Κυριάκου Ταπακούδη
Ο ΠΡΑΤΗΣ / βιοματικό μυθιστόρημα
Πράτης είναι ο έμπορος που αγοράζει χοντρικά από τους παραγωγούς εμπορεύματα, κυρίως φθαρτά γεωργικά προϊόντα σε μεγάλες ποσότητες, και τα μεταφέρει σε μεγάλα αστικά μέρη και αγορές μακριά από τον τόπο παραγωγής και τα μεταπουλεί εξασφαλίζοντας κέρδος ανάλογο με την ζήτηση και την προσφορά.
Έτος έκδοσης: 2026
Σελίδες: 500
ISBN: 978-9925-7840-9-7
Σημείωση του συγγραφέα:
Αντί να μιλήσω για μένα, προτιμώ
να μιλήσω για «εκείνον». Έτσι μπορώ να πω την αλήθεια χωρίς φόβο.
Περιεχόμενα:
Πρόλογος
Παιδική ηλικία
Τα χρόνια που τον έπλασαν
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Οι σελίδες
που ακολουθούν δεν είναι επινόηση, είναι ζωή.
Το νήμα ξετυλίγεται από τα δύσκολα παιδικά χρόνια ενός φτωχόπαιδου στο χωριό,
περνά μέσα από τη σκληρή θάλασσα των ποντοπόρων πλοίων και φτάνει στη βιοπάλη
και στον αγώνα του εμπορίου.
Είναι
ιστορίες που κουβαλούν ιδρώτα, καημό, αλλά και χαρά. Ιστορίες απλών
ανθρώπων που έζησαν με στερήσεις και κράτησαν μέσα τους αξιοπρέπεια και
καλοσύνη. Δεν πρόκειται για αυστηρή αυτοβιογραφία. Είναι κομμάτια μνήμης,
ψηφίδες μιας ζωής με δοκιμασίες και θριάμβους, αδικίες και ευλογίες.
Κάθε
περιστατικό, μικρό ή μεγάλο, κουβαλά ένα μάθημα. Όλα μαζί συνθέτουν το πορτρέτο
μιας εποχής που πέρασε, αλλά που εξακολουθεί να διδάσκει.
Ο αναγνώστης
θα βρει εδώ τον απόηχο μιας Κύπρου φτωχής, της μετανάστευσης και της αγροτιάς,
αλλά και την ακατάβλητη δύναμη του ανθρώπου να στέκει όρθιος, να παλεύει και να
αφήνει πίσω του το μόνο που αξίζει πραγματικά: την καλή φήμη και τη μνήμη των
πράξεών του.
Αν έστω μία
ιστορία αγγίξει την ψυχή, τότε ο σκοπός αυτού του βιβλίου έχει επιτευχθεί.
ωής με δοκιμασίες και θριάμβους, αδικίες και ευλογίες.
Κάθε
περιστατικό, μικρό ή μεγάλο, κουβαλά ένα μάθημα. Όλα μαζί συνθέτουν το πορτρέτο
μιας εποχής που πέρασε, αλλά που εξακολουθεί να διδάσκει.
Ο αναγνώστης
θα βρει εδώ τον απόηχο μιας Κύπρου φτωχής, της μετανάστευσης και της αγροτιάς,
αλλά και την ακατάβλητη δύναμη του ανθρώπου να στέκει όρθιος, να παλεύει και να
αφήνει πίσω του το μόνο που αξίζει πραγματικά: την καλή φήμη και τη μνήμη των
πράξεών του.
Αν έστω μία
ιστορία αγγίξει την ψυχή, τότε ο σκοπός αυτού του βιβλίου έχει επιτευχθεί.
ΠΑΙΔΙΚΗ
ΗΛΙΚΙΑ
25η Μαρτίου
Ο Κυριάκος
μεγάλωσε σε ένα φτωχικό χαμόσπιτο, μια παράγκα του μεγάλου σεισμού το
1953, σε μια πολυμελή οικογένεια. Από μικρός ένιωθε τυχερός που
κατανοούσε γρήγορα τα γράμματα, χωρίς να χρειάζεται να μελετά στο σπίτι. Δεν
του άρεσε να διαβάζει και να γράφει στο ψηλό τετράγωνο τραπέζι στο κέντρο της
κάμαρης, διότι τα μεγαλύτερα αδέλφια του καταλάμβαναν όλες τις θέσεις.
Υπό το λιγοστό
φως μιας λυχνίας πετρελαίου, κάθονταν με τη σειρά για να μελετήσουν τη
διδακτική ύλη του σχολείου, και εκείνος, ως μικρότερος, αδυνατούσε να
διεκδικήσει το δικό του δικαίωμα. Επιπλέον, απέφευγε το αμυδρό φως της λυχνίας
και προτιμούσε να κουλουριάζεται κάτω από το πάπλωμα, στο στενό κρεβάτι στην άκρη της κάμαρης, που μοιραζόταν με
τον μεγαλύτερο αδελφό του.
Τέτοιες
ώρες, όσο εκείνοι διάβαζαν, απολάμβανε την απλωσιά μόνος, ανοίγοντας πόδια
και χέρια σε όλο το στρώμα, παρακαλώντας να μην περάσει η ώρα και να μην έρθει
ο αδελφός του να του χαλάσει την άνεση. Σκεπασμένος στο σκοτάδι, ένιωθε
ελεύθερος να αφεθεί στις σκέψεις και στα όνειρα του. Με τη φαντασία έπλαθε
παραμύθια και ιστορίες. Σκότωνε δράκους, ελευθέρωνε όμορφες κοπέλες, νικούσε
τους κακούς και επέβαλλε το δίκαιο. Στις δικές του ιστορίες, ήταν ο
αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής. Και ευχαριστημένος, αποκοιμιόταν συνεχίζοντας να
βλέπει άλλα όνειρα, εκείνα του ύπνου.
Αυτές οι
στιγμές ήταν η διασκέδασή του, καθώς η οικογένεια, φτωχή και ταπεινή, μοχθούσε
όλη μέρα για τον επιούσιο. Από νωρίς έως αργά, όλοι μαζί στα περιβόλια, στα
μποστάνια και στις ρέντες.
Μια κρύα
νύχτα του Μάρτη, ο μεγάλος αδελφός του, ο Χριστάκης, τον φώναξε,
-Κυριάκο,
μην κοιμηθείς. Στήσε αυτί, ό,τι πω ενδιαφέρει και εσένα. Και εσείς οι άλλοι,
δώστε προσοχή. Ό,τι σας πω, θέλω να το βάλετε στο μυαλό και στην καρδιά. Να σας
γίνει οδηγός στη ζωή σας.
Εκείνο το
βράδυ, παραμονή της γιορτής του Ευαγγελισμού, τους μίλησε για την Ανάσταση του
Γένους. Σαν εκείνη τη μέρα, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ύψωσε το λάβαρο στην Αγία
Λαύρα και κήρυξε την Επανάσταση του 1821. Εμψύχωσε τους Έλληνες που με
πατριωτισμό, πολέμησαν και κατάφεραν να ελευθερωθούν μετά από τετρακόσια χρόνια
σκλαβιάς.
Στην αρχή, ο
Κυριάκος ένιωσε δυσαρέσκεια. Θα του χαλούσε τις φανταστικές περιπέτειες. Όμως
καθώς άκουγε, τον μάγεψε η αφήγηση. Τα λόγια του αδελφού του κυλούσαν σαν χείμαρρος, απλά και όμορφα, περιγράφοντας το έπος
του 1821, το μεγαλείο των ηρώων, την αγόγγυστη υπομονή τους, την ανδρεία και
την αυτοθυσία τους.
Όταν η διήγηση
τελείωσε, ένιωσε στεναχώρια.
Θα ήθελε
να συνεχίσει, αλλά ο αδερφός του αρνήθηκε ευγενικά, υποσχόμενος όμως ότι την
επόμενη μέρα θα πήγαιναν όλοι μαζί στην πόλη για να δουν την παρέλαση και τους
εορτασμούς.
Εκείνο το
βράδυ ο ύπνος άργησε να έρθει. Ο νους του ταξίδευε στη μακρινή Ελλάδα, στους ήρωες
που πολέμησαν για την ελευθερία. Με την ελπίδα ότι μια μέρα θα τους μοιάσει,
αποκοιμήθηκε βλέποντας όνειρα γεμάτα μάχες και ηρωικά κατορθώματα.
Το πρωί ξύπνησε
πρώτος, γεμάτος ανυπομονησία. Ήταν η πρώτη φορά που θα πήγαινε στην πόλη για να
παρακολουθήσει τη μεγάλη παρέλαση της 25ης Μαρτίου.
Καθισμένος
στο λεωφορείο, κοίταζε από το παράθυρο το τοπίο που κυλούσε γρήγορα. Όλα ήταν
νέα και πρωτόγνωρα.
Στην πόλη, ο
δρόμος ήταν γεμάτος κόσμο με σημαιούλες στα χέρια. Από μεγάφωνα ακούγονταν
εμβατήρια και ύμνοι, ενώ ο εκφωνητής φώναζε πατριωτικά συνθήματα. Ο κόσμος
γεμάτος ενθουσιασμό, έσπευδε να πιάσει καλύτερες θέσεις.
Όταν
ακούστηκε η μπάντα, η παρέλαση ξεκίνησε. Μαθητές, παλιοί πολεμιστές, πρόσκοποι
και στρατιώτες περνούσαν με λεβεντιά, και εκείνος, γεμάτος υπερηφάνεια, τους
καμάρωνε.
Χρόνια
αργότερα, ακόμη και όταν ο ίδιος έλαβε μέρος σε παρελάσεις, καμία δεν του άφησε
την ίδια αίσθηση με την πρώτη. Θυμόταν εκείνες τις εποχές, όταν οι δάσκαλοι
ενέπνεαν στους μαθητές περηφάνια για την ελληνική τους ταυτότητα και αγάπη για
την πατρίδα.
Τώρα
σκεπτόταν πως οι καιροί είχαν αλλάξει. Μερικοί πολιτικοί και ισχυροί
αμφισβητούσαν την παράδοση. Οι παρελάσεις είχαν υποβαθμιστεί, και οι νέοι δεν
γαλουχούνταν πια με τα ίδια ιδανικά. Αλλά η φλόγα που άναψε στην ψυχή του
εκείνη την παγερή νύχτα του Μάρτη, από τα λόγια του αδελφού του, τον συνόδευσε
για όλη του τη ζωή.
Ο Σιάηλος
Καθώς η ζωή
στην οικογένεια ήταν δύσκολη, από νωρίς πριν ακόμη τελειώσει το δημοτικό, ο
Κυριάκος βρέθηκε στο περβόλι με την τσάπα, προσπαθώντας να γυρίσει τις δυσιές, να
βοηθήσει τη μητέρα του, που ήταν άρρωστη και αδύναμη. Το χωράφι ήταν μεγάλο,
γεμάτο λεμονιές και οπωρικά για την επιβίωση της οικογένειας.
Από το
χωράφι έβλεπε τον Σιάηλο, τον γραφικό γυρολόγο
που γύριζε τα χωριά μαζεύοντας άδεια ποτσούθκια από τις μπογιές, να περνάει
στον χωματόδρομο δίπλα. Τα παιδιά τον περιγελούσαν, μα εκείνος τους μιλούσε
μειλίχια, κουβαλώντας τη δική του μοναξιά και το όνειρο να παντρευτεί.
Γυρνούσε τις
γειτονιές φωνάζοντας:
-Ποτσιά της
πογιάς αγοράζω, κόρη κοπελλούες!
Πολλά
κορίτσια, από λύπηση του έδιναν τα μεταχειρισμένα μπουκάλια και ποτσούθκια
δωρεάν. Ήταν γραφικός τύπος, καμπούρης, με ένα ραβδί που χρησίμευε ως αποκούμπι
για να στηρίζει το σώμα του που έγερνε μπροστά. Πάντα σκυφτός, με μια σακούλα
στον ώμο, θύμιζε φιγούρα από βιβλίο. Ξεχώριζε από μακριά, είτε με ζέστη
είτε με κρύο, καθημερινά, από την Έμπα ροβολούσε στα κάτω χωριά, τη Χλώρακας και
τη Λέμπα.
Τα μικρά
παιδιά έτρεχαν γύρω του και τον περιγελούσαν, αλλά εκείνος τους χαμογελούσε
ήρεμα. Ήταν από τους έσχατους της κοινωνίας σε μια εποχή όπου οι περισσότεροι
ζούσαν σε ανέχεια και προσπαθούσαν να προσαρμοστούν στα δεδομένα του καιρού.
Ζώντας σε έναν εφιάλτη κοινωνικής απομόνωσης, προσπαθούσε να προστατευτεί με
τον δικό του τρόπο και να δημιουργήσει μια διαφορετική λογική επαφής με την
πραγματικότητα.
Με αυτόν τον
ιδιαίτερο χαρακτήρα και τη δική του σοφία, συνομιλούσε και αστειευόταν με τα μικρά παιδιά και τις νοικοκυρές,
ενώ απέφευγε τους υπόλοιπους. Περιδιάβαινε με τη σακούλα στον ώμο,
εμπορευόμενος μεταχειρισμένα υαλικά προϊόντα. Είχε αδυναμία στις κοπελλούες και
προσπαθούσε να πιάνει κουβέντα μαζί τους, ελπίζοντας πως κάποια θα τον παντρευόταν.
Εκείνες τον περίπαιζαν, αλλά αυτός, μωροπίστευτος, κρατούσε την προσδοκία.
Στο τέλος,
αφού κατάλαβε πως καμία δεν θα δεχόταν, παντρεύτηκε μια ηλικιωμένη γυναίκα που
του πρότειναν. Εκείνη, γεροντοκόρη πάνω από τα εξήντα, περίμενε χρόνια έναν γαμπρό
και προσευχόταν κάθε βράδυ να της στείλει ο Θεός κάποιον, όποιον και αν ήταν.
Είχε σκοπό πριν πεθάνει να παντρευτεί, και ήξερε πως, όπως ο νυμφίος έρχεται εν
τω μέσω της νυκτός, έτσι μπορούσε να έρθει και για εκείνη οποιαδήποτε στιγμή.
Την ημέρα που
η προξενήτρα της πρότεινε τον Σιάηλο, δέχτηκε αμέσως και της υποσχέθηκε μπαξίσι αν ολοκλήρωνε τη συμφωνία.
Ο Σιάηλος
την παντρεύτηκε, όμως τα εισοδήματά πενιχρά, δεν επαρκούσαν να ζήσουν. Έτσι, καθώς γύριζε τα χωριά αγοράζοντας άδεια
ποτσούθκια από τις μπογιές παπουτσιών stemma για να τα
μεταπωλήσει, από όποιο χωράφι περνούσε, έκοβε και λίγα οπωρικά.
Πολλοί
περβολάρηδες, όταν τον έβρισκαν να κοκκολογά στα χωράφια τους, δεν θύμωναν,
γιατί ήξεραν τη φτώχεια του.
Μια φορά,
ενώ βάκλιζε καρύδια σε ξένο χωράφι, πέρασε ένας περαστικός και τον ρώτησε πώς
κατάφερε να είναι τόσο μεγάλα και αν μπορούσε να δοκιμάσει ένα. Και εκείνος, ο
αθεόφοβος, με το γνωστό του θράσος και αφέλεια, απάντησε:
Ά, φίλε μου,
βάζω πολλή κόπριν και νερό, γι’ αυτό είναι τόσο μεγάλα. Μάζεψε όσα θέλεις, φίλε
μου, πάρε κι έσσω να φάν τα μωρά.
Στην αγκαλιά της φτώχειας
Καθώς ήταν
καλός μαθητής και καταλάβαινε την υπεροχή του σε σχέση με τα άλλα παιδιά,
ένιωθε μεγάλη ικανοποίηση που ξεχώριζε. Ο θείος του ήταν παπάς, και έτσι έμαθε
ψαλμούς και νηστείες. Τον ακολουθούσε και τον βοηθούσε στους εσπερινούς, στις
λειτουργίες στις κηδείες, και νήστευε πιστά τα σαρανταήμερα και τα
πενηνταήμερα.
Η φτώχεια
τον έβαζε σε πειρασμό. Ζήλευε τα άλλα παιδιά που είχαν κάθε λογής λιχουδιές,
ενώ ο ίδιος απλώς κοιτούσε με λαχτάρα.
Μια μεγάλη
Ανάσταση, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, έπαιζε με τα άλλα παιδιά στον περίβολο της
εκκλησίας περιμένοντας να χτυπήσουν οι καμπάνες. Στην άκρη της πλατείας, στο
καφενείο, είδε να ανάβουν τα φώτα. Ήταν το καφενείο της γιαγιάς του, που πριν
πάει στην εκκλησία είχε περάσει για κάποια δουλειά. Χαρούμενος, έτρεξε να της
ζητήσει ένα ποτήρι νερό.
Η καλή του
γιαγιά του έδωσε να πιει και τον τράταρε με έναν κουραμπιέ.
-Καλή μου
γιαγιά, δεν τον θέλω, δεν μπορώ να τον φάω γιατί νηστεύω, της είπε.
Κι όπως λέει
η παροιμία «το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται», βγήκε έξω να συνεχίσει το παιχνίδι
με τα παιδιά.
Μα μόλις
πέρασε το κατώφλι, συνειδητοποίησε τη γκάφα του. Σε λίγη ώρα, που θα χτυπούσαν
οι καμπάνες για την Ανάσταση, θα τέλειωνε η νηστεία. Θα μπορούσε να πάρει τον
κουραμπιέ και να τον φάει μετά, μα χωρίς να το σκεφτεί, τον είχε αρνηθεί για
χάρη της νηστείας του πενηνταημέρου, για χάρη της πίστης και της θρησκείας.
Η στεναχώρια
του ήταν μεγάλη και τα έβαλε με τον εαυτό του και την κουταμάρα του.
Πέρασαν
χρόνια, πέρασαν δεκαετίες, κι όμως η πίκρα για την αφέλειά του τον συνόδευε για
χρόνια, όχι για τον ίδιο τον κουραμπιέ, αλλά για την παιδική αφέλεια που τον
είχε στερήσει από μια μικρή χαρά.
Η βρύση του
Πύρκου
Το σπίτι άδειασε ενωρίς. Η μητέρα του πέθανε, ο
πατέρας του έλειπε συνέχεια για δουλειές, και τα μεγαλύτερα αδέλφια είχαν
φύγει για να εργαστούν στη Χώρα. Έμεινε μόνος, με τις δυο μικρές αδελφές του,
που προτιμούσαν να παίζουν με τις φίλες τους. Έτσι, μοναχικός, γύριζε στα χωράφια
εξερευνώντας την άγρια βλάστηση που υπήρχε τότε σε αφθονία. Μεγάλα αιωνόβια
δέντρα τρεμιθιές, βελανιδιές, μοσφυλιές, φορτωμένα άγριους καρπούς που του
πρόσφεραν τροφή στις περιπλανήσεις του. Τα τεράτσια με το γλυκό μέλι, η πικράδα
των ώριμων βελανιδιών, η ξινάδα των μοσφυλιών, μα πιο αγαπητά τα καλοτσάκιστα
τρεμίθια που έτρωγαν άνθρωποι και ζώα. Οι καυκάλλες σπαρμένες με σιάγκουλα,
μαχαιράδες και άγρια λουλούδια κάθε λογής.
Κάτω από μια
τερατσιά υπήρχε ένα παλιό πηγάδι σκαμμένο σε σκληρή πέτρα, ξέφραγο και
επικίνδυνο, που τον τραβούσε σαν μαγνήτης. Έσκυβε και έριχνε πέτρες για να
ακούει το «μπλούμ» του νερού. Πιο μακριά, μια αρχαία πετρόχτιστη βρύση έτρεχε
αστείρευτο, γάργαρο νερό όλο τον χρόνο. Ήταν ο Πύρκος, όμορφος σαν πύργος, κτισμένος
σε ύψωμα να αγναντεύει τον θαλασσινό κάμπο και να ποτίζει τα χωράφια αλλά και
να ξεδιψά τους περαστικούς.
Τα χρόνια
εκείνα ήταν φτωχικά αλλά όμορφα. Το χωριό αραιοκατοικημένο, τα σπίτια
σκορπισμένα σε καταπράσινες αυλές, τα χωράφια και τα λαγκάδια γεμάτα ζωή. Ο
Κυριάκος περπατούσε ανέμελος, τραγουδώντας δυνατά κυπριακούς σκοπούς και
ψαλμωδίες, ονειρευόμενος να είχε ένα μουσικό όργανο για συνοδεία.
Μια μέρα,
στην άκρη του χωριού, στο χωράφι του Μούκκουρου, συνάντησε τον μεγάλο του
ξάδερφο τον Αντρίκκο, που έφτιαχνε με σουγιά ένα πιθκιάβλι. Όταν το τελείωσε και
έπαιξε έναν σκοπό, ο Κυριάκος έμεινε μαγεμένος. Ο ξάδερφος του βλέποντας
την έκφρασή του, του το χάρισε.
Από τότε δεν
το αποχωρίστηκε. Μέρες και νύχτες προσπαθούσε να μάθει να παίζει. Και όταν καθισμένος
στη ρίζα μιας τερατσιάς κατάφερε να αποδώσει τέλεια το τραγούδι του «Βοσκού», η
χαρά του ήταν απερίγραπτη.
Μα καθώς
σηκώθηκε να ρίξει πέτρες στο πηγάδι, το πιθκιάβλι γλίστρησε από τα χέρια του
και έπεσε μέσα. Η λύπη του ήταν μεγάλη. Τρεις μέρες και νύχτες ήταν απαρηγόρητος.
Την Τρίτη νύχτα
κουρασμένος και νηστικός, σκυμμένος πάνω στο τραπέζι αποκοιμήθηκε.
Ξημερώματα, μια ιδέα ή ίσως ένα όνειρο τον ξύπνησε απότομα. Θυμήθηκε μια
ιστορία που είχε πει ο δάσκαλος, για ένα πηγάδι που επικοινωνούσε με μια βρύση, το
Κεφαλόβρυσο. Πετάχτηκε και έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στον Πύρκο.
Και εκεί,
στη μικρή λιμνούλα της βρύσης, βρήκε το πιθκιάβλι του να επιπλέει στο νερό.
Το
κοκκολόγημα
Με το τέλος
του Δεκαπενταύγουστου ξεκινούσε η συγκομιδή των τερατσιών. Ο Κυριάκος βοηθούσε
στη συγκομιδή, μια σκληρή δουλειά στην οποία έπαιρνε μέρος όλη η οικογένεια,
μικροί και μεγάλοι. Λίγες μόνο μέρες κρατούσε το μάζεμα, και ύστερα έπιανε το
κοκκολόημα. Με μια μακριά βάκλα ή ανεβαίνοντας στα δέντρα, μάζευε ένα ένα τα τεράτσια
που είχαν απομείνει αραιά στα ξώκλωνα. Ήταν δουλειά επίπονη και κουραστική, μα
έπρεπε να γίνει γρήγορα, πριν προλάβουν άλλοι να το κάνουν, ήταν η μόνη του
ευκαιρία να συγκεντρώσει τα χρήματα που χρειαζόταν για να πληρώσει τα δίδακτρα
του γυμνασίου. Τότες, ως τα τέλη της δεκαετίας του ’60, οι μαθητές πλήρωναν για
να φοιτήσουν στην ανώτερη εκπαίδευση, τη λεγόμενη «γυμνασιακή μόρφωση», που
διαρκούσε έξι χρόνια.
Ήταν
δεκαπέντε χρονών, μαθητής της τρίτης τάξης στο Α’ Γυμνάσιο Πάφου, γνωστό και ως
«Νικολαΐδειο». Το τρίτο διάλειμμα, μεγαλύτερο από τα άλλα, διαρκούσε δεκαπέντε
λεπτά. Οι μαθητές συνωστίζονταν στην καντίνα του Αγάπιου, πασχίζοντας ποιος να
προλάβει πρώτος ένα σάντουιτς. Φτωχικές όμως οι εποχές, πολλοί, όπως και
εκείνος, δεν είχαν χρήματα. Με την κοιλιά να γουργουρίζει, έβλεπε τους άλλους
να τρώνε και τους ζήλευε σιωπηλά.
Μια μέρα, η
πείνα τον έσφιξε τόσο, που σκέφτηκε πως ίσως, την ώρα που θα χτυπούσε το
κουδούνι και οι μαθητές θα έφευγαν βιαστικοί για την τάξη, κάποιου να του
έπεφτε κάποιο νόμισμα. Κάθισε λοιπόν δίπλα στο παράθυρο της καντίνας και περίμενε.
Μόλις το κουδούνι ήχησε και ο προαύλιος χώρος άδειασε, έσκυψε, και με χαρά που φώτισε το πρόσωπό του, είδε μισό σελίνι κάτω στο χώμα.
Με αυτό
αγόρασε τρία παξιμάδια και μια φέτα σαλάμι, το πιο νόστιμο γεύμα της ζωής
του.
Για πολλές
μέρες ακόμη, τις επόμενες, προσπάθησε το ίδιο, όμως η τύχη δεν τον
ξανασυνάντησε.
Ο θάνατος
συνέχεια της ζωής
Στα δεκαέξι
του βίωσε τον θάνατο από κοντά, όταν αρρώστησε και πέθανε ο παππούς Λεωνής. Το δέρμα
του κιτρίνισε, μια αφόρητη φαγούρα του έτρωγε το κορμί, και δεν είχε πια ούτε
το μεγάλο μουστάκι που τον συνόδευε μια ζωή, ούτε φρύδια, αφού οι τρίχες είχαν
φύγει από το πολύ ξύσιμο. Η φυσιολογική όψη του είχε χαθεί, αντικατασταθεί από
ένα χλωμό κιτρινωπό χρώμα. Οι μεγαλύτεροι έλεγαν πως είχε «ζαννί», μια ανίατη ασθένεια
του αίματος.
Κατάκοιτος,
υπέφερε για καιρό, ώσπου να ξεψυχήσει. Το πατρικό του σπίτι
και εκείνο του παππού, τα χώριζαν
λίγα μέτρα, ήταν και τα δύο στην ίδια αυλή. Κάθε μέρα του ετοίμαζε ένα τσάι και
καθόταν ώρες μαζί του, προσπαθώντας με φτωχά λόγια παρηγοριάς, όσα γνώριζε
τότε, να του απαλύνει έστω λίγο, το βάσανο. Παρακολούθησε το μαρτύριο του ως την τελευταία στιγμή. Με το μυαλό ακόμη
παιδικό και φοβισμένο, βίωσε βήμα-βήμα τη διαδικασία του θανάτου.
Σκεπτόταν
πως, αν ο ίδιος πονούσε και φοβόταν τόσο μόνο με την ιδέα του θανάτου, πόσο
περισσότερο θα υπέφερε ο παππούς, που πέρα από τον σωματικό πόνο αντιλαμβανόταν
και το αναπόφευκτο του τέλους. Βαριές σκέψεις, κολλημένες στο μυαλό του,
προσπαθούσαν να ξεδιαλύνουν το μυστήριο του φόβου του θανάτου, ενός ενστίκτου
βαθιά ριζωμένου στην ανθρώπινη φύση, που ούτε ο νους ούτε η γνώση μπορούν να
νικήσουν ή να κάνουν αποδεκτό. Ένα ένστικτο που κατατρώγει τον ετοιμοθάνατο,
τον κατασπαράζει και τον βυθίζει στο άγχος της μεταθανάτιας αγωνίας.
Όταν ο παππούς
πέθανε, έμεινε όλη τη νύχτα με τους μεγάλους να τον ξενυχτούν, όπως όριζε το
έθιμο. Την επομένη ήρθαν συγγενείς από μακριά, τα μεγαλύτερα αδέλφια από τη
χώρα, φίλοι και γνωστοί από τα γύρω χωριά, ήρθε και όλο το χωριό. Ο
μεγαλύτερος αδελφός του που δούλευε στο νοσοκομείο, έπλυνε και ετοίμασε τον
νεκρό για την ταφή. Αργά το δειλινό, τον κήδεψαν με σεμνή τελετή, με τον κόσμο
να γεμίζει την εκκλησία και την πλατεία, και όλοι να τον μακαρίζουν.
Το βράδυ αφού
έφυγαν οι περισσότεροι συγγενείς, έμειναν οι στενοί για να ανταλλάξουν λόγια
παρηγοριάς. Αργά πλέον η ώρα, αποκαμωμένοι, ετοιμάστηκαν να κοιμηθούν. Στις δύο
μικρές κάμαρες υπήρχαν τρία κρεβάτια για τα έξι αδέλφια, και εκείνο το βράδυ,
επειδή είχε έρθει και η σύζυγος του μεγάλου αδελφού, περίσσευε ένας χωρίς
κρεβάτι. Τον έβαλαν να κοιμηθεί στο άδειο νεκρικό κρεβάτι. Παρά τον τρόμο,
υπάκουσε. Δεν τόλμησε να αρνηθεί.
Η λαϊκή
πρόληψη πως οι νεκροί βγαίνουν τη νύχτα από τους τάφους και η εικόνα του νεκρού
παππού είχαν καρφωθεί στο μυαλό του. Οι σκέψεις τον τριβέλιζαν και ο ύπνος δεν
ερχόταν. Από μικρός φοβόταν τον θάνατο. Όταν πέθαινε κάποιος στο χωριό,
κουλουριαζόταν στο κρεβάτι και κολλούσε στον τοίχο, βυθισμένος στην αγωνία.
Αναρωτιόταν πάντα γιατί οι άνθρωποι φοβούνται τον θάνατο, χωρίς ποτέ να βρίσκει
απάντηση.
Εκείνο το βράδυ, στα δεκαέξι του, φιλοσόφησε το ζήτημα και πήρε μια απόφαση: να ζήσει πριν πεθάνει. Να πεθάνει μία φορά, όχι κάθε μέρα. Γιατί ο φόβος σκοτώνει κάθε μέρα. Με αυτή τη σκέψη, τελικά, αποκοιμήθηκε ως το πρωί.
Ο Δρόμος που Περπάτησε
Ο ήλιος έπεφτε πίσω από τη θάλασσα της Χλώρακας και το φως του χρυσάφιζε
τα χωράφια. Ο Κυριάκος καθόταν στο κατώφλι του σπιτιού του, με τα γόνατα
μαζεμένα και το βλέμμα χαμένο στον ορίζοντα. Ήταν από εκείνα τα παιδιά που
κοιτούσαν μακριά όχι μόνο με τα μάτια, αλλά και με το μυαλό. Από νωρίς ένιωθε
πως η ζωή δεν θα τον χωρούσε μόνο μέσα στα στενά δρομάκια του χωριού.
Η φτώχεια δεν τον λύγισε, αντίθετα, τον σκλήρυνε. Ξυπόλυτα καλοκαίρια,
χειμώνες με παγωμένο νερό, ψωμί βρεγμένο στο λάδι για πρωινό. Στο μαγαζί του
μπακάλη, η μάνα του η Στασού, έγραφε τα ψωνίσματα βερεσέ και χαμογελούσε με
συστολή. Γυναίκα καλοσυνάτη και θεοφοβούμενη, πάλεψε όσο μπορούσε, μα στα σαράντα
τρία της έσβησε, αφήνοντας πίσω της ένα κενό που κανείς δεν μπορούσε να
γεμίσει.
Ο πατέρας του ο Χαράλαμπος, λιγομίλητος, δούλευε από τα χαράματα ως τη
νύχτα.
«Δουλειά και καρτερία, γιε μου», του έλεγε. «Όλα τα άλλα είναι για όσους
έχουν την πολυτέλεια να χάνουν χρόνο».
Και ο Κυριάκος, κοιτάζοντας τον ορίζοντα, ήξερε πως ό,τι κι αν έφερνε ο δρόμος,
θα προχωρούσε.
Μετά την Τεχνική Σχολή και τη στρατιωτική θητεία, ο τόπος του φάνταζε
μικρός. Στο καφενείο, κάποιος ναυτικός διηγόταν για λιμάνια, καπνούς σε
καταγώγεια, φώτα και γεύσεις μακρινές. Η καρδιά του Κυριάκου χτύπησε δυνατά.
Δυο μήνες μετά στεκόταν στο κατάστρωμα ενός τεράστιου τάνκερ, και ο αέρας του
μαστίγωνε το πρόσωπο. Στην αρχή φοβόταν. Οι νύχτες στη Μαύρη Θάλασσα, οι τρικυμίες,
τα κύματα που κατάπιναν τον ορίζοντα…
Μα σύντομα ξεθάρρεψε. Η θάλασσα του έγινε σαν ερωμένη: δύσκολη,
αδίστακτη, αλλά ακαταμάχητη. Γνώρισε λιμάνια γεμάτα φώτα και μυρωδιές από
μπαχαρικά και γυναίκες που χαμογελούσαν με μάτια μισόκλειστα. Και όταν το
καράβι έφευγε, έμενε η σιωπή και η μοναξιά. Έμαθε να μην δένεται με ανθρώπους,
αλλά μόνο με τη θάλασσα.
Πέντε χρόνια μετά, ένα γράμμα από τον πατέρα του τον βρήκε στον Ινδικό
Ωκεανό. Ο Χαμπής είχε χτυπήσει σοβαρά και δεν μπορούσε να συνεχίσει το επάγγελμα
του πράτη. Ξεμπάρκαρε και γύρισε. Με τις οικονομίες του αγόρασε ένα φορτηγό και
γέμισε την καρότσα με φρούτα και λαχανικά, γυρνώντας τα χωριά και πουλώντας
στις κεντρικές αγορές.
Η τέχνη του παζαριού ήταν στο αίμα του. Μπορούσε να μυριστεί έλλειψη στην
αγορά πριν ακόμη συμβεί. Ξενυχτούσε στους δρόμους, οδηγώντας από τη Πάφο στη
Λευκωσία, φορτώνοντας, ξεφορτώνοντας, μετρώντας τις εισπράξεις με τα μάτια
κόκκινα από τα ξενύχτια.
Με τον καιρό, καθώς η επιχείρηση μεγάλωνε, προσέλαβε οδηγούς, επένδυσε
σε ψυκτικούς θαλάμους και μετέφερε προϊόντα σε όλη την Κύπρο. Κατάφερε να γίνει
οικονομικά ανεξάρτητος, παρέμεινε όμως ο ίδιος άνθρωπος που ξεκίνησε με μια
καρότσα φρούτα και ένα όνειρο.
Και όταν ήρθε ο καιρός να τα παρατήσει, στον ίσκιο ενός θεόρατου
δέντρου, καθόταν στην αυλή και άκουγε τον αέρα να περνά μέσα από τις λεμονιές
και σκεφτόταν. Από το μικρό σπίτι της Χλώρακας, στη γέφυρα ενός τάνκερ, ύστερα
στα παζάρια της Κύπρου…
Ο δρόμος ήταν μακρύς. Και τον είχε περπατήσει ολόκληρο, με ιδρώτα, πείσμα και
την αίσθηση πως, ό,τι κι αν ερχόταν, θα το άντεχε. Στιγμές της ζωής του
περνούσαν από μπροστά του σαν παραμύθια, και τις διηγόταν στον αγαπημένο του
εγγονό τον Γιώργο, σαν να ξετυλίγεται μια ιστορία ατελείωτη:
