιωπή της πράσινης πεδιάδας, ο αέρας μύριζε λευτεριά.

Μέρα με τη μέρα, η Μαρία ρίζωνε στον τόπο. Τ’ απογεύματα καθόταν στην πλατεία, εκεί όπου οι γέροντες στα καφενεία έπλεκαν ιστορίες που θύμιζαν παραμύθια, και όπου τα παιδιά έτρεχαν ξυπόλητα, γελώντας μ’ ένα γέλιο που θεράπευε τις καρδιές.

Ένα βράδυ, κάτω απ’ τον ουρανό σπαρμένο αστέρια, η Μαρία ψιθύρισε:

-Εδώ νιώθω να  γιατρεύομαι. Στην πόλη όλο αρρωσταίνω, εδώ η καρδιά μου βρίσκει ανάπαυση.

Και από δίπλα μια φωνή, η φωνή του Κυριάκου, τής αποκρίθηκε:

-Η ψυχή Μαρία, είναι το πιο δυνατό γιατρικό. Αν γεμίσει με αγάπη και γαλήνη, τότε και το σώμα παίρνει δύναμη. Να θυμάσαι, δεν υπάρχει φάρμακο πιο δυνατό από την ηρεμία και την αγάπη.

Και έτσι η Μαρία άλλαξε. Έμαθε να φυτεύει σπόρους και να περιμένει την υπομονετική τους θαύμαση. Έμαθε να ζυμώνει ψωμί και να χαίρεται με το άρωμα που γέμιζε το σπίτι. Να χαμογελά με τα μικρά πράγματα, να μη φοβάται την απλότητα. Στο τέλος, δεν ήθελε να φύγει πια. Έμεινε για πάντα εκεί, γιατί το χωριό τής είχε αποκαλύψει το μυστικό του: πως η αληθινή ευτυχία δεν κατοικεί στα πλούτη ούτε στη φασαρία, αλλά στην αυτάρκεια, στην αγάπη που μοιράζεται, και στην ηρεμία που οι άνθρωποι κρατούν μέσα τους σαν φυλαχτό.

 

Στη Χλώρακα ζούσε και ο Κωστής, ένας περβολάρης ήσυχος σαν το χάραμα. Άνθρωπος απλός, με ρυθμούς σταθερούς σαν τον ήλιο που ανατέλλει και δύει. Καλλιεργούσε τη γη του με τα χέρια του και ζούσε λιτά, μα γεμάτα. Δεν είχε αυτοκίνητο ούτε ήξερε να οδηγεί. Τα προϊόντα του τα μάζευε μόνος και τα έδινε στον Κυριάκο που περνούσε με το φορτηγό. Η ζωή του ήταν μια αργή, ήρεμη ρουτίνα. Και ακριβώς αυτή η ρουτίνα του χάριζε γαλήνη. Δεν θα την άλλαζε με τίποτα στον κόσμο.

Κι όπως η Μαρία, όπως ο Κωστής, έτσι και ο Γιάννης ο παλιός φίλος του Κυριάκου, βρήκε τελικά στη Χλώρακα το λιμάνι που ζητούσε. Μακριά από τη βουή των θαλασσών και τον θόρυβο των πόλεων, έμαθε και εκείνος το μυστικό του χωριού, πως η αληθινή ευτυχία δεν είναι ταξίδι μα επιστροφή. Επιστροφή στην απλότητα, στην αγάπη, στη γη που καρπίζει και στη γαλήνη που ποτίζει την ψυχή.

Γλυκειά εκδίκηση

Ο Χαμπής από τη Θελέτρα δεν γεννήθηκε κουτσός. Όταν ήταν μωρό, αντινάχτηκε στον ύπνο του και η μητέρα του τον πήρε αγκαλιά, παρά τις δεισιδαιμονίες που έλεγαν ότι αυτό φέρνει κακό. Έλεγαν ότι έπρεπε να τον πάρει αγκαλιά μια άλλη γυναίκα και όχι η μάνα του.

Το ένα του πόδι έμεινε ατροφικό, και με τα χρόνια το κορμί του στραβώθηκε, σχηματίζοντας καμπούρα. Από μικρός γνώρισε τον χλευασμό των παιδιών. «Κοίτα τον Χαμπή!» φώναζαν συχνά, και τα γέλια τους τον έκαναν να απομονώνεται. Έμαθε να ζει μόνος, με τη μοναξιά για παρέα. Έγινε στρατουράς, μάστορας και έφτιαχνε σαμάρια, δουλειά που μπορούσε να κάνει καθιστός, χωρίς να χρειάζεται να περπατάει πολύ.

Όταν ο Κυριάκος τον γνώρισε, κατάλαβε αμέσως ότι δεν ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος. «Έξυπνος και πονηρός,» σκέφτηκε. Τον φίλεψε και τον όρισε αντιπρόσωπό του στο χωριό για την αγορά σταφυλιών. Τώρα, ο Χαμπής απέκτησε αξία. Οι αμπελουργοί που δυσκολεύονταν να πουλήσουν τα σταφύλια τους, έτρεχαν σε αυτόν, γιατί μέσω του Χαμπή μπορούσαν να πουλήσουν στον Κυριάκο.

Όλοι τον προσέγγιζαν, τον ευνοούσαν, αλλά ο Χαμπής ήξερε καλά τι έκανε. Έδινε κιβώτια να γεμίσουν σε όσους είχαν καλής ποιότητας σταφύλια, ενώ κάποιοι άλλοι, οι ίδιοι που τον κορόιδευαν όταν ήταν παιδί, παρέμεναν αποκλεισμένοι, όσο καλά κι αν ήταν τα προϊόντα τους.

Μια μέρα, ο Κυριάκος δεν άντεξε και ρώτησε:

«Χαμπή, γιατί δεν παίρνεις από αυτούς;»

Ο Χαμπής τον κοίταξε στα μάτια, χωρίς θυμό, αλλά με σιγουριά.

«Είναι οι ίδιοι που με κορόιδευαν όταν ήμουν παιδί,» είπε αργά. «Τώρα έχω τη δύναμη να τους αποκλείσω. Δεν είναι εκδίκηση, Κυριάκο… Είναι η δική μου δικαιοσύνη.»

Και με αυτό το βλέμμα, που συνδύαζε θλίψη, δύναμη και αυτοσεβασμό, ο Κυριάκος κατάλαβε ότι ο Χαμπής δεν ήταν απλώς ένας αντιπρόσωπος, ήταν ένας άνθρωπος που είχε βρει τον δικό του τρόπο να ισορροπήσει το παρελθόν με το παρόν.

 

Ο Κάκος

Ο Κάκος είναι υποκοριστικό όνομα από το Κυριάκος. Δεν ήταν κακός, αλλά πολύ καλός άνθρωπος και υπήρξε σπουδαίος και πετυχημένος πελεκάνος. Από πολύ νωρίς άνοιξε το δικό του μαγαζί και, με εργατικότητα και πείσμα, το είδε να προοδεύει και να μεγαλώνει.

Ο Κυριάκος τον είχε σε μεγάλη εκτίμηση και τον θεωρούσε αγαπημένο φίλο. Κάθε φορά που χρειαζόταν μάστορα, είτε για ψυκτικούς θαλάμους είτε για διαμερίσματα και καταστήματα, δεν ρωτούσε κανέναν άλλο. Φώναζε κατευθείαν τον Κάκο. Και εκείνος, με τα μαγικά του χέρια και την ακρίβεια του τεχνίτη, τελείωνε κάθε έργο στην εντέλεια.

Όμως, ανήσυχος από τη φύση του, κάποια στιγμή θέλησε να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό, κάτι επικίνδυνο. Μπήκε σε μια δουλειά που είχε σχέση με τον υπόκοσμο και τα σκοτεινά ήθη της νύχτας. Αποφάσισε να αγοράσει ένα καμπαρέ, αφήνοντας πίσω την ασφαλή του δουλειά, ρισκάροντας τη μοίρα του.

Μια μέρα, ο Κυριάκος αποφάσισε να τον επισκεφτεί. Φόρτωσε το φορτηγό του και ξεκίνησε νωρίς το απόγευμα για τη Λευκωσία. Σταμάτησε πρώτα στη Λεμεσό και, γύρω στα μεσάνυχτα, πέρασε την πόρτα του «Κιτ Κατ». Το μαγαζί ήταν μισοσκότεινο. Καναπέδες γέμιζαν τον χώρο, και πάνω της άντρες, μεθυσμένοι και ύποπτοι, χαμουρεύονταν με κορίτσια. Ο Κυριάκος έμεινε σαστισμένος. Σκέφτηκε ότι ο φίλος του ο Κάκος είχε μπλέξει για τα καλά και πως αυτό δεν θα είχε καλό τέλος.

Μέσα από το σκοτάδι εμφανίστηκε ο Κάκος για να τον προϋπαντήσει. Κάθισαν σε μια γωνιά και μίλησαν. Ο Κυριάκος τον συμβούλεψε να τα παρατήσει όσο είναι καιρός, γιατί στο τέλος θα βρεθεί σε μπελάδες. Ήξερε πως ο φίλος του ήταν καλός άνθρωπος και δεν του ταίριαζε να γίνει «κακός». Ο Κάκος του εκμυστηρεύτηκε πως είχε δίκιο, είχε ήδη λάβει απειλητικά μηνύματα, μα δεν ήθελε να υποχωρήσει.

Λίγες μέρες αργότερα, ο Κυριάκος έλαβε τηλεφώνημα από τον φίλο του. Του ζήτησε να μεταφέρει ένα κιβώτιο με αγγούρια από έναν γνωστό του μέχρι τη Λεμεσό. Ο Κυριάκος υποψιάστηκε ότι το φορτίο έκρυβε όπλο, για να προστατευθεί ο φίλος του. Ήξερε ότι αν το έκανε συνειδητά, παρανομούσε και κινδύνευε να μπλέξει. Από την άλλη, όμως , δεν μπορούσε να αρνηθεί σε έναν στενό του φίλο. Έτσι δέχτηκε, με την πρόφαση ότι δεν θα ερευνούσε το κιβώτιο, ώστε να μείνει «νόμιμος» απέναντι στον νόμο, σε περίπτωση που κάτι στραβό συνέβαινε.

Ευτυχώς, η περιπέτεια δεν κράτησε πολύ. Σύντομα ο Κάκος έμαθε ότι η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο, είχε βγει απόφαση εκτέλεσής του, καθώς οι άνθρωποι της νύχτας τον θεωρούσαν επικίνδυνο ανταγωνιστή. Τότε αφού σκέφτηκε καλά και τα ζύγισε όλα, πήρε τη γενναία απόφαση να τα παρατήσει όσο και να ζημίωνε. Έτσι μια σκοτεινή νύχτα έφυγε κρυφά, γύρισε στο χωριό του και ξεκίνησε ξανά από την αρχή.

Η επιστροφή δεν ήταν δύσκολη. Ήταν μάστορας περιζήτητος. Με τα χέρια και το μεράκι του, κάθε ξύλο μεταμορφωνόταν σε έργο τέχνης. Έτσι η ζωή του ξαναβρήκε τον δρόμο της, πιο ήρεμη, μα και πιο γεμάτη δύναμη.

Είχε πια μάθει πως οι περιπέτειες δεν είναι πάντα για όλους.

 

Οι σσόγαμπροι   

Η Χλώρακα παλιά ήταν ήσυχο χωριό, μα ευλογημένο. Είχε την τύχη να γεννήσει έναν άνθρωπο ξεχωριστό, τον Αζίνα. Ήταν η ψυχή του Συνεργατικού κινήματος και το δεξί χέρι του ίδιου του Μακαρίου. Μετά την τουρκική εισβολή, όταν οι δουλειές χάθηκαν και οι πληγές του τόπου άνοιγαν σαν ξεραμένα χωράφια, εκείνος στάθηκε βράχος για τους συγχωριανούς του.

Έδωσε χαμηλότοκα δάνεια, έπεισε τον κόσμο να ξαναπιάσει τη γη, να σπείρει, να οργώσει, να πιστέψει ξανά. Έφτιαξαν θερμοκήπια, και μέσα σε λίγα χρόνια, τα προϊόντα τους ταξίδευαν έξω απo την Κύπρο, γεμίζοντας αεροπλάνα πλοία και αγορές με το όνομα του τόπου τους.

Έτσι η Χλώρακα έγινε γνωστή για τα πρώιμα αγγούρια της. Φημισμένα, τραγανά, γευσάτα, ξακουστά. Από στόμα σε στόμα, από μανάβη σε φθαρτέμπορο, από φορτηγό σε πλοίο, όλοι μιλούσαν για το θαύμα του χωριού που ξαναγεννήθηκε από τα αγγούρια του.

Όλοι ήταν ευχαριστημένοι. Οι γεωργοί, οι μεσάζοντες, οι έμποροι, οι οδηγοί. Η ζωή κυλούσε ήρεμη, καρποφόρα, σαν αυλάκι που κυλά νερό δροσερό και σταθερό.

Ώσπου μια μέρα, τρεις σσόγαμπροι στο χωριό, αποφάσισαν πως ήρθε η ώρα να αλλάξουν τα πράγματα. Νέοι, μορφωμένοι, φιλόδοξοι. Θεώρησαν πως οι άλλοι ήταν ξεπερασμένοι, πως οι παλιές μέθοδοι δεν είχαν θέση στη νέα εποχή, πως ήταν η δική τους εποχή.

-Θα μπούμε δυνατά, είπαν, θα αγοράζουμε ακριβότερα, θα πουλάμε φτηνότερα, και όταν όλοι οι άλλοι φύγουν, τότε θα είμαστε μόνοι μας. Μονοπώλιο!

Και το έκαναν. Υποθήκευσαν τα σπίτια και τα χωράφια τους, πήραν δάνεια, νοίκιασαν αποθήκες, αγόρασαν φορτηγά. Άρχισαν να αγοράζουν ακριβότερα με τιμές που κανείς δεν μπορούσε να συναγωνιστεί. Οι έμποροι, ένας ένας, σταμάτησαν να έρχονται στη Χλώρακα.

Μα ο Κυριάκος δεν μπορούσε να φύγει, ήταν χωριανός, είχε τις δικές του αποθήκες, ήταν ριζωμένος στον τόπο του

Ήξερε πως αν ακολουθούσε το παιχνίδι τους, θα χανόταν και εκείνος.

Έβαλε, λοιπόν, το μυαλό του να δουλέψει. Μάζεψε τους πελάτες του και τους είπε,

-Ακούστε με καλά. Αν κάνω ό,τι κάνουν αυτοί, θα φαληρίσω. Αν δεν κάνω τίποτα, θα χαθώ. Θέλω μόνο να μείνω όρθιος, για να έχετε και εσείς πού να στραφείτε όταν αυτοί κλείσουν. Πουλήστε τους όσο θέλετε, μα κρατήστε και ένα κομμάτι για μένα. Έστω λίγο, όσο να αντέξω.

Και εκείνοι, που τον ήξεραν χρόνια, που ττον εμπιστεύονταν, τον άκουσαν. Έτσι πέρασε ο καιρός.

Ο ένας από τους σσόγαμπρους, πιο λογικός, τα παράτησε πρώτος. Έσωσε λίγα, όσα πρόλαβε.

Ο δεύτερος αφού τα έχασε όλα, βρήκε δουλειά εργάτης, για να ζήσει την οικογένειά του.

Ο τρίτος, πεισματάρης και εγωιστής, δανείστηκε ξανά. Έβαλε τα πάντα, τα έχασε όλα. Και στο τέλος, ούτε σπίτι δεν του άφησαν οι τράπεζες.

Η εταιρεία τους διαλύθηκε, τα φορτηγά σκούριασαν στις αυλές, και η περηφάνεια τους πνίγηκε στα χρέη τους.

Ο Κυριάκος, ωστόσο, άντεξε. Με λίγα, αλλά σταθερά. Ούτε κέρδισε πολλά, ούτε έχασε. Μα έμεινε όρθιος. Και συνέχισε το έργο του όπως πρώτα.

Και τα βράδια, καθώς οδηγούσε το φορτηγό του μες στη σιωπή, πηγαίνοντας για τη μεγάλη αγορά, σκεφτόταν πως καμιά δουλειά δεν στεριώνει χωρίς κόπο και μόχθο, χωρίς γνώσεις και εμπειρίες. Πως μόνα τους τα λεφτά δεν φέρνουν κέρδη, αλλά χρειάζονται και το σωστό διαχειριστή.  

Και το φορτηγό έσχιζε τη νύχτα, όπως οι ιστορίες που μένουν να ψιθυρίζονται στα καφενεία, ιστορίες για τον καιρό που η Χλώρακα έβγαζε αγγούρια ξακουστά και φημισμένα.

 

Ο καλαμαράς

Ήρθε στην Κύπρο από την Ελλάδα. Ένα φτωχαδάκι, άκληρο παιδί, με μια μικρή βαλίτσα κaι ένα βλέμμα που φανέρωνε περισσότερα απ’ όσα έλεγε. Δεν μίλησε ποτέ για το παρελθόν του, ούτε γιατί άφησε πίσω του τους δικούς του. Είπε μονάχα πως ήρθε «να ριζώσει». Ήρθε άγνωστος ανάμεσα σε αγνώστους, και αυτό, ίσως, του ταίριαζε.

Στη λαχαναγορά της Λευκωσίας βρήκε δουλειά χαμάλης. Ξεφόρτωνε κασόνια, κουβαλούσε τσουβάλια, δούλευε σιωπηλά, με τα χέρια γεμάτα κάλους και το πρόσωπο πάντα φιλικό. Ήταν γλυκομίλητος, χαμηλών τόνων, και στα λόγια του είχε μια παράξενη ευγένεια που κέρδιζε τους πάντες.

Ο Κυριάκος, καθώς έμπορος παλιός και μυαλωμένος, τον παρατήρησε. Είδε στο βλέμμα του επιμονή, στη δουλειά του μεράκι, και τον προσέλαβε. Του έδωσε φορτηγό να πηγαίνει στα μποστάνια, να μαζεύει τα προϊόντα και να τα φέρνει στην αγορά τη νύχτα.

Δεν άργησε να γίνει απαραίτητος. Ήταν γρήγορος, προσεκτικός, και οι πελάτες τον λάτρεψαν. Ο Κυριάκος του έδινε διπλό μισθό, το άξιζε. Μα δεν ήξερε πως πίσω απ’ το χαμόγελο και τη σιωπή, λογάριαζε άλλα.

Μια μέρα, ένας φίλος του Κυριάκου τον πήρε παράμερα και του ψιθύρισε:

-Πρόσεχε, ο υπάλληλος σου με το φορτηγό σου κάνει δικά του δρομολόγια. Πουλάει για λογαριασμό του.

Ο Κυριάκος τον κάλεσε. Αυτός χαμήλωσε το κεφάλι, είπε «ναι» χωρίς να το πει, και έφυγε. Ο Κυριάκος τον απέλυσε χωρίς φωνές, μόνο με μια φράση:

-Ο καλός λόγος είναι ευλογία, μα όταν γίνεται με μπαμπεσιά, κόβει πιο βαθιά και από μαχαίρι.

Ο καιρός όμως που δούλεψε κοντά του ήταν αρκετός. Είχε ήδη πιάσει ρίζες. Οι πελάτες τον ήξεραν, τον αγαπούσαν, τον εμπιστεύονταν. Άνοιξε δική του δουλειά, και αρκετοί τον ακολούθησαν, ανάμεσά τους κι ο Χαμπουλής, καλός και τίμιος άνθρωπος, μεγάλος παραγωγός.

Ο Χαμοπυλής δούλευε χρόνια στα θερμοκήπια. Με τη γυναίκα του πάλευαν νύχτα μέρα, και η ζωή τους αντάμειψε. Σπούδασαν τις κόρες τους, χτίσανε σπίτια, στάθηκαν στα πόδια τους. Όποτε έβλεπαν τον Κυριάκο, του έλεγαν με ευγνωμοσύνη:

Το χερικό σου είναι καλό Κυριάκο, φέρνει πάντα καλό.

Και το πιστευαν, το απέδειγαν οι ολόχρονες συναλλαγές μεταξύ τους.

Μα σαν μπήκε στη μέση ο Καλαμαράς, τα πράγματα θόλωσαν. Με τα γλυκά του λόγια τους έπεισε να του δίνουν μέρος των προϊόντων τους. Ο Κυριάκος τους προειδοποίησε δυο και τρεις φορές, μα εκείνοι δεν τον άκουσαν.

Ώσπου μια μέρα, ο Κυριάκος τους είπε ξεκάθαρα,

-Το γνωρίζω ότι το χερικό μου είναι καλό, άν σταματήσω να αγοράζω από σας, δε θα ξαναδείτε τέτοια λεφτά. Να το θυμάστε.

Και έτσι έγινε. Η τύχη τούς γύρισε την πλάτη, τα

κέρδη χάθηκαν, τα θερμοκήπια ερήμωσαν. Παρακάλεσαν τον Κυριάκο να τους δεχτεί πίσω, μα εκείνος, σκληραγωγημένος πια, δεν λύγισε. Ο Χαμπουλής γύρισε εργάτης, κουβαλώντας πίκρα και ντροπή.

Και τότε ήρθε το τέλος του Καλαμαρά.

Ένα πρωί, χάθηκε. Μαζί του κι οι εισπράξεις πολλών μηνών. Ούτε τηλέφωνο, ούτε ίχνος. Ολόκληρη η αγορά έμεινε ξεκρέμαστη. Οι φήμες έδιναν και έπαιρναν. Άλλοι έλεγαν πως το ’σκασε στο εξωτερικό, άλλοι πως πνίγηκε στα χρέη του, άλλοι πως σκοτώθηκε σε κάποιο λιμάνι. Κανείς δεν έμαθε την αλήθεια.

Μόνο τα χρόνια πέρασαν.

Και ένα φθινόπωρο, δεκαπέντε χρόνια μετά, ο Κυριάκος καθόταν στο καφενείο της αγοράς, κουρασμένος, με το βλέμμα χαμένο στις νταλίκες που έμπαιναν και έβγαιναν. Και εκεί, ανάμεσα στον κόσμο, είδε έναν γέρο με μαγκούρα, ρακένδυτο, να ζητά λίγο νερό. Τον κοίταξε προσεκτικά… και πάγωσε.

Ήταν ο Καλαμαράς.

Το πρόσωπό του σκαμμένο, τα μάτια του θολά, τα χέρια του να τρέμουν. Πλησίασε αργά, και ψιθύρισε:

-Δεν ήρθα να ζητήσω τίποτα, Κυριάκο. Μόνο να σου πω… πως ό,τι πήρα, δεν μου στάθηκε καλό. Όλα τα ’χασα. Και τον ύπνο και την ψυχή μου. Ήρθα να σε δω, προτού με πάρει ο Θεός.

Ο Κυριάκος τον κοίταξε ώρα πολλή, χωρίς να μιλά. Έπειτα σηκώθηκε, πήγε στο τσιάκκι του καφενείου, του γέμισε ένα ποτήρι νερό και το ’φερε μπροστά του.

-Πιες, του είπε. Ό,τι έγινε, έγινε. Το νερό ξεπλένει και αυτά που δεν ξεπλένει ο χρόνος.

Ο Καλαμαράς ήπιε, και δάκρυσε. Έπειτα σηκώθηκε αργά, και έφυγε σιωπηλός, σαν σκιά που επιστρέφει εκεί απ’ όπου ήρθε.

Σε λίγο καιρό, πέθανε μόνος κι έρημος, νέος στα χρόνια, μα γερασμένος στην ψυχή και στο σώμα.

Και ο Κυριάκος, όταν έμαθε τον θάνατό του, στάθηκε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα ψιθύρισε,

-Έτσι είναι φίλε… Μπορεί ο λόγος να στάζει μέλι, μα στο τέλος, πάντα γεύεσαι τη χολή του.

Μανδραγόρας ή μούσκος

Ο Μανδραγόρας είναι φυτό με μεγάλα φύλλα και διχαλωτή ρίζα, που μοιάζει με ανοιχτά πόδια ανθρώπου που στέκεται όρθιος. Στη Χλώρακα ευδοκιμούσε στους όχτους των χωραφιών και στις καυκάλλες. Τον ονόμαζαν Μούσκο ή Αρκάδρωπο. Μούσκο, γιατί όταν ο καρπός του ωρίμαζε είχε ωραία μυρωδιά. Αρκάδρωπο, γιατί η διχαλωτή ρίζα του έμοιαζε με αγριάνθρωπο, και πίστευαν ότι είχε δυνάμεις από τα σκοτεινά πνεύματα της γης. Οι παλιοί μάγιστροι τον χρησιμοποιούσαν σαν αφροδισιακό και για τεκνοποιία και πίστευαν ότι μπορούσε να γιατρέψει τις στείρες γυναίκες. Ακόμα, στη Γένεση υπάρχει αναφορά ότι η Ραχήλ, απελπισμένη που δεν έκανε παιδιά με τον Ιακώβ, κατέφυγε σε αυτόν για να γεννήσει τον Ιωσήφ. Πίστευαν επίσης ότι κάτω από τα δέντρα όπου γίνονταν απαγχονισμοί φύτρωνε μανδραγόρας από το σπέρμα των κρεμασμένων. Έτσι, ο Κυριάκος δεν παραξενεύτηκε όταν μια πελάτισσα από τη Λευκωσία τον παρακάλεσε να της φέρει μούσκους για να τεκνοποιήσει.

-Στο χωριό μου ευδοκιμούν με το παραπάνω, της είπε πρόθυμα.

Της έφερε μούσκους, και η γυναίκα με τον άνδρα της τον ευχαρίστησαν θερμά. Ο Κυριάκος δεν πίστευε σε τέτοιες δεισιδαιμονίες, αλλά δεν ήθελε να τη στεναχωρήσει. Και ξέχασε το γεγονός.

Μερικούς μήνες αργότερα την είδε αγγαστρωμένη.
-Τι έγινε; τη ρώτησε.

-Κυριάκο μου, χίλια ευχαριστώ! απάντησε γεμάτη χαρά.

-Τα γιατροσόφια έπιασαν τόπο. Ο άνδρας μου σε ευγνωμονεί.

Ο Κυριάκος χαμογέλασε αμήχανα, ικανοποιημένος που βοήθησε, αλλά και λίγο άβολα.

Και ύστερα από καιρό, καθισμένος στο καφενεδάκι της αγοράς, κουβέντιαζε με ένα φίλο του μανάβη για τα άγρια φυτά της Κύπρου. Τις αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες, τη βοήθεια στη διάρροια, την αϋπνία, τον πονόδοντο. Είπαν για τις καρδιοπροστατευτικές ιδιότητες της μοσφιλιάς και ήρθε η κουβέντα στον μανδραγόρα, που θεωρούνταν θαυματουργός για τη στειρότητα.

Ο Κυριάκος διηγήθηκε στον φίλο του για τη μαννάβησσα. Πώς του ζήτησε μούσκους, πώς της έφερε, και πώς τελικά αγγαστρώθηκε. Ο φίλος του χαμογέλασε με ένα πονηρό μειδίαμα.

-Τι σκέφτεσαι; ρώτησε ο Κυριάκος.

-Τίποτα… απλώς κάτι πέρασε από το μυαλό μου, αποκρίθηκε ο φίλος.

Αλλά ο Κυριάκος ένιωσε ψύλλους στ’ αφτιά και πίεσε λίγο. Τότε ο φίλος του αποκάλυψε την αλήθεια. Το παιδί δεν το έφερε ούτε ο μανδραγόρας, ούτε ο άνδρας της μαννάβησσας… αλλά ο ίδιος.

Ο Κυριάκος έμεινε άφωνος. Μετάνιωσε που ρώτησε. Σε τέτοιες αμαρτωλές ιστορίες, σκέφτηκε, δεν ήθελε καμία συμμετοχή.

Σηκώθηκε αργά, κοίταξε τον φίλο του και είπε,
-Μερικές φορές, η ζωή παίζει τα δικά της παιχνίδια… και εμείς είμαστε απλοί θεατές και ταυτόχρονα η αιτία τους.
 

Το καφενείο που δεν ήταν καφενείο

Στον χώρο παραλαβής, δίπλα στο γραφείο του, ο Κυριάκος είχε δύο τραπέζια με καρέκλες. Εκεί κάθονταν οι πελάτες, έπειτα από το ξεφόρτωμα, να πιουν έναν καφέ ή ένα αναψυκτικό, γιατί, όπως έλεγε και ο ίδιος, «ο καλός πελάτης θέλει και το κέρασμά του».

Ήταν Σάββατο, μέρα ξεκούρασης. Το παζάρι θα ’μενε κλειστό την Κυριακή και ο Κυριάκος, μόνος στο γραφείο, έκανε λογαριασμούς. Έξω, ο ήλιος έψηνε τις πέτρες, και η ζέστη έτρεχε από τα τοιχώματα σαν ιδρώτας.

Κοντά στο μεσημέρι, ακούστηκε αυτοκίνητο να σταματά έξω στην αυλή. Δύο άντρες κατέβηκαν. Σκυθρωποί, αμίλητοι, με βλέμμα περίεργο. Χωρίς να χαιρετήσουν, μπήκαν μέσα και κάθισαν στο ένα τραπέζι.

-Μια μπύρα, είπαν κοφτά.

Ο Κυριάκος, χωρίς πολλές κουβέντες, τους την έφερε.

-Έχεις τίποτε για τσίλημα; ρώτησε ο ένας.

Ο Κυριάκος χαμογέλασε. Άνοιξε τον ψυκτικό θάλαμο, πήρε ένα μήλο από τα τελάρα, το έκοψε σε φέτες και το έβαλε σ’ ένα πιατάκι μπροστά τους.

Ύστερα από λίγο τον ξαναφώναξαν. Ζήτησαν άλλη μία μπύρα, λίγο πιο παγωμένη αυτή τη φορά. Ο Κυριάκος υπάκουσε, πάντα ευγενικός, και επέστρεψε στους λογαριασμούς του, ρίχνοντάς τους που και που μια ματιά με μισό μάτι.

Η ώρα κυλούσε αργά, και εκείνοι απολάμβαναν τις μπύρες στη δροσιά του μαγαζιού, καθώς έξω ο ήλιος έκαιγε τον τόπο. Παράγγειλαν ακόμα μία, κι άλλο ένα μήλο.

Κάποια στιγμή φώναξαν:

-Να πληρώσουμε!

Ο Κυριάκος σήκωσε το κεφάλι.

-Μα εδώ δεν είναι καφενείο, είπε. Εδώ είναι αποθήκες παραλαβής φθαρτών.

Οι δυο άντρες έμειναν άφωνοι. Κοίταξαν ο ένας τον άλλον, πάγωσαν.

-Μας συγχωρείς, νόμισαμε πως είναι καφενείο, ψέλλισε ο ένας.

-Δεν πειράζει, δεν υπάρχει πρόβλημα, απάντησε ο Κυριάκος με χαμόγελο.

-Όμως να πληρώσουμε!

-Όχι, δεν θα πληρώσετε. Είστε στη Χλώρακα, και εδώ η φιλοξενία δεν κοστολογείται.

Πέρασε καιρός…

Ένα απόγευμα, στο κέντρο του Μηχαλάκη, στη Χοιροκοιτία, ο Κυριάκος, επιστρέφοντας από το παζάρι της Λευκωσίας, στάθμευσε να ξεκουραστεί. Παράγγειλε φαγητό και μπύρα, και ύστερα γλυκό και καφέ.

Έφαγε, ήπιε, ξεκούρασε το κορμί του, και όταν ήρθε η ώρα να φύγει, ζήτησε το λογαριασμό.

-Είναι πληρωμένα, του είπε ο Μηχαλάκης, ο εστιάτορας.

-Από ποιον; ρώτησε απορημένος ο Κυριάκος.

Ο Μηχαλάκης έδειξε με το χέρι προς το βάθος του μαγαζιού. Εκεί, σ’ ένα τραπέζι, καθόταν ένας άντρας που του χαμογελούσε σιωπηλά.

Ο Κυριάκος τον αναγνώρισε αμέσως. Ήταν ο ένας από τους δύο εκείνους που, τότε, είχαν μπερδέψει τις αποθήκες του με καφενείο.

Χαμογέλασε κι αυτός.

«Ε, μόνο βουνό με βουνό δε σμίγει…» μουρμούρισε, κι ένιωσε μέσα του εκείνη τη γλυκιά ντροπή που φέρνει η καλοσύνη όταν επιστρέφει. 

Η γη δεν ανήκει στον άνθρωπο

Δίπλα στις αποθήκες του Κυριάκου, ήταν ένα μικρό κατεβατό χωραφιού, δυο πήχες που λέει ο λόγος, που το όριζαν δυο ξαδέρφια του. Με λύπη τους άκουε να τσακώνονται για το πού ακριβώς έπεφτε ο όχτος που τα χώριζε. Τους έβλεπε να λογομαχούν, να φωνάζουν, να μην έχουν την αγάπη που έπρεπε να πρυτανεύει. Η συγγενική στοργή είχε γίνει μίσος πιο δυνατό και από εχθρικό.

Περνούσε ο καιρός, κι η έχθρα μεγάλωνε. Ο Κυριάκος κατάλαβε μέσα του πως αυτό δεν θα έβγαινε σε καλό. Έτσι, αποφάσισε να επέμβει.

Ο Κυριάκος ήταν άνθρωπος που διάβαζε τις ψυχές των ανθρώπων. Τα χρόνια είχαν χαράξει στο πρόσωπό του ρυτίδες γνώσης και σοφίας. Είχε ζήσει πολύ, είχε διαβάσει περισσότερο, και είχε μάθει να ακούει, να προβλέπει και να προλαμβάνει.

Δεν μιλούσε συχνά, μα όταν το έκανε, οι άλλοι σώπαιναν. Ήξεραν πως τα λόγια του δεν ήταν για να εντυπωσιάσουν, αλλά για να φωτίσουν. Είχε μια σπάνια σοφία, εκείνη που δεν γεννιέται από τα βιβλία μονάχα, αλλά από τη βαθιά κατανόηση ότι ο άνθρωπος είναι μέρος ενός συνόλου, όχι ο κύριός του.

Έτσι, μια μέρα που τα ξαδέρφια του πάλι τσακώνονταν για τον όχτο του χωραφιού, για τη μικρή λουρίδα γης που ούτε δυο πήχες πλάτος δεν είχε, αλλά ήταν αρκετή για να δηλητηριάσει τη φιλία και τη συγγένειά τους και οι φωνές τους ακούγονταν ως τα καφενεία, τους πλησίασε.

Πλησίασε αργά και τους κοίταξε. Δεν είπε τίποτα στην αρχή. Κοίταξε το χώμα κάτω απ’ τα πόδια τους, ξερό, σκασμένο, μα ζωντανό.

Έσκυψε, πήρε μια χούφτα, την άφησε να κυλήσει ανάμεσα στα δάχτυλά του και, με φωνή γαλήνια, είπε,
-Παιδιά, θυμάμαι κάτι που άκουσα πριν πολλά χρόνια... «Η γη δεν ανήκει στον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος στη γη». Άρα κι ετούτη εδώ η γη δεν είναι δική σας.

Οι δυο φίλοι σώπασαν. Ο Κυριάκος συνέχισε:
-Κοιτάτε τη γη σαν να είναι δική σας. Μα πριν από εσάς, άλλοι την πάτησαν. Και όταν φύγετε, άλλοι θα την οργώσουν. Εσείς δεν την κατέχετε, σας ανέχεται. Μας ταΐζει, μας ποτίζει, μας σκεπάζει στο τέλος. Κι εσείς, αντί να τη σέβεστε, μαλώνετε γι’ αυτήν.

Άφησε το χώμα να γλιστρήσει απ’ τα δάχτυλά του.
-Δείτε… ούτε κρατιέται, ούτε κρατά. Έτσι και η ζωή. Μας δίνεται για λίγο. Μην τη σπαταλάτε σε μικρότητες.

Σήκωσε το βλέμμα του και η φωνή του μαλάκωσε.

-Το ίδιο ισχύει και για τους ανθρώπους μας. Οι συγγενείς είναι οι φυσικοί μας σύμμαχοι. Οι πρώτοι μας φίλοι, εκείνοι στους οποίους λέμε όσα δεν τολμάμε να πούμε στους ξένους. Είναι αυτοί που στέκονται δίπλα μας στον αγώνα για επιβίωση μέσα στον κόσμο, αλλά και εκείνοι στους οποίους ξέρουμε πως μπορούμε να στραφούμε όταν χρειαστούμε βοήθεια».

Πήρε μια ανάσα.

«Είναι τα πρόσωπα που μένουν κοντά μας εφ’ όρου ζωής, συμπαραστάτες και φίλοι. Δεν πρέπει να στέκονται απέναντί μας σαν πληγή που αιμορραγεί. Δεν μπορούμε να τους διαγράψουμε, όπως κάνουμε με τους ξένους. Στις φλέβες τους κυλά το ίδιο αίμα με το δικό μας. Είναι συνέχεια του ίδιου μας του εαυτού».

Κατέβασαν το βλέμμα. Ο ένας σκούπισε τον ιδρώτα απ’ το μέτωπο, ο άλλος έσκυψε σιωπηλός. Η ένταση έσβησε σαν φωτιά που της ρίχνεις νερό.

Και ο Κυριάκος χαμογέλασε, όχι με το στόμα, αλλά με την ψυχή. Είχε δει ξανά δυο ανθρώπους να θυμούνται το ουσιαστικό: πως η γη μάς ενώνει, δεν μας χωρίζει. Από εκείνη τη μέρα, τα δυο ξαδέρφια δεν μάλωσαν ξανά. Κι όποτε περνούσαν απ’ το χωράφι, έλεγαν μεταξύ τους με χαμόγελο:

-Θυμάσαι τι είπε ο Κυριάκος; Η γη δεν είναι δική μας… εμείς είμαστε δικοί της.

Ντροπή

Ένα καιρό, ένας φτωχός, αργόσχολος και άνεργος νέος, βρήκε αποκούμπι στον Κυριάκο, συγγενή του που τον λυπήθηκε.

Είχε κακή φήμη, γιατί όπου κι αν δούλευε, γρήγορα απολυόταν. Άλλοι έλεγαν από τεμπελιά, άλλοι από κακό χαρακτήρα.

Μόνο ο Κυριάκος, καθώς συγγενής και καλόκαρδος άνθρωπος, τον λυπήθηκε. Παρ’ όλο που ήξερε πως ο νέος ήταν υποκριτής, αναξιόπιστος και αφερέγγυος, τον προσέλαβε στις αποθήκες του, στη συσκευασία μπανανών και οπωρικών. Σκέφτηκε πως, ως απλός εργάτης, δε θα είχε την ευκαιρία να κάνει τις συνηθισμένες του απάτες.

Ο νεαρός τότε άλλαξε συμπεριφορά, τουλάχιστον φαινομενικά. Έδειχνε ευγένεια, χαμογελούσε, ευχαριστούσε, και υποκρινόταν σε κάθε του κίνηση. Ο Κυριάκος ένιωθε πως, έστω και λίγο, η ευεργεσία του εκτιμήθηκε.

Μα όταν ήρθε καιρός που η γη στη Χλώρακα καθώς βρισκόταν σε οροπέδιο και κοντά στη θάλασσα, ανέβηκε πολύ σε αξία, ο τεμπέλης ξάδερφος πούλησε την περιουσία που είχε κληρονομήσει από τους γονείς του και βρέθηκε ξαφνικά με χρήματα στα χέρια. Νόμισε πως έγινε πλούσιος και πως ο κόσμος τού ανήκε. Η ψυχή του γέμισε υπερηφάνεια, και η κακία που κρατούσε μέσα του φάνηκε ολοκάθαρα.

Ξέχασε την ευεργεσία του Κυριάκου, άρχισε να τον κατηγορεί πίσω από την πλάτη και να τον διαβάλλει στους άλλους, χωρίς λόγο, απλώς γιατί μέσα του έκαιγε η κακεντρέχεια. Ήταν παθολογικός ψεύτης. Δεν έλεγε απλώς ψέματα, αλλά ένιωθε ανάγκη να το κάνει και χαιρόταν με το κακό των άλλων.

Διέδιδε πως ο Κυριάκος κέρδιζε πολλά, πως εκμεταλλευόταν τους συνεργάτες του και τους «έπινε το αίμα».

Όμως, όπως λένε οι παλιοί, «η γη μένει, μα τα χρήματα φεύγουν». Η γη είναι αιώνια περιουσία, θρέφει τον άνθρωπο και δίνει σταθερότητα, ενώ τα λεφτά χάνουν αξία ή σκορπίζονται.

Κι έτσι έγινε. Σιγά-σιγά, τα χρήματα ξοδεύτηκαν και χάθηκαν, και η γη πέρασε σε ξένα χέρια. Ο αλαζόνας νέος έμεινε φτωχός και άκληρος, δίχως δουλειά, δίχως στον ήλιο μοίρα. Απελπισμένος, πήγε ξανά στον Κυριάκο, ελπίζοντας σε συγχώρεση ή έστω βοήθεια.

Μα ήταν πια αργά. Ο Κυριάκος τον κοίταξε χωρίς θυμό, αλλά και χωρίς ίχνος ζεστασιάς, και του είπε μόνο μία λέξη:

-«Ντροπή».

Ύστερα απέστρεψε το πρόσωπο αλλού, θέλοντας να κρατήσει μακριά τη μιζέρια, την κακή αύρα και τη δηλητηριώδη γλώσσα του.

Και ο ανόητος ξάδερφος έμεινε μόνος με τα λεφτά χαμένα και τη συνείδηση άδεια, ίσως συνειδητοποιώντας πως ο αληθινός πλούτος ήταν αυτό που ποτέ δεν είχε εκτιμήσει: η τιμή και η ευγνωμοσύνη. 

Της ανδρειάς ο δρόμος είναι στενός

Ο Κόκος, άνδρας αντρειωμένος και βαρύς αγωνιστής της ΕΟΚΑ από τα παιδικά του χρόνια, βάδιζε πάντα με έναν αέρα που δεν σήκωνε αμφισβήτηση. Ήταν ξακουστός σε όλη την Κύπρο για την εξυπνάδα και την τόλμη του, για τα χέρια του που δεν έτρεμαν και την καρδιά του που ποτέ δεν λύγιζε. Όταν η πατρίδα ανάκτησε την ανεξαρτησία της, ήταν από τους πρώτους που κάλεσαν στην Εθνική Φρουρά. Αξιωματικός πια, τίμιος και αφοσιωμένος, στολισμένος με τις ουλές της νιότης και της μάχης.

Μα δεν ήταν άνθρωπος του ενός δρόμου. Με το αίμα του τυχοδιώκτη και του ανήσυχου χαρακτήρα, μπήκε σε δουλειές πολλές, όλες επικερδείς, όλες φτιαγμένες για άντρες που τολμούν. Τα χρήματα έρεαν, οι πόρτες άνοιγαν, και το όνομά του μεγάλωνε όπως μεγαλώνει η φήμη του λιονταριού στο βουνό.

Κι όμως, ο δυνατός Κόκος είχε και εκείνος την τρωτή του φλέβα, τις γυναίκες. Ερωτιάρης από τα γεννοφάσκια του, ποτέ δεν έμεινε χωρίς παρέα, ποτέ χωρίς θαυμασμό. Κι όμως, ήταν στα γεράματα που τον βρήκε το μεγάλο κακό. Ένας έρωτας απρόσμενος, παράλογος, ύπουλος. Μια μικρή γυναίκα της νύχτας και της διασκέδασης, όμορφη σαν παραμύθι και καταστροφική σαν καταιγίδα. Τον τύλιξε, τον άναψε, τον κρέμασε στα δίχτυα της.

Για χάρη της, άρχισε να δανείζεται. Πρώτα λογικά, μετά παράλογα. Και στο τέλος… στους τοκογλύφους.

Ο ανιψιός του, ο Κυριάκος, είδε όλη την πορεία. Την άνοδο, την κορυφή, την πτώση. Τον αγαπούσε, έκανε παρέα μαζί του, τον συμβούλευε όσο μπορούσε. Μα ο Κόκος δεν άκουγε κανέναν. Έβαλε στο μυαλό του να χτίσει μπουζουξίδικο, δώρο στην κοπέλα, μιας και είχε αδυναμία στη διασκέδαση και στους ήχους της νύχτας.

Και τότε απευθύνθηκε στον πιο μεγάλο τοκογλύφο της Κύπρου: τον Φανερωμένο.

Ο Φανερωμένος ήταν όνομα που έφερνε ρίγος. Επιχειρηματίας της νύχτας, γκάγκστερ με λόγο βαρύ και χέρια ξένα από οίκτο. Τυχερά παιχνίδια, νυχτερινά κέντρα, ύποπτες συναλλαγές· και πάνω απ’ όλα, τοκογλυφία. Είχε μπράβους σκληρούς, που στην πρώτη επίσκεψη μιλούσαν ευγενικά, μα με μάτια που έσφαζαν. Και κανείς, ποτέ, δεν ήθελε να φτάσει στη δεύτερη επίσκεψη.

Ένα απόγευμα ο Κόκος έλαβε τηλεφώνημα:

«Να μας περιμένεις. Θα περάσουμε.»

Ήξερε. Ήξερε πως δεν υπήρχε άλλο περιθώριο, ούτε σωτηρία. Μα ήξερε επίσης πως δεν είχε να δώσει.

Ήταν πια γέρος, μα είχε ακόμα μέσα του το ατσάλι της ΕΟΚΑ. Στάθηκε στην αυλή του όταν το μεγάλο μαύρο αυτοκίνητο έφτασε. Τα πρωτοπαλίκαρα κατέβηκαν, κι εκείνος τους υποδέχτηκε σαν να υποδέχεται φίλους. Τους πέρασε στο γραφείο του, τους κέρασε καφέ, τον έψησε ο ίδιος με χέρι σταθερό.

Κάθισε στο γραφείο του. Άνοιξε το συρτάρι όπως ανοίγει κανείς για να πάρει χαρτί. Μα αντί για χαρτί, έβγαλε ένα πιστόλι και το ακούμπησε μπροστά του, ήσυχα, χωρίς πρόθεση απειλής.

Με ήρεμη φωνή είπε:

-Πείτε του μάστρου σας πως δεν μπορώ να πληρώσω. Και ας αποφασίσει αυτός τι θα γίνει.

Οι γκάγκστερ τον άκουσαν. Με μια περίεργη ευγένεια, σχεδόν σεβασμό. Υποσχέθηκαν πως θα μεταφέρουν τα λόγια του.

Την άλλη μέρα χτύπησε το τηλέφωνο.

Ο ίδιος ο Φανερωμένος.

Κανείς δεν ξέρει ακριβώς τι ειπώθηκε σε εκείνη την συνομιλία. Μα από τότε, οι δύο άνδρες έγιναν φίλοι.

Φίλοι παράξενοι, φίλοι της ζωής και του θανάτου. Και ο Κόκος έλαβε χρόνο, χρόνο να ξελασπώσει, να συνέλθει, να πληρώσει.

Γιατί ακόμη και στον πιο σκληρό κόσμο, η αντρειά έχει τη δική της γλώσσα. Κι οι άντρες που ξέρουν να τη μιλούν, αναγνωρίζονται μεταξύ τους χωρίς πολλά λόγια.

Το μόνο που ζήτησε

Ο Γιώργος και ο Θέμης ήταν δίδυμα αδέρφια. Συμμαθητές του Κυριάκου στο γυμνάσιο, παιδιά της ίδιας εποχής, της ίδιας φτώχειας και των ίδιων ονείρων. Μετά το σχολείο και τον στρατό, οι δρόμοι τους χώρισαν. Χάθηκαν μέσα στα χρόνια, στις ξενιτιές και στις σιωπές που μεγαλώνουν όσο περνά ο καιρός.
Έτσι, εκείνη τη μέρα, ο Κυριάκος ένιωσε μια απρόσμενη ζεστασιά όταν τους είδε να μπαίνουν στο μαγαζί του. Στάθηκαν για λίγο στο κατώφλι, σαν να δίσταζαν να περάσουν το όριο του παρελθόντος.
Γκρίζα μαλλιά, πρόσωπα χαραγμένα από τον χρόνο, ντυμένοι με ακριβά ρούχα. Αντανακλούσαν επιτυχία και πρόοδο.

Με χαρά τους προσκάλεσε και τους έδωκε καρέκλες να καθίσουν.

Έπιασαν την κουβέντα και οι αναμνήσεις άρχισαν να ξεδιπλώνονται αργά, σαν παλιό υφαντό.
Θυμήθηκαν τα σχολικά χρόνια, τους αυστηρούς δασκάλους, και ιδίως εκείνους τους λίγους που είχαν χάρισμα και κατάφερναν να εμφυτεύουν τη γνώση στις ψυχές των παιδιών.

Και όπως συχνά συμβαίνει στις ανθρώπινες σχέσεις, η κουβέντα στράφηκε περισσότερο στα δύσκολα. Στα περιστατικά που τους σημάδεψαν. Στα χρόνια που οι μαθητές πλήρωναν δίδακτρα για να φοιτήσουν στο γυμνάσιο και που, γι’ αυτόν τον λόγο, πολλοί έμεναν αγράμματοι.
Ο Κυριάκος θυμήθηκε τον εαυτό του μικρό παιδί να κοκκολογά τεράτσια. Κάθε τέλος Αυγούστου, μετά τη συκομιδή, με μια μακριά βάκλα ή σκαρφαλώνοντας στα δέντρα, μάζευε ένα ένα τα τεράτσια που είχαν απομείνει αραιά στα ξώκλωνα. Δουλειά επίπονη και κουραστική, που έπρεπε να γίνει γρήγορα, πριν προλάβουν άλλοι. Ήταν ο μόνος τρόπος να μαζέψει τα χρήματα για να πληρώσει τα δίδακτρα. Τότε, ως τα τέλη της δεκαετίας του ’60, οι μαθητές πλήρωναν για να αποκτήσουν τη λεγόμενη «γυμνασιακή μόρφωση», που διαρκούσε έξι χρόνια.

Και τα αδέρφια, όμως, είχαν περάσει δύσκολα. Θυμήθηκαν τη χρονιά που ο γυμνασιάρχης τους απέβαλε επειδή δεν είχαν να πληρώσουν. Με συγκίνηση αφηγήθηκαν πώς, εκείνη τη μέρα, ο κόσμος γύρω τους αναποδογύρισε και η απελπισία τους κυρίευσε. Ήταν παιδιά της υπαίθρου, φτωχά και άκληρα, με γονείς που μετά βίας τα έτρεφαν και τα έντυναν, πόσο μάλλον να τα μορφώσουν.

Κι όμως, τότε συνέβη κάτι που δεν ξέχασαν ποτέ, ένα θαύμα. Ένας καθηγητής, βλέποντας την όρεξή τους για μάθηση, δεν επέτρεψε να γίνει το άδικο. Πλήρωσε ο ίδιος τα δίδακτρα και τα αδέρφια μπόρεσαν να συνεχίσουν τις σπουδές τους.

Τα χρόνια πέρασαν. Ξενιτεύτηκαν. Ο ένας σπούδασε και έγινε μεγάλος και ξακουστός επιστήμονας. Ο άλλος έγινε σπουδαίος επιχειρηματίας στο μακρινό Βανκούβερ. Και όταν ένιωσαν πως είχαν αποκτήσει περισσότερο πλούτο απ’ όσο επιθυμούσαν, αποφάσισαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους.

Επένδυσαν στην τουριστική βιομηχανία. Έχτισαν το πρώτο ξενοδοχείο, το δεύτερο, το τρίτο. Όμως αυτό που έμεινε πιο βαθιά χαραγμένο στη ψυχή τους, όπως είπαν στον Κυριάκο, ήταν μια στιγμή από το πρώτο ξενοδοχείο, την ώρα που προσλάμβαναν προσωπικό.
Ένα νεαρό παιδί παρουσιάστηκε για δουλειά. Το επώνυμό του ήταν Πετράκης.

«Πετράκης;» αναφώνησαν σχεδόν μαζί.

«Ο καθηγητής Πετράκης… τι σου είναι;»

«Παππούς μου», απάντησε το παιδί.
Οι αναμνήσεις γύρισαν πίσω ορμητικές. Ήταν εκείνος. Ο άνθρωπος που τους είχε βοηθήσει, που είχε πληρώσει τα δίδακτρά τους.

Ο Πετράκης ζούσε ακόμη. Τον συνάντησαν. Η συνάντηση ήταν γεμάτη συγκίνηση, δάκρυα και σιωπές. Όταν τον ρώτησαν πώς θα μπορούσαν να του ανταποδώσουν όσα είχε κάνει, εκείνος χαμογέλασε ήρεμα.
«Τίποτα δεν θέλω», είπε.

«Μόνο να προσέχετε τον εγγονό μου».

Και τότε κατάλαβαν πως τα μεγαλύτερα χρέη δεν ξεπληρώνονται ποτέ. Απλώς συνεχίζονται, για να υπενθυμίζουν πως κάποτε υπάρχει ανθρωπιά.  

Ο πιο καλός λογαριασμός  

Πολλές φορές, καθισμένος στο καφενείο μόνος, απολαμβάνοντας τον καφέ του, ο Κυριάκος έστρεφε πίσω τη μνήμη και αναλογιζόταν τα περασμένα∙ τα εύκολα και τα δύσκολα. Τους δύσκολους πελάτες, τη δυσκολία του εμπορίου, το απαιτητικό τραπεζικό σύστημα.

Στη δεκαετία του ’80 οι τράπεζες έμοιαζαν με μικρούς ναούς. Μαρμάρινα γραφεία, καλογυαλισμένα παπούτσια, βλέμματα που ζύγιζαν τον άνθρωπο πριν ακόμη ζυγίσουν τα λεφτά του. Για να πάρει κανείς δάνειο δεν έφταναν οι αιτήσεις και οι υπογραφές. Έπρεπε να αποδείξει πως είναι άξιος να τον εμπιστευτούν. Να ’χει δουλειά σταθερή, όνομα καθαρό, εισόδημα που να αντέχει μια δόση που δεν επιτρεπόταν να ξεπερνά το ένα τρίτο του μισθού. Οι τραπεζικοί υπάλληλοι σε κοιτούσαν σαν να ήξεραν περισσότερα απ’ όσα έλεγες. Άκουγαν τη φωνή σου, παρατηρούσαν πώς κρατούσες το στυλό, αν ίδρωναν τα χέρια σου. Κάθε αίτηση ήταν μια μικρή δοκιμασία χαρακτήρα.

Ο Κυριάκος, όμως, δεν είχε πατήσει ποτέ το πόδι του σε τέτοιο ναό. Ως το 1985, ζούσε και ανέπνεε μέσα στο φθαρτεμπόριο, πλάι στον πατέρα του. Οι συναλλαγές περνούσαν όλες από τον λογαριασμό του πατέρα του, και του αρκούσε. Όταν όμως εκείνος πέθανε, το κενό δεν ήταν μόνο συναισθηματικό. Ήταν και πρακτικό. Για πρώτη φορά έπρεπε να σταθεί μόνος του απέναντι στην τραπεζική γραφειοκρατία.

Με τη σιγουριά του ανθρώπου που έχει καλό όνομα στο παζάρι, ξεκίνησε από το Συνεργατικό της Χλώρακας. Το κτίριο χαμηλό, γνωστό, σχεδόν φιλικό. Ο γραμματέας χωριανός του, άνθρωπος που είχε δει τον Κυριάκο να μεγαλώνει. Ο Κυριάκος μπήκε με βήμα σίγουρο, σχεδόν χαμογελαστό.

Μα η απάντηση έπεσε σαν κουβάς κρύο νερό.

-Το όριο μας είναι μέχρι χίλιες λίρες, Κυριάκο, του είπε ο γραμματέας, με βλέμμα ένοχο.

Ο Κυριάκος άνοιξε τα μάτια διάπλατα.

-Τόσα λίγα; Μα αυτά φτάνουν μόνο για μια νύχτα στα μπουζούκια!

Το είπε μισοαστεία, μισοσοβαρά, μα η πίκρα τον τσίμπησε. Χίλιες λίρες για κάποιον που ξεφόρτωνε τόνους φρούτων την εβδομάδα ήταν σχεδόν προσβολή.

Έτσι δοκίμασε την Ελληνική Τράπεζα. Το κτίριο της πόλης ήταν ψυχρό, με μεγάλες γυάλινες πόρτες που άνοιγαν σαν να σε κατάπιναν. Ζήτησε τρεχούμενο δέκα χιλιάδων λιρών. Ήταν λογικό ποσό για τις ανάγκες του.

Αλλά οι υπάλληλοι ήταν αλλιώτικοι. Ρωτούσαν, ξαναρωτούσαν, ξεφύλλιζαν χαρτιά, έγραφαν σημειώσεις με ένα βλέμμα που έμοιαζε με ανάκριση τρίτου βαθμού. Ο Κυριάκος ένιωσε σαν να δικάζεται για την ίδια του την επιτυχία. Και περιμένοντας την απάντηση, αναρωτιόταν με αγανάκτηση:

-Αν δυσκολεύουν τόσο εμένα, που οι δουλειές μου πάνε καλά, τι γίνεται με όσους ξεκινούν τώρα; Πώς να στεριώσουν νέοι έμποροι;

Η μέρα έγερνε, και η σκέψη του βάραινε. Μα ένα πρωινό, ενώ έπινε καφέ στις αποθήκες του, το τηλέφωνο χτύπησε.

-Κυριάκο, είμαι ο Τσαππής.

Η φωνή γνώριμη, ζεστή. Ο διευθυντής της Κεντρικής Συνεργατικής Τράπεζας Πάφου. Άνθρωπος που είχε δικούς του αμπελώνες και είχε συνεργαστεί με τον ίδιο και με τον πατέρα του, πριν φύγει από τη ζωή.

-Άκουσα ότι ψάχνεις να ανοίξεις λογαριασμό. Για σένα, που ξέρω καλά ποιος είσαι και τι δουλειές κάνεις, σου δίνω δέκα χιλιάδες. Αν θέλεις, ξεκινάμε άμεσα.

Ήταν μια προσφορά τίμια, ανθρώπινη, σχεδόν φιλική. Και ο Κυριάκος την τίμησε. Ξεκίνησε μια συνεργασία που κράτησε χρόνια. Ο Τσαππής τον εμπιστευόταν και του επέτρεπε μεγάλα παρατραβήγματα, και ο Κυριάκος τα αποκαθιστούσε πάντα χωρίς καθυστέρηση. Με σκληρή δουλειά και ατελείωτα ξενύχτια, το φθαρτεμπόριό του δυνάμωνε. Ήταν ένας καλός έμπορος μικρού βεληνεκούς, μα επιτυχημένος. Ό,τι είχε, το κέρδισε με τον ιδρώτα του.

Κι ύστερα, μια μέρα σαν όλες τις άλλες, συνέβη το αναπάντεχο.

Τρία ημιφορτηγά σταμάτησαν έξω από τις αποθήκες του, φορτωμένα ως πάνω με μήλα που μοσχοβολούσαν. Πίσω τους, μια κούρσα πολυτελείας, από αυτές που βλέπεις μόνο στις βιτρίνες. Ο Κυριάκος βγήκε σαστισμένος, σκουπίζοντας τα χέρια του στο παντελόνι.

Από την κούρσα κατέβηκε ένας άνδρας κομψός, ντυμένος στην τρίχα, με κίνηση σίγουρη, σχεδόν τελετουργική. Πλησίασε τον Κυριάκο με το χέρι απλωμένο.

-Κυριάκο, είμαι ο Γαλανός, ο διευθυντής της Ελληνικής Τράπεζας.

Ο Κυριάκος έμεινε άφωνος. Τον ήξερε φυσικά. Ανιψιός του Μακαρίου, ένας από τους ισχυρότερους τραπεζικούς παράγοντες στη χώρα. Ένας άνθρωπος που συνήθως δεν κατέβαινε ούτε στο ισόγειο του κεντρικού κτιρίου, και τώρα στεκόταν μπροστά του, μέσα στη σκόνη μιας αποθήκης φορτωμένης καφάσια.

-Άκουσα για την πρόοδό σου, συνέχισε ο Γαλανός.
-Και ήρθα προσωπικά να σου προτείνω συνεργασία.

Για γνωριμία σού έφερα από τα περβόλια μου αυτά τα τρία φορτηγά με μήλα. Η τράπεζά μας θα σου παραχωρήσει όσα δάνεια χρειαστείς. Απεριόριστα.

Η καρδιά του Κυριάκου χτύπησε γρήγορα. Μια τέτοια πρόταση δεν την αρνιέσαι. Σκέφτηκε τον Τσαππή, τον τίμιο φίλο που τον βοήθησε όταν κανείς δεν τον βοηθούσε. Μα η πραγματικότητα ήταν αδυσώπητη. Tα χρήματα που του άνοιγε η Ελληνική Τράπεζα ήταν πολλά, ίσως η ευκαιρία της ζωής του.

Και έτσι άρχισε η μεγάλη του άνοδος.

Με απεριόριστο ρευστό στα χέρια, άνοιξε καινούριες γραμμές εμπορίου, επεκτάθηκε σε πόλεις και χωριά, γέμισε τις αποθήκες και τα ψυγεία  του με προϊόντα που άλλαζαν με τις εποχές. Αγόρασε γη, έκτισε, επένδυσε. Τα κέρδη έτρεχαν σαν νερό σε ποταμό χειμωνιάτικο.

Μα δεν ξέχασε ποτέ από πού ξεκίνησε.

Και κάπως έτσι, στα πενήντα πέντε του, την ώρα που άλλοι κυνηγούσαν ακόμη το χρήμα, εκείνος αποφάσισε κάτι αλλιώτικο. Παράτησε τις επιχειρήσεις, παρέδωσε τις αποθήκες, έκλεισε τους λογαριασμούς.

Είχε πια αρκετά για να ζήσει ήρεμα.

Και γύρισε σε εκείνο που αγαπούσε από παιδί, τα γράμματα.

Στο γραφείο του, όπου άλλοτε έκανε λογαριασμούς και υπολογισμούς, απλώθηκαν τώρα τετράδια, μολύβια και βιβλία. Τα πρωινά μύριζαν καφέ και μελάνι, όχι μήλα και ροδάκινα. Και ο Κυριάκος, που μια ζωή μετρούσε κιλά και κέρδη, άρχισε να μετρά ιστορίες.

Και ίσως, ποιος ξέρει, να βρήκε τελικά τον πιο αληθινό λογαριασμό της ζωής του, τα γράμματα.

 

Ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας

Ποτέ δεν ξέρει ο άνθρωπος ποιον έχει δίπλα του γείτονα, αν δεν κάνει αλισβερίσι μαζί του. Μια καλημέρα κι ένα καλησπέρα είναι λόγια της συνήθειας. Δεν φτάνουν για να γνωρίσεις την ψυχή του. Υπάρχουν άνθρωποι που φαίνονται ήσυχοι και ευγενικοί, που τους περνάς για καλοκάγαθους. Μα όσο περνά ο καιρός, αρχίζεις να καταλαβαίνεις πως η ησυχία δεν είναι πάντα αθωότητα. Καμιά φορά είναι απλώς τρόπος να κρύβονται πράγματα.

Ένας τέτοιος άνθρωπος ήρθε κάποτε από τη Χώρα και νοίκιασε ένα σπίτι δίπλα στις αποθήκες του Κυριάκου. Από την πρώτη μέρα κρατούσε χαμηλούς τόνους. Ευγενικός, μαζεμένος, χαιρετούσε πάντα πρώτος, με ένα χαμόγελο μετρημένο, σχεδόν υπολογισμένο. Αντάλλασσε δυο τυπικές κουβέντες και τραβούσε τον δρόμο του, σαν να μην ήθελε να ειπωθεί τίποτε παραπάνω.

Ήταν από εκείνους τους γείτονες που σχεδόν δεν τους πρόσεχες. Περπατούσε αθόρυβα, τόσο που καμιά φορά εμφανιζόταν ξαφνικά μπροστά σου. Το βλέμμα του συνήθως χαμηλωμένο, μα όταν σήκωνε τα μάτια, σε κοιτούσε για μια στιγμή περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν. Χαιρετούσε πάντα ήρεμα, χωρίς βιασύνη, σαν άνθρωπος που είχε όλο τον χρόνο δικό του.

Το σπίτι του ήταν πάντα τακτοποιημένο και υπερβολικά ήσυχο. Δεν ακουγόταν μουσική, δεν ακουγόταν γέλιο. Τα φώτα άναβαν και έσβηναν την ίδια ώρα κάθε βράδυ, με μια ακρίβεια που άρχισε σιγά σιγά να φαίνεται παράξενη. Κι όμως, καμιά φορά, αργά τη νύχτα, μια σκιά περνούσε πίσω από τις κουρτίνες.

Ο Κυριάκος, όποτε συσκεύαζε μπανάνες στα ψυγεία και τον έβλεπε να περνά, του έδινε μια φούτσα. Εκείνος τις έπαιρνε, έλεγε ένα λιτό «ευχαριστώ» και έφευγε. Έτσι απλά. Αυτό συνεχίστηκε για καιρό, σαν άγραφη συμφωνία καλής γειτονίας.

Ώσπου μια μέρα χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν από την αστυνομία. Του είπαν πως οι κομπρεσόροι των ψυγείων του έκαναν θόρυβο και ενοχλούσαν τους γείτονες. Ο Κυριάκος παραξενεύτηκε. Οι κομπρεσόροι ήταν κλειστού τύπου, καλοσυντηρημένοι, και τόσα χρόνια κανείς δεν είχε παραπονεθεί.

Το μυαλό του πήγε ασυναίσθητα στον γείτονα. Μα το απέκλεισε. Δεν του ταίριαζε. Έδειχνε καλός άνθρωπος. Έδειχνε τίμιος.

Ακολούθησαν ανώνυμες καταγγελίες και τυπικοί έλεγχοι από τις αρχές. Πάντα χωρίς αποτέλεσμα. Τίποτα δεν μπορούσε να στοιχειοθετηθεί. Κι όμως, οι παρατηρήσεις συνεχίζονταν. Ψυχρές, επίμονες, ενοχλητικές. Η ανησυχία άρχισε να φωλιάζει μέσα του.

Ώσπου μια μέρα ήρθε η κλήση για δικαστήριο.

Η καταγγελία αυτή τη φορά ήταν γραπτή. Επώνυμη. Το όνομα που διάβασε τον πάγωσε. Ήταν ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας.

Όταν ο Κυριάκος διάβασε το όνομα στην καταγγελία, κάτι μέσα του έσπασε. Δεν ήταν θυμός μόνο. Ήταν προδοσία. Όλα εκείνα τα «καλημέρα», οι μπανάνες, τα ήσυχα περάσματα από την αυλή, γύρισαν στο μυαλό του σαν κοροϊδία.

Την ίδια μέρα, μόλις τον είδε να περνά έξω από τις αποθήκες, δεν σκέφτηκε. Βγήκε απότομα μπροστά του, τον άρπαξε από το γιακά και, πριν προλάβει ο άλλος να μιλήσει, τον έσυρε μέσα.

Η πόρτα έκλεισε βαριά πίσω τους.

«Εσύ. Εσύ το ’κανες», του είπε με φωνή που δεν σήκωνε κουβέντα.

Ο γείτονας άρχισε να τρέμει. Το πρόσωπό του άσπρισε.
«Κυριάκο… κάνεις λάθος…» ψέλλισε.

«Λάθος είναι να με περνάς για χαζό», φώναξε εκείνος και τον κόλλησε στον τοίχο. «Το όνομά σου είναι γραμμένο. Μελάνι. Όχι ψίθυροι».

Ο άλλος δεν τον κοίταζε πια στα μάτια. Το βλέμμα του έπεφτε κάτω, τα χέρια του έτρεμαν.

«Δεν ήθελα να φτάσει εδώ, απλώς με ενοχλούσε…»
«Τι σε ενοχλούσε;»

Σιωπή.
«Πες το!»

«Ο θόρυβος…» είπε χαμηλά, χωρίς να πείθει ούτε τον εαυτό του.

Ο Κυριάκος γέλασε πικρά.

«Θόρυβος; Ή η ζωή μου που δούλευε κι η δική σου που δεν κουνιόταν;»

Τότε ο γείτονας λύγισε. Τα γόνατά του λύθηκαν, η φωνή του έγινε σχεδόν ικετευτική.

«Σε παρακαλώ… θα την πάρω πίσω… ό,τι θέλεις».

Ο Κυριάκος τον άφησε απότομα.

«Θα γράψεις. Και θα υπογράψεις. Και μετά θα εξαφανιστείς από τη ζωή μου.»

Έγραψαν την επιστολή. Ο γείτονας υπέγραφε με χέρι που έτρεμε, σαν παιδί που πιάστηκε επ’ αυτοφώρω. Ο Κυριάκος πήρε το χαρτί χωρίς άλλη λέξη.

Την κατέθεσε στις αρμόδιες αρχές και η υπόθεση έκλεισε.

Αργότερα, μόνος πια, κατάλαβε.

Ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας δεν ήταν γενναίος.
Ήταν δειλός.

Και η δειλία, όταν δεν βρίσκει φωνή, βρίσκει χαρτί.

Και προσπαθώντας να αναλύσει την ψυχοσύνθεση του, κατάλαβε πως δεν ήταν ούτε αδικημένος ούτε φοβισμένος. Ήταν απλώς από εκείνους που δεν αντέχουν τη ζωή των άλλων. Που ενοχλούνται όχι από τον θόρυβο, αλλά από την κίνηση, τη δουλειά, την ύπαρξη.

Και ο Κυριάκος έμαθε κάτι που δεν σου λέει κανείς: ο πιο επικίνδυνος γείτονας δεν είναι ο φωνακλάς ούτε ο κακότροπος. Είναι εκείνος που χαμογελά, σωπαίνει, και γράφει καταγγελίες.

 

Το κάρμα

Στη ζωή του Κυριάκου, τα γεγονότα ακολουθούσαν έναν ανεξήγητο, σχεδόν μαγικό ρυθμό. Όσα καλά έκανε, του επέστρεφαν, και κάθε κακό που του έκαναν άλλοι, τελικά γύριζε εναντίον τους. Δεν ήταν άνθρωπος δογματικός, ούτε υπερβολικά θρησκευόμενος, αλλά πίστευε πως ο Θεός τον αγαπούσε και τον προστάτευε, πως οι δυνάμεις της φύσης ανταποκρίνονταν στις πράξεις του.

Έτσι, πλουσιοπάροχα, σκόρπιζε την αγάπη του και τη βοήθεια του σε όσους μπορούσε. Δεν υπολόγιζε αν η βοήθειά του θα του επέστρεφε σε χρήμα ή χάρη, πίστευε πως ό,τι σπέρνει ο άνθρωπος, αυτό θερίσει. Και η ζωή φαινόταν να τον δικαιώνει.

Στην αρχή, όταν ήταν νέος και λογικός, δεν πίστευε σε θαύματα ή σε ανεξήγητα φαινόμενα. Το κάρμα του φαινόταν μύθος. Και όμως, η εμπειρία του τον έκανε να αλλάξει γνώμη. Τα περιστατικά που συνέβαιναν ήταν τόσο απίθανα, που δεν μπορούσε να τα αγνοήσει.

Θυμόταν όταν έδωσε από το υστέρημά του μια λίρα για τα φάρμακα μιας άρρωστης γυναίκας. Και όταν πέρασαν χρόνια, βρέθηκε ο γιος της υπεύθυνος σε ένα υπουργείο. Του προσέφερε μια σύμβαση για να τροφοδοτεί τον στρατό με κρεμμύδια, που του απέφερε χιλιάδες λίρες. Εκεί κατάλαβε πως η καλοσύνη επιστρέφει, έστω και με απροσδόκητο τρόπο.

Θυμόταν τη φορά, που μια ενοικιάστρια του που δεν πλήρωνε και τον εκβίαζε με ασέβεια, όταν όταν έβαλε τον ανηψιό της να προκαλεί με άσεμνες χειρονομίες τη σύζηγο του νομίζοντας ότι θα κέρδιζαν, τελικά τιμωρήθηκαν. Τα δάχτυλά του κόπηκαν από έκρηξη κροτίδας, σαν να είχε επέμβει μια δίκαιη δύναμη από ψηλά.

Και ήταν και τα μικρά καθημερινά θαύματα. Όταν μια μέρα έσκασε το λάστιχο του φορτηγού και καθυστέρησε να πάει στο παζάρι, φοβούμενος πως τα προϊόντα του θα έμεναν απούλητα, έφτασε και βρήκε το παζάρι άδειο. Οι άλλοι είχαν ήδη πουλήσει τα αγαθά τους και υπήρχε έλλειψη. Έτσι, κατάφερε να πουλήσει τα δικά του σε πολύ υψηλότερες τιμές, σαν να τον είχε προστατεύσει κάποιο αόρατο χέρι.

Ακόμη και όταν ήρθε αντιμέτωπος με την αδικία των ανθρώπων, η ζωή φρόντιζε να επαναφέρει την ισορροπία. Όταν γυναίκα υπό την επήρεια ποτού είπε άσχημα λόγια για τη μητέρα του και την τιμώρησε, εντούτοις η αστυνομία, αντί να τον συλλάβει, συνέλαβε εκείνην όταν ανακάλυψε πως ήταν μέλος συμμορίας.

Όλα αυτά τα γεγονότα τον έκαναν να πιστέψει στο κάρμα, σε μια δύναμη που επιβραβεύει το καλό και τιμωρεί το κακό. Και καθώς περνούσαν τα χρόνια, η πίστη του αυτή δεν ήταν πια θέμα δόγματος, ήταν βίωμα, προσωπική του εμπειρία. Πίστευε πως ο Θεός και οι δυνάμεις της φύσης παρακολουθούν, και πως η ζωή ανταμείβει την αγάπη, την καλοσύνη και την εντιμότητα. Κάθε του πράξη γινόταν με επίγνωση. Έδινε καλοσύνη χωρίς δεύτερη σκέψη, και στο τέλος, όπως πάντα, το κάρμα έκανε τη δουλειά του. Και έτσι πορευόταν στη ζωή, με καρδιά ελαφριά, μάτια που θαύμαζαν τα ανεξήγητα, και ψυχή που ένιωθε βαθιά την παρουσία της θείας δικαιοσύνης σε κάθε στιγμή της ζωής του.

 

Τα άδικα ούκ ευλογούνται

Ήταν τότε, στα χρόνια της δεκαετίας του ’90, όταν ο τόπος άλλαζε μορφή με ρυθμούς που ξάφνιαζαν ακόμη και εκείνους που τον κατοικούσαν μια ζωή. Η οικονομία φούσκωνε σαν ώριμο στάχυ, και ο αέρας μύριζε ανάπτυξη. Πρώτα στις καλλιέργειες, ύστερα στα κτίσματα που φύτρωναν πάνω στη γη. Ένας εργολάβος με λίγο θάρρος, λίγο δάνειο και λίγη τύχη, μπορούσε μέσα σε μια νύχτα να γίνει ντεβέλοπερ ή κτηματομεσίτης. Και ήταν πολλοί που το τόλμησαν.

Η Κύπρος ζεστή και γλυκιά, με το μεσογειακό της κλίμα, τραβούσε τους Άγγλους συνταξιούχους σαν τις μέλισσες στο θυμάρι. Αγόραζαν ταπεινά σπίτια με αυλές γεμάτες κληματαριές και λεμονανθούς, σε χωριά ήσυχα, αραιοκατοικημένα, που ευωδίαζαν ακόμη από τον απλό ρυθμό της αγροτικής ζωής. Μακριά από τις πόλεις, εκεί όπου η φύση έμενε αγνή και παρθένα, έσμιγε ο άνθρωπος με τη γη, και όποιος πρωτοερχόταν έβρισκε μια ηρεμία σχεδόν λησμονημένη. Και αφού τα παλιά σπίτια πωλούνταν, οι άνθρωποι έκτιζαν καινούργια.

Μα όπου ανθίζει ο πλούτος, ανθίζουν και οι σκιές του. Και όπως σε κάθε τόπο που αρχίζει να ευημερεί, έτσι και εδώ, τα κέντρα διασκεδάσεως άρχισαν να πολλαπλασιάζονται σαν νυχτερινά μανιτάρια. Στην Πάφο ιδιαίτερα, συνέβη κάτι παράδοξο: μέσα σε λίγα χρόνια, ξεφύτρωσαν καμπαρέ, είκοσι τρία τον αριθμό, αριθμός συσανάλογος με τον οληθισμό, και όλα τους έσφυζαν από ζωή, σαν να τα οδηγούσε αόρατη χρυσή ροή.

Νεόπλουτοι θαμώνες, με τσέπες βαριές κι επιθυμίες ακόμα βαρύτερες, σύχναζαν εκεί και ξόδευαν αλόγιστα, λες και ήθελαν να ξεπλύνουν με χρήμα τα χρόνια της φτώχειας που τους έπνιγαν προηγουμένως. Η καταπιεσμένη λίμπιντος μιας ολόκληρης εποχής, είχε βρει τον δρόμο της, και ο δρόμος αυτός άστραφτε κάτω από χορούς, φώτα και τη γλυκόπικρη μυρωδιά μιας ευημερίας που δεν προμήνυε καλό.

Τα μουσικοχορευτικά κέντρα που ονόμαζαν «μπουζουκσίδικα» δεν είχαν τίποτε το κομψό, όσο και αν προσπαθούσαν να το κρύψουν πίσω από φωτισμούς, αφίσες και μεγαλοστομίες. Ήταν καθαρά σκυλάδικα, με καλλιτέχνιδες πονηρές και σβέλτες, γυναίκες που ήξεραν καλά την τέχνη του να κάνουν τον πελάτη να πιστεύει πως εκείνες οι στιγμές ήταν κάτι μοναδικό. Και όμως, παρά την αμφίβολη φήμη τους, έσφυζαν από ζωή.

Ένα Σαββάτο βράδυ, ο Κυριάκος, άνθρωπος ήρεμος, όχι συχνός θαμώνας τέτοιων μαγαζιών, δέχτηκε να ακολουθήσει την παρέα του στο «Λυκαβητό», το πιο φημισμένο μπουζουκσίδικο της Πάφου. Στην αρχή εντυπωσιάστηκε από τις καλοφωνάρισσες τραγουδίστριες. Για μια στιγμή πίστεψε πως το μαγαζί αυτό ίσως είχε κάτι το ιδιαίτερο, κάτι αληθινό. Μα γρήγορα η αυταπάτη έσβησε. Μία-μία οι τραγουδίστριες άρχισαν να εμφανίζονται στο τραπέζι τους, να κάθονται δίχως να ρωτήσουν, να παραγγέλνουν ποτά και σαμπάνιες με άνεση που δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Ο Κυριάκος κατάλαβε τότε πως πίσω από τα φώτα και τα χαμόγελα κρυβόταν το ίδιο γνώριμο σκηνικό: ένα σκυλάδικο καμουφλαρισμένο, τίποτε παραπάνω.

Κάποια στιγμή κάθισε δίπλα του μια κοπέλα καλοντυμένη, φαινομενικά πιο «καθώς πρέπει» από τις άλλες.
-Με λένε Ελένη, συστήθηκε, απλώνοντας το χέρι της με τρόπο φυσικό, σχεδόν αφοπλιστικό.

Η μουσική στη διαπασών τους ανάγκασε να σκύβουν ο ένας στ’ αυτί του άλλου για να ακουστούν. Αυτή η κοντινή απόσταση, η ζεστασιά της ανάσας, οι φευγαλέες ματιές, άναψαν κάτι μέσα στον Κυριάκο, μια αίσθηση διαφορετική, αλλά καθόλου δυσάρεστη. Της κέρασε ποτά, και από κουβέντα σε κουβέντα, από ποτό σε ποτό, χωρίς καλά-καλά να το καταλάβουν, ξημέρωσε.

Ο λογαριασμός ήταν βαρύς, μα τον Κυριάκο δεν τον πείραξε. Η νύχτα του είχε κυλήσει όμορφα, και την Ελένη δεν την ένιωσε να τον εκμεταλλεύεται. Στις ώρες που κουβέντιασαν, ανακάλυψε μια κοπέλα με πραγματική φωνή, με σεμνότητα, με κάτι από εκείνο το ευγενικό ήθος που σπανίζει στα νυχτερινά μαγαζιά. Είχε έρθει από την Ελλάδα χωρίς να ξέρει σε τι λούκι θα έπεφτε. Και όσο κι αν δεν της άρεσε ο ρόλος, αναγκαζόταν να ακολουθεί την πολιτική του μαγαζιού για να εξοικονομήσει χρήματα, να σταθεί στα πόδια της, να γυρίσει πίσω.

Ο Κυριάκος ίσως την πίστεψε, ίσως και όχι. Μα σίγουρα τη συμπάθησε. Και, καθώς φάνηκε, και εκείνη ένιωσε το ίδιο. Μια απλή, καθαρή φιλία άρχισε να χτίζεται ανάμεσά τους, μια μικρή γέφυρα καλοσύνης μέσα στο θολό τοπίο της νύχτας. Δεν ξαναπήγε στα μπουζούκια, αλλά κράτησαν επαφή, φιλική, αθώα, δέσιμο ανθρώπινο.

Πέρασε καιρός, ο χρόνος έτρεξε, κι όπως συμβαίνει συχνά, η επαφή τους χάθηκε. Ώσπου μια μέρα, σαν από παλιά ιστορία, η Ελένη στάθηκε στην πόρτα του γραφείου του.

Την καλωσόρισε εγκάρδια. Ήπιαν καφέ, μίλησαν, γέλασαν όπως παλιά. Ώσπου, αργά αλλά καθαρά, εκείνη πέρασε στο λόγο της επίσκεψής της.

-Κυριάκο… θέλω να μου νοικιάσεις ένα μαγαζί. Θέλω να ανοίξω ένα μπαράκι, είπε αποφασιστικά.
-Έχω μυαλό. Γιατί να με εκμεταλλεύονται; Ό,τι μπορούν εκείνοι, μπορώ και εγώ.

Ο Κυριάκος εκπλάγηκε. Πίστευε πως η Ελένη ήταν διαφορετική από τις άλλες κοπέλες της νύχτας. Μα το αίτημά της δεν έκρυβε καμία σκοτεινή διάθεση, μόνο την ανάγκη μιας γυναίκας να σταθεί μόνη της, να πάρει τη μοίρα της στα χέρια της. Ύστερα από λίγη σκέψη, της νοίκιασε ένα μικρό μαγαζί. Η δουλειά είναι δουλειά, συλλογίστηκε. Εκείνη κάνει τη δική της, εγώ τη δική μου.

Έδωσαν τα χέρια σαν δυο άνθρωποι που σέβονται ο ένας τον άλλον. Και κάπως έτσι, η Ελένη απέκτησε το πρώτο της μαγαζί, ένα μικρό μπαρ, δικό της αυτή τη φορά. Μια νέα αρχή, που κανείς δεν μπορούσε να ξέρει πού θα οδηγούσε…

Η Ελένη άνοιξε το μαγαζί. Δεν ήταν μόνη. Δίπλα της στεκόταν ένας νεοφώτιστος ντεβέλοπερ, φορτωμένος χρήμα και αφέλεια. Εκείνος έβαλε το κεφάλαιο χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήταν ο αγαπητικός της, όπως έμαθε αργότερα ο Κυριάκος. Παντρεμένος, με γυναίκα και παιδιά στο διπλανό χωριό, μα είχε πέσει ολοκληρωτικά στο λούκι της Ελένης, στο μεθύσι της ομορφιάς και της προσοχής που του χάριζε.

Ήταν τα χρόνια της διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης. Τα σύνορα άνοιξαν, κι από τις παγωμένες πόλεις και τα χωριά της Ανατολής ξεχύθηκαν χιλιάδες ψυχές, ψάχνοντας μια ευκαιρία, μια έξοδο από τη φτώχεια. Κι όπως συμβαίνει πάντα, όσες γυναίκες είχαν την ομορφιά και το κορμί να σταθούν πίσω από έναν πάγκο ποτού ή πάνω σ’ ένα μικρό ξύλινο βάθρο, εύρισκαν εύκολα θέση στα μπαράκια. Η πιο πρόχειρη, η πιο αβίαστη δουλειά δίχως χαρτιά, δίχως προϋποθέσεις, μα με μεγάλο τίμημα. Η Ελένη γέμισε το μαγαζί απ αυτές. Ξανθές, μελαχροινές, όλες κούκλες, η μια ορμορφότερη από την άλλη.

Ο Κυριάκος παρακολουθούσε όλα αυτά από απέναντι, διακριτικά. Δεν ανακατευόταν, μα έβλεπε. Το μαγαζί έσφυζε από ζωή. Το χρήμα κυλούσε σαν χείμαρρος.

Η Ελένη, πολύ ευχαριστημένη πια, πού και πού περνούσε τον δρόμο απέναντι και πήγαινε επίσκεψη στον Κυριάκο. Μια φορά με τρόπο απολογητικό, του εκμυστηρεύτηκε πως δεν ήταν πάντα έτσι, όμως η ζωή της νύχτας και η εκμετάλλευση των ανθρώπων την ανάγκασαν να αλλάξει. Αποφάσισε να γίνει σκληρή, και αντί να την εκμεταλλεύονται οι άλλοι, να τους εκμεταλλεύεται εκείνη.

Ο Κυριάκος αρχικά δεν θέλησε να την κρίνει· δεν είπε λέξη, ούτε έπαψε να την εκτιμά. Στα μάτια του, απέναντί του στεκόταν μια κυρία, καθώς πρέπει.

Αυτή η εκτίμηση όμως χάθηκε, όταν σε μια επίσκεψή της προσκάλεσε έναν πελάτη του Κυριάκου, τον Κόκο, να τον κεράσει ένα ποτό. Ο Κόκος ήταν νεαρός, παντρεμένος στη μακρινή Πέγεια, και εκείνος και η γυναίκα του δούλευαν σκληρά στα θερμοκήπιά τους.

Νιόπαντροι και αγαπημένοι, δεν αποχωρίζονταν ποτέ ο ένας τον άλλο. Καθημερινά έρχονταν με το διπλοκάμπινο στις αποθήκες του Κυριάκου και έφερναν τα προϊόντα τους.

Μια μέρα, που ήρθε μόνος, έτυχε να συναντηθεί με την Ελένη. Η Ελένη, καπάτσα και ευγενική, του έπιασε την κουβέντα και τον προσκάλεσε στο μαγαζί της, να τον κεράσει ένα ποτό.

Και έτσι ξεκίνησε το κακό. Ο Κόκος μπλέχτηκε με μια «καλλιτέχνιδα» και για εκείνον άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Την καψουρεύτηκε και έγινε υποχείριό της. Όταν δε οι απαιτήσεις της μεγάλωσαν, δεν δίστασε να αρχίσει να πουλά την περιουσία του. Είχε πολλές εκτάσεις παραθαλάσσιας γης, ανεκτίμητης αξίας, και τις ξεπούλαγε μία-μία. Χώρισε με τη γυναίκα του και έσμιξε με την «καλλιτέχνιδα». Και όταν τα λεφτά του τέλειωσαν, τον έσπρωξαν μακριά. Δεν τον είχαν πια ανάγκη, ούτε η Ελένη ούτε η «καλλιτέχνιδα», αφού δεν είχε άλλα να δώσει.

Αυτούς τους δρόμους είχε πια πάρει η Ελένη. Χρησιμοποιούσε τις κοπέλες της για να ρίχνουν στα δίχτυα τους άβγαλτους ανθρώπους, που δεν ήξεραν ζωή πέρα από τη μύτη τους. Βλέποντας όλα αυτά, ο Κυριάκος έχασε κάθε εκτίμηση που της είχε. Κατάλαβε πως, από ευγενικός άνθρωπος όταν την γνώρισε, είχε καταντήσει αιμοδιψές θηρίο που έπινε το αίμα

των άβγαλτων σαν βδέλλα.

Τα κέρδη ήταν πολλά. Με τον αγαπητικό της ζούσαν ζωή χαρισάμενη: εκδρομές, δώρα, γούνες, αυτοκίνητα, νύχτες στα καζίνα… Και εκεί ακριβώς, στα καζίνα, ξεκίνησε η καταστροφή.

Το χαρτοπαίγνιο δεν αρχίζει ποτέ ως εχθρός. Στην αρχή εμφανίζεται σαν παιχνίδι, σαν δοκιμή της τύχης, σαν μικρή έξαψη που δείχνει ακίνδυνη. Μα σιγά-σιγά φυτρώνει στην καρδιά μια λαχτάρα περίεργη: ότι μπορείς να κερδίσεις πίσω όσα έχασες. Ότι το επόμενο φύλλο θα είναι καλύτερο∙ ότι η τύχη, που σήμερα γύρισε την πλάτη, αύριο θα σου χαμογελάσει. Και όσο πιο πολλά χάνονται, τόσο πιο βαθιά δαγκώνει η ψευδαίσθηση πως πρέπει να συνεχίσεις. Το χαρτοπαίγνιο δεν τρώει χρήματα. Τρώει αξιοπρέπεια, λογική, σπίτια, οικογένειες. Οδηγεί τον άνθρωπο στο σημείο να νομίζει πως το σκοτάδι είναι φως και το ψέμα είναι ελπίδα.

Έτσι και η Ελένη με τον αγαπητικό της. Μέσα στις λάμψεις των καζίνο πίστεψαν πως μπορούσαν να γίνουν άρχοντες της τύχης. Και όλο τζογάρανε, και όλο ξοδεύαν αβέρτα με πολλή ευκολία.

Μα όπως κάθε τι σ’ αυτό τον κόσμο έχει αρχή, έχει και τέλος.

Όταν το μαγαζί έπαψε πια να αποδίδει, όταν οι κοπέλες έφυγαν, όταν οι πελάτες λιγόστεψαν, όταν τα χρήματα σκορπίστηκαν σαν στάχτη στον άνεμο, τότε έμειναν και οι δύο ταπί. Τα δύστροπα άρχισαν. Ο εργολάβος χρεοκόπησε. Η γυναίκα του, πληγωμένη ως το μεδούλι, δεν τον δέχτηκε πίσω. Και η Ελένη, αλλοτινά όμορφη, τώρα χαλασμένη από την κούραση των χρόνων, ζητούσε μια σωτηρία, ένα χέρι να πιαστεί. Μα κανείς δεν της το άπλωσε. Η φήμη τους είχε γίνει κακή. Είχαν καταστρέψει σπίτια, είχαν φτωχύνει ανθρώπους. Η κοινωνία, μικρή και καχύποπτη, είχε κρατήσει λογαριασμό.

Ήρθε η ώρα της πληρωμής, ίσως θεόσταλτη, ίσως ανθρώπινη, μα σίγουρα δίκαιη.

Η πτώση τους ήταν βαρειά. Από τα ψηλά βρέθηκαν στα χαμηλά με γδούπο που τον άκουσε ολόκληρη η επαρχία. Σαν απόκληροι περιφέρονταν, κυνηγημένοι από τη φτώχεια, τον διασυρμό και τις αποφάσεις τους.

Η Ελένη γύρισε κατατρεγμένη στην πατρίδα της. Ο εργολάβος κλείστηκε στο χωριό του.

Τα νέα τους έφταναν πια αραιά στον Κυριάκο. Ύστερα από λίγο καιρό, έμαθε το τέλος τους: και οι δύο πέθαναν φτωχοί, μόνοι, μέσα σε στερήσεις που κανείς κάποτε δεν θα φανταζόταν. 

Και ο Κυριάκος σκέφτηκε πως ότι χτίζεται πάνω στο άδικο, πάνω στην απάτη, πάνω στην καταστροφή άλλων ανθρώπων, δεν ευλογείται.

Η ζωή μπορεί να αργήσει, μα πάντα ζητά λογαριασμό.
Και τότε, ακόμη κι αν όλα έχουν χαθεί, τα μόνα που μένουν είναι οι πράξεις μας και το βάρος τους.
 

Ρατσισμός

Οι Κύπριοι έζησαν τον ρατσισμό στο πετσί τους, όταν παλιότερα ξενιτεύονταν ένεκα φτώχειας, κι ακόμη πιο έντονα μετά την Τουρκική εισβολή, που ανάγκασαν διακόσιες χιλιάδες ανθρώπους να γίνουν πρόσφυγες, άλλοι στα ξένα, και οι περισσότεροι μέσα στην ίδια τους την πατρίδα. Ήξεραν τι σημαίνει να χάνεις το σπίτι σου, τη γη σου, την ασφάλειά σου, και να κοιτάζουν πολλοί με καχυποψία την ταυτότητά σου. Ήξεραν τον πόνο της προσφυγιάς, το βάρος της αδικίας και της ξενότητας.

Κι όμως, τα χρόνια πέρασαν και το νησί βρέθηκε μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα. Χιλιάδες Σύριοι πρόσφυγες κατέφθαναν κυνηγημένοι από πόλεμο και καταστροφή, έχοντας στις αποσκευές τους μόνο φόβο, ανάγκη και ελπίδα. Παρ’ όλο που η ιστορική μνήμη των Κυπρίων θα μπορούσε να γεννήσει κατανόηση, η κοινωνία, και συχνά το ίδιο το κράτος, δεν στάθηκαν πάντοτε στο ύψος των περιστάσεων.

Για πολλούς, οι Σύριοι θεωρήθηκαν «ξένο φύλο», άνθρωποι με άλλη θρησκεία, άλλες συνήθειες, άλλους κώδικες. Αντί συμπόνιας, αντιμετωπίστηκαν με καχυποψία. Η αστυνομία συχνά έστηνε καρτέρια στους δρόμους για να τους συλλάβει και να τους απελάσει, λες και ο πόλεμος που τους ξερίζωσε δεν ήταν αρκετή τιμωρία. Μεγάλο μέρος του απλού κόσμου, παρασυρμένο από ένα κύμα φόβου και μίσους που φούντωνε από στόμα σε στόμα, τους κυνήγησε, τους έδιωξε, τους κατέτρεξε. Άλλοι γύριζαν το βλέμμα αλλού, άλλοι τους έβλεπαν σαν απειλή∙ και ας ήταν οι ίδιοι απόγονοι προσφύγων, και ας κουβαλούσαν ακόμη μέσα τους τις μνήμες της δικής τους προσφυγιάς.

Μέσα σε αυτή την αντίφαση, μια κοινωνία που γνώρισε τον πόνο, αλλά δυσκολεύτηκε να τον αναγνωρίσει στους νεοφερμένους, γεννιέται η ιστορία που ακολουθεί. 

Οι αποθήκες του Κυριάκου ήταν κτισμένες σε ένα οικόπεδο και καταλάμβαναν όλο τον χώρο απ’ άκρη σε άκρη.
Μια μέρα, έξω στη μία άκρη, είχε στηθεί υπό κάλυψη κλιμάκιο της αστυνομίας που έκανε έλεγχο για «παράνομους μετανάστες», και όσους περνούσαν τους συνελάμβανε. Ο Κυριάκος, στην άλλη άκρη του κτιρίου, τοποθετούσε τα καφάσια, ξεχωρίζοντας τα προϊόντα.

Από το βάθος του δρόμου αντιλήφθηκε έναν Σύριο, τον οποίο γνώριζε λίγο εξ όψεως, να έρχεται προς τα πάνω καβαλικεμένος σε ένα μηχανάκι. Περνούσε κάθε πρωινό, και από μακριά του φώναζε ένα δυνατό καλημέρα.

Αμέσως του φώναξε «αστυνομία!», θέλοντας να τον προειδοποιήσει.

Ο Κυριάκος, γνωρίζοντας την Ελληνική ιστορία, ήξερε τα δεινά των Ελλήνων που ξενιτεύονταν και που η προσφυγιά τούς ανάγκασε να υπομείνουν σε ξένες χώρες,  ειδικά στην Αμερική. Γνώριζε τον υποτιμητικό τρόπο με τον οποίο τους συμπεριφέρονταν, τις «σκάρτες δουλειές» που τους ανέθεταν και τη χαμηλή κοινωνική στάθμη στην οποία τους είχαν κατατάξει.

Διαφωνούσε με όλα αυτά. Εξάλλου, τα είχε ζήσει στο πετσί του και ο ίδιος ως Κύπριος από τους «αδελφούς» Έλληνες, όταν εργαζόταν στα καράβια. Και διαφωνούσε.

Έτσι, βλέποντας την αντιμετώπιση και τη συμπεριφορά πολλών Κυπρίων απέναντι στους πρόσφυγες, εκείνη τη μέρα θέλησε να κάνει μια καλή πράξη,  να βοηθήσει έναν δυστυχισμένο άνθρωπο.

Γι’ αυτό, του φώναξε με δύναμη ξανά, «αστυνομία!»

Ο Σύριος σήκωσε αμέσως το κεφάλι. Άκουσε τη λέξη, την κατάλαβε πριν ακόμη αναγνωρίσει τη φωνή του Κυριάκου. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. Παγωμένα για μια στιγμή, σαν να του κόπηκε η ανάσα. Το μηχανάκι έκανε έναν απότομο λοξό ελιγμό, έγλειψε το κράσπεδο, κλυδωνίστηκε επικίνδυνα, μα ο αναβάτης κατάφερε να το κρατήσει όρθιο.

Στάθηκε για μια στιγμή ακίνητος, σαν να προσπαθούσε να υπολογίσει τις πιθανές διαδρομές διαφυγής. Κοίταξε δεξιά, κοίταξε αριστερά, κι έπειτα γύρισε το βλέμμα του προς τον Κυριάκο. Για ένα δευτερόλεπτο, οι δυο τους κοιτάχτηκαν. Στο βλέμμα του Σύριου υπήρχε φόβος, μα και κάτι άλλο, μια άηχη απορία, μια σιωπηλή ερώτηση: Γιατί;

Ο Κυριάκος δεν χρειάστηκε να πει τίποτε περισσότερο. Με ένα απότομο νεύμα του έκανε νόημα να στρίψει μέσα στο στενό πίσω από τις αποθήκες. Ο νεαρός πρόσφυγας κατάλαβε αμέσως. Άναψε το γκάζι, έστριψε βιαστικά κι εξαφανίστηκε ανάμεσα στα χωράφια, αφήνοντας πίσω του μια γραμμή σκόνης που αιωρούνταν στον πρωινό αέρα.

Την ίδια ώρα, στην άλλη άκρη του κτιρίου, οι αστυνομικοί είχαν ήδη σταματήσει ένα ακόμη αυτοκίνητο. Οι φωνές τους ακούγονταν κοφτές, προσταγές που δεν χωρούσαν αντίρρηση. Ο Κυριάκος ένιωσε ένα γνώριμο βάρος στο στήθος, εκείνο που ένιωθε κάθε φορά που έβλεπε αδικία. Ένα βάρος που κουβαλούσε από τα νιάτα του, από τότε που οι ίδιοι οι Έλληνες τον αντιμετώπιζαν σαν να ήταν λιγότερος, σαν να μην ήταν αρκετά «της ίδιας ράτσας».

Κοίταξε τα καφάσια γύρω του, τα φρούτα σκορπισμένα σαν μικρές χρωματιστές παραδοχές ότι η ζωή συνεχίζεται ακόμη κι όταν όλα μοιάζουν στραβά. Αναστέναξε.

Ήξερε πως αυτό που έκανε ήταν μικρό, σχεδόν ασήμαντο μπροστά στο κύμα μίσους που φούσκωνε καθημερινά γύρω από αυτούς τους ανθρώπους. Ήξερε πως το νησί του, που κάποτε στεκόταν όρθιο με την αξιοπρέπεια του πληγωμένου, τώρα καμιά φορά στεκόταν στραβά απέναντι στους πληγωμένους άλλων τόπων.

Μα εκείνη τη μέρα, σε εκείνη τη μικρή του γωνιά, ο Κυριάκος είχε κάνει ό,τι μπορούσε. Μια φωνή, μια προειδοποίηση, μια πράξη που ίσως να μην άλλαζε τον κόσμο, μα ίσως έσωσε έναν άνθρωπο.

Και αυτό, για τον Κυριάκο, ήταν αρκετό.

Πέρασαν πολλά χρόνια. Μια μέρα, καθώς ο Κυριάκος οδηγούσε το φορτηγό του, αυτό χάλασε. Όσο και αν προσπάθησε να το επιδιορθώσει, δεν τα κατάφερε. Ήταν πολύ μακριά από τις αποθήκες του, δεν είχε τρόπο να καλέσει μηχανικό, ούτε και να επιστρέψει σπίτι.

Βγήκε στον εθνικό δρόμο και έκανε οτοστόπ. Τα αυτοκίνητα περνούσαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα και κανείς δεν σταματούσε.

Ύστερα από πολλή ώρα, ένα παλιό αυτοκίνητο σταμάτησε στην άκρη του δρόμου. Ένας λιγνός άνδρας κατέβηκε και τον πλησίασε.

-Γεια σου, Κυριάκο, του είπε με ξένη προφορά.

Ο Κυριάκος δεν τον αναγνώρισε αμέσως. Ήταν ο πρόσφυγας Χουσείν, εκείνος που κάποτε είχε προειδοποιήσει.

-Είδα το αυτοκίνητό σου χαλασμένο και σταμάτησα. Τι έπαθες;

Ο Κυριάκος τον κοίταξε ξαφνιασμένος, προσπαθώντας να θυμηθεί το πρόσωπο. Τα χρόνια είχαν αλλάξει και τους δυο τους. Κι όμως… κάτι στον τρόπο που στεκόταν, στη ζεστασιά της φωνής του, ξύπνησε μια μισοσβησμένη μνήμη.

-Εσύ… εσύ είσαι εκείνος…, ψιθύρισε ο Κυριάκος.

Ο άνδρας χαμογέλασε.

-Ναι. Εγώ. Εκείνη τη μέρα που μου φώναξες ‘αστυνομία’. Δεν το ξέχασα ποτέ.

Ο Κυριάκος ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος, όχι από φόβο, μα από εκείνη την παράξενη συγκίνηση που νιώθει κανείς όταν ένα παλιό, σχεδόν ξεχασμένο καλό, επιστρέφει μπροστά του.

-Το φορτηγό μου χάλασε…, είπε. Και δεν έχω ούτε τηλέφωνο, ούτε τρόπο να γυρίσω.

Ο Σύριος δεν άφησε χρόνο για εξηγήσεις.
-Έλα. Θα σε πάω εγώ. Να δούμε πρώτα τη μηχανή.

Γονάτισε δίπλα στο φορτηγό, σήκωσε το καπό και μέσα σε λίγα λεπτά είχε βρει τη βλάβη. Τα χέρια του δούλευαν με σιγουριά, χέρια ανθρώπου που είχε μάθει τη μηχανική όχι στα σχολεία, αλλά στην ανάγκη, στον δρόμο.

-Μπορώ να το φτιάξω πρόχειρα για να σε πάω πίσω στις αποθήκες. Μετά θέλει συνεργείο, είπε.

-Μα… πώς βρέθηκες εσύ εδώ; ρώτησε ο Κυριάκος.

Ο άνδρας χαμογέλασε ξανά.

-Η ζωή γυρίζει, Κυριάκο. Μια φορά βοήθησες εσύ εμένα. Τώρα είναι σειρά μου.

Ο Κυριάκος έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ήταν από εκείνες τις στιγμές που η ζωή μοιάζει να ξανασυστήνεται μπροστά σου: ένας κύκλος που κλείνει, μια παλιά πράξη που γίνεται γέφυρα σε μια νέα.

-Πάμε τώρα. Δεν θα σε αφήσω μόνο στον δρόμο. Αυτά τα κάνανε άλλοι σε μένα… εσύ όχι.

Και κάπως έτσι, κάτω από τον καυτό ήλιο του δρόμου, ένας Κύπριος και ένας Σύριος στάθηκαν πλάι πλάι, όχι ως ξένοι, όχι ως άνθρωποι χωρισμένοι από μίση και φόβους, αλλά ως δύο ψυχές που κάποτε συναντήθηκαν στη δύσκολη ώρα, και τώρα ξανασμίγουν στην ώρα της ανάγκης. 

Η αξία της εξουσίας

Στην Κύπρο, το ρουσφέτι δεν ήταν απλώς συνήθεια. Ήταν σαν τη νοτιά που σκεπάζει το νησί κάθε καλοκαίρι, αόρατο, παντού παρόν, και όλοι το δέχονταν σαν κάτι φυσικό και αναπόφευκτο. Από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας, ρίζωσε βαθιά στις ψυχές των ανθρώπων, έγινε τρόπος ζωής, κληρονομιά, σχεδόν… DNA.

Τότε, τίποτα δεν γινόταν χωρίς «μέσο». Ακόμα κι ένα χαρτί για μια οικοδομική άδεια απαιτούσε γνωριμίες, δωράκια, πλάγιες πόρτες.

 Έτσι, οι μέτριοι ανέβαιναν, και οι ικανοί περίμεναν στις ουρές, κρατώντας αιτήσεις και αγανάκτηση.

Μέσα σε αυτό το σύστημα, ο Γιώρκος ήταν βασιλιάς. Άνθρωπος με άκρες, που τάιζε το τέρας με καφάσια γεμάτα ψάρια, φρούτα, λουκούμια, ό,τι μπορούσε να κάνει τον άλλον να νιώσει υποχρέωση. Τα παιδιά του, οι γαμπροί του, όλοι έπιασαν πόστα πρώτης γραμμής. Το χέρι του έφτανε μέχρι τη Λευκωσία, και ο Κυριάκος που ήταν φίλος του και πηγανοερχόταν στη Λευκωσία, ο διακομιστής του.

Από όλους όσους γνώρισε ο Κυριάκος αυτά τα χρόνια, πιο πολύ θυμόταν τον ανώτερο αστυνόμο, τον Κώστα. Ήταν άνθρωπος πρόσχαρος, κοινωνικός, μα το ρουσφέτι το έπαιρνε όπως ο γιατρός παίρνει το στηθοσκόπιό του, ως κάτι συνηθισμένο, ως εργαλείο δουλειάς. Τον ευχαριστούσε συχνά: ταβέρνες, μεζέδες, κρασιά, «Είσαι φίλος μας, Κυριάκο», του έλεγε.

Ο οδηγός του, ένας κοντός χωριανός της γυναίκας του Κυριάκου, τον ακολουθούσε πάντα μισοσκυφτός. Είχε στο πρόσωπό του μια μόνιμη δουλοπρέπεια, σαν να γεννήθηκε για να υποκλίνεται. Χαμογελούσε υπερβολικά σε όλους, έσκυβε, έγερνε, έκανε χιλιάδες «ναι αφέντη».

Ο καιρός πέρασε. Ο Κώστας συνταξιοδοτήθηκε, και ο κοντός οδηγός μετατέθηκε στην Πάφο, στον ΟΠΕ, με καθήκον να ελέγχει τα νυχτερινά κέντρα. Την ίδια εποχή, η μπουάτ του Κυριάκου ήκμαζε. Μουσικές, γέλια, καλός κόσμος, δουλειά καλή και καθαρή.

Ως που ένα βράδυ, ο πρώην οδηγός του αστυνόμου μπήκε μέσα με στολή, ύφος αυστηρό και μάτια που έλαμπαν από την ψευδαίσθηση της εξουσίας. Δεν είπε ούτε ένα «καλησπέρα». Πλησίασε το μπαρ, έγειρε μπροστά και είπε με στόμφο:

-Σβήστε τη μουσική. Θα γίνει καταγγελία.

Ο Κυριάκος ένιωσε την καρδιά του να κατεβαίνει στο στομάχι. Η μουσική ήταν χαμηλή, όλα τα χαρτιά του μαγαζιού εντάξει. Και όμως, ο παλιός γνωστός του, ο άνθρωπος που κάποτε του έσφιγγε το χέρι δουλοπρεπώς, τώρα τον έβλεπε σαν ξένο. Ή μάλλον… σαν κάποιον πάνω στον οποίο μπορούσε επιτέλους να πατήσει, να εξασκήσει εξουσία.

Δεν μίλησε. Υπάκουσε. Μέσα του όμως έβραζε. Ήξερε πως τέτοιο κλείσιμο, με το μαγαζί γεμάτο, ήταν οικονομική μαχαιριά. Αλλά δεν ήθελε καυγά, ούτε σκηνές. Ηλίθιος ήταν ο άλλος, όχι αυτός.

Και ο καιρός ξανακύλησε. Ο αστυνομικός βγήκε στη σύνταξη και εκείνος.

Και ένα πρωινό, εμφανίστηκε στις αποθήκες του Κυριάκου, με χαμόγελο ως τα αυτιά.

-Κυριάκοοος! Θυμάσαι τα ωραία μας στη Λευκωσία; Ήρθα να σε καλέσω στο γάμο της κόρης μου. Ξέρεις… είμαστε και συγγενείς από τη μεριά της γυναίκας σου!

Ο Κυριάκος έμεινε άναυδος. Τον κοίταξε για δευτερόλεπτα που έμοιασαν ώρα. Πριν προλάβει να απαντήσει, ο άλλος ξαναχτύπησε,

-Θυμάσαι, που σε κατήγγειλα; Χαχα! Αστεία πράματα!

Το γέλιο του αντήχησε μέσα στην αποθήκη σαν προσβολή.

Τότε, κάτι μέσα στον Κυριάκο έσπασε. Όχι από θυμό μονάχα, αλλά από αποστροφή, και αηδία για την αναίδεια. Σηκώθηκε αργά, με βλέμμα που πάγωνε τον αέρα. Τον πλησίασε και, χωρίς να πει κουβέντα, τον άρπαξε από το αυτί με τη δύναμη μιας ολόκληρης ζωής που είχε μάθει να σωπαίνει.

Ο άλλος τσίριξε, έσκυψε από τον πόνο, τα μάτια του γούρλωσαν.

-Βρε ανάγωγε! του φώναξε. Και τολμάς να μου δίνεις πρόσκληση; Εδώ δεν έχεις εξουσία. Εδώ είσαι στο δικό μου σπίτι. Και θα μου το παίξεις και φίλος;

Έσφιξε το αυτί πιο δυνατά. Και τον έκανε να παραπατά, να κάνει μικρούς κύκλους προσπαθώντας να ξεφύγει.

-Έξω, βρε ηλίθιε! συνέχισε. Έξω πριν σε σύρω ως τον δρόμο!

Με ένα σπρώξιμο, τον έβγαλε από την πόρτα. Και σπρώχνοντας τον με φόρα, ο άλλος παραπάτησε, χτύπησε με το πίσω μέρος στο φορτηγό που ήταν σταθμευμένο στην αυλή, έχασε για λίγο την ισορροπία του. Με το ένα χέρι κρατούσε ακόμα το αυτί του, κατακόκκινο πια, και με το άλλο έψαχνε τη χαμένη του αξιοπρέπεια. Κοίταξε τον Κυριάκο σαν βρεγμένη γάτα, μα δεν είπε λέξη. Γύρισε και έφυγε βιαστικά, αφήνοντας πίσω του μόνο το ηλίθιο άρωμα της αλαζονείας του.

Ο Κυριάκος έμεινε στην πόρτα να τον κοιτάζει να φεύγει. Τα χέρια του τρεμούλιαζαν από την ένταση. Μα στο πρόσωπό του απλωνόταν ένα χαμόγελο ικανοποίησης. Είχε βάλει τέλος σε κάτι που έπρεπε να τελειώσει χρόνια πριν.

Και ένα πρωινό, καθώς καθόταν στο γραφείο του, είδε απέξω μια γνωστή φιγούρα να πλησιάζει. Τον αναγνώρισε αμέσως, ήταν ο πρώην ανώτερος αστυνόμος, ο φίλος του ο παλιός. Με πολιτικά, γερασμένος, σαν να είχαν πέσει πάνω του όλα τα χρόνια μαζί.

-Κυριάκο… είπε με φωνή ήρεμη. Με το θάρρος της γνωριμίας μας, ήρθα να ζου ζητήσω ρουσφέτι.

Ο Κυριάκος ξαφνιάστηκε. Χρόνια είχαν να μιλήσουν μετά τη συνταξιοδότηση του Κώστα. Του έδειξε μια καρέκλα.

-Κάτσε κύριε Κώστα. Τι συμβαίνει;

Ο Κώστας κάθισε αργά, σαν να πονούσε παντού.

-Ήρθα… γιατί χρειάζομαι βοήθεια. Μα όχι για μένα.

Στα μάτια του φάνηκε κάτι που ο Κυριάκος δεν είχε δει ποτέ, είδε ντροπή.

-Ο πρώην οδηγός μου, αυτός ο ανόητος… μπλέχτηκε με απατεώνες, κάτι χειρότερους από κλέφτες. Δεν ξέρω πώς μπλέχτηκε. Τον εκμεταλλεύονται, τον σπρώχνουν να τους ανοίγει πόρτες, να τους δίνει πληροφορίες. Είναι αφελής. Και εγώ νιώθω… υπεύθυνος.

Ο Κυριάκος δεν μίλησε. Μόνο κοίταξε τον άντρα που κάποτε ήταν δύναμη και εξουσία, και έβλεπε τώρα έναν άνθρωπο κουρασμένο, με το κεφάλι χαμηλωμένο.

-Εμένα γιατί με θέλεις; ρώτησε.

Ο Κώστας σήκωσε το βλέμμα.

-Γιατί εσένα σε φοβάται. Και ίσως… μόνο εσύ μπορείς να του μιλήσεις. Να του ανοίξεις τα μάτια. Να τον συνεφέρεις πριν γίνει μεγάλη ζημιά, για όλους.

Ο Κυριάκος έγειρε πίσω στην καρέκλα. Για ένα λεπτό, ο χώρος γέμισε με τη σιωπή της σκέψης.

Ήταν παράξενο να του ζητάει ο Κώστας κάτι τέτοιο. Ακόμα πιο παράξενο, να του το ζητάει με τόση ταπεινότητα. Ήταν όμως και η αλήθεια. Ο οδηγός είχε χτίσει την αξία του μόνο πάνω στην ψευδαίσθηση της εξουσίας. Και εκείνος, ο Κυριάκος, ήταν ο άνθρωπος που του την είχε σπάσει.

-Και γιατί να το κάνω; ρώτησε ήρεμα.

Ο Κώστας αναστέναξε.

-Γιατί, Κυριάκο… εσύ ποτέ δεν ήσουν σαν κι εμάς. Παίξαμε όλοι το παιχνίδι του ρουσφετιού, άλλοι πολύ, άλλοι λίγο. Εσύ όμως… ποτέ δεν αλλοιώθηκες. Πάντα είχες μια γραμμή. Μια αξιοπρέπεια. Και πίστεψέ με… δεν είναι πολλοί έτσι.

Αυτά τα λόγια έπεσαν βαριά και αληθινά.

Ο Κυριάκος κοίταξε έξω από το παράθυρο. Την παλιά του ζωή τη γνώριζε καλά. Είχε εξυπηρετήσει, είχε εξυπηρετηθεί. Μα εκείνη η αξιοπρέπεια, ναι, ήταν ο μόνος κανόνας που δεν είχε παραβιάσει ποτέ. Και ίσως γι' αυτό ο Κώστας ήρθε σε αυτόν.

Μετά από λίγο σηκώθηκε.

-Φέρ’ τον. Θα του μιλήσω. Μια φορά.

Ο Κώστας φάνηκε να ανακουφίζεται τόσο που του σκίρτησαν τα μάτια.

-Ευχαριστώ, Κυριάκο. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ.

Όταν ο αστυνόμος έφυγε, στο γραφείο απλώθηκε ξανά η σιωπή.

Ο Κυριάκος έμεινε για λίγο μόνος, ακουμπώντας τα χέρια του στο γραφείο. Ένιωθε πως κάτι μεγαλύτερο από μια παλιά έχθρα τον περίμενε. Ήταν σαν να του ζητούσε η ίδια η ζωή να κλείσει έναν κύκλο, όχι με φωνές και τραβήγματα αφτιών, αλλά με κάτι βαθύτερο.

Και τότε είπε ψιθυριστά, σαν υπόσχεση στον εαυτό του:

-Η εξουσία χαλά τον άνθρωπο. Μα το καθήκον… τον φανερώνει.

Το παιχνίδι δεν είχε τελειώσει. Μόλις άρχιζε. 

Πέρασαν τρεις μέρες μέχρι να χτυπήσει ξανά η πόρτα στις αποθήκες. Ο Κυριάκος άνοιξε και βρήκε μπροστά του τον Κώστα, πιο ταραγμένο από ποτέ. Δεν περίμενε καν να του πει «πέρασε». Πήδησε κατευθείαν στο θέμα.

-Τον έχω έξω, στο αυτοκίνητο… είπε με φωνή χαμηλή. Μα… δεν είναι όπως τον θυμάσαι, Κυριάκο.

Ο Κυριάκος ένιωσε μια παράξενη ανησυχία να του μαγκώνει το στομάχι.

-Φέρ’ τον.

Κι όταν μπήκε μέσα ο πρώην οδηγός, ο κοντός, ο δουλοπρεπής, ο κάποτε φαιδρός -δεν ήταν πια ούτε φαιδρός ούτε δουλοπρεπής. Ήταν ρημάδι.

Τα μάτια του βαθουλωμένα, τα χέρια του έτρεμαν, στο μάγουλο μια μελανιά που δεν είχε προλάβει να πάρει χρώμα. Στεκόταν όρθιος σαν να φοβόταν να κάτσει.

-Κυριάκο… ψέλλισε. Θέλω… βοήθεια.

Ο Κυριάκος δεν μίλησε αμέσως. Τον άφησε να καθίσει, να πάρει ανάσα.

Ήθελε να δει, να ακούσει. Να καταλάβει.

Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα γεμίζοντας τα πνευμόνια του, συνέχισε.

-Εμπλέχτηκα, Κυριάκο… Εμπλέχτηκα με… χαρτιά. Στην αρχή μικρά παιχνίδια. Μετά μεγαλύτερα. Έχασα λεφτά που δεν είχα. Πήρα δανεικά. Με τόκο. Και όσο έμπαινα βαθύτερα… τόσο δεν μπορούσα να βγω.

Ο Κυριάκος σταύρωσε τα χέρια του.

-Και πού πάει αυτό;

Ο πρώην αστυνομικός κατάπιε δύσκολα.

-Εκείνοι που δανείζουν… δεν είναι απλοί τοκογλύφοι. Είναι οργανωμένοι. Σκληροί. Έχουν χέρι μέσα παντού. Αστυνομία… υπηρεσίες… μαγαζιά. Εγώ… εγώ έκανα τη βλακεία να τους δώσω πληροφορίες. Ποιος δουλεύει πού, ποιοι χρωστούν, ποια μαγαζιά πάνε καλά. Γίναμε όλοι πιόνια τους. Εγώ… περισσότερο απ’ όλους.

Ο Κώστας κάθισε δίπλα του σαν να ήθελε να τον προστατέψει, αλλά και σαν να ντρεπόταν.

-Πες του ποιος είναι το μεγάλο αφεντικό, είπε σιγανά.

Ο κοντός κοίταξε τον Κυριάκο με μάτια γεμάτα φόβο.
Άνοιξε το στόμα του σαν να επρόκειτο να ομολογήσει φόνο.

-Είναι ο Μιχαήλος…

Ο Κυριάκος παγώνε.

-Ο… Μιχαήλος; Ο χωρατατζής; Ο ξάδερφος της γυναίκας μου; ο παλιός μου συμμαθητής;

-Ναι… ψιθύρισε ο κοντός.

-Αυτός που έκανε πως δεν ήξερε που πάνε τα τέσσερα;
-Ο ίδιος. Μόνο που… δεν είναι αυτό που δείχνει.

Και εκείνη τη στιγμή όλα συνδέθηκαν μέσα στο μυαλό του Κυριάκου σαν σπασμένα κομμάτια παζλ που ξαφνικά βρήκαν θέση:

Ο Μιχαήλος, που πάντα κυκλοφορούσε χωρίς δουλειά αλλά με λεφτά.

Ο Μιχαήλος, που ήξερε πάντα «ποιος χρωστά σε ποιον».
Ο Μιχαήλος, που χαμογελούσε πολύ.

Ο κοντός συνέχισε.

-Ο Μιχαήλος με απειλεί. Αν δεν πληρώσω την τελευταία δόση, και είναι μεγάλη, θα κάνει τα πάντα για να με καταστρέψει. Και… και στην οικογένεια μου θα κάνει κακό μου μήνυσε.

Ο Κυριάκος σηκώθηκε. Πήγε στο παράθυρο και κοίταξε έξω προς τον δρόμο.

Ένιωθε μια παράξενη ζεστασιά στο στήθος. Θυμό; Αηδία; Καθήκον;

Δεν ήταν σίγουρος.

Γύρισε και είπε.

-Και γιατί να σε βοηθήσω; Εσύ μου έκαμες ζημιά.
-Το ξέρω… απάντησε ο
άλλος με σπασμένη φωνή. Δεν θέλω να δικαιολογηθώ. Έκανα βλακείες. Μεθούσα με την εξουσία. Ήμουν μικρός άνθρωπος και φούσκωσα. Και… και όταν μπήκα στο μαγαζί σου, στη μπουάτ, και σε κατήγγειλα… το έκανα γιατί νόμιζα πως πουλώντας εξουσία, αποχυούσα αξία.
Κατέβασε το κεφάλι.

Ο Κυριάκος τον πλησίασε αργά.

-Πάντρεψες την κόρη σου; Έκανες εγγόνι;

-Ναι… ένα αγοράκι. Που το αγαπώ και αυτό φοβάμαι περισσότερο.

Μέσα του ο Κυριάκος άρχισε να τον λυπάται. Είχε και αυτός εγγόνια και καταλάβαινε.

Σαν να είδε ξαφνικά όχι έναν δουλοπρεπή, ούτε έναν ψεύτικα δυνατό, ούτε έναν χαρτοπαίκτη που μπλέχτηκε, αλλά έναν παππού που φοβόταν μήπως του το βλάψουν.

Και είπε ήρεμα:

-Θα πάμε μαζί στον Μιχαήλο. Θα του μιλήσω, δεν θα μου χαλάσει χατήρι.

Ο πρώην αστυνομικός τον κοίταξε σαν να του έδωσε ζωή.
Ο
πρώην αστυνόμος αναστέναξε, ανακουφισμένος αλλά και ησηχασμένος.

Ο Κυριάκος χαμογέλασε πικρά. Σκέφτηκε πως και οι δύο, όσο κατείχαν εξουσία, νόμιζαν πως είχαν αξία. Τώρα όμως, που δεν είχαν εξουσία, συνειδητοποιούσαν πως δεν είχαν ούτε αξία. Πόσο ασήμαντοι είχαν γίνει, και πόσο εύκολο ήταν να ξεγελαστεί κανείς από τη δύναμη που δεν ανήκει πραγματικά στον ίδιο.