Καλωσορίσατε
Ο Κόκος, ξάδερφος του Κυριάκου, ήταν άνθρωπος που ξεχώριζε. Αστυνομικός στο επάγγελμα, μα με ρίζες βαθιά στη γη και στην καλλιέργεια, γεωργός στην ψυχή. Η στολή τού έδινε κύρος, μα ο ίδιος δεν ξέχασε ποτέ από πού ερχόταν. Στο χωριό τον σέβονταν – ή, έστω, έτσι έδειχναν. Ο Κυριάκος, μικρότερος, τον είχε από παιδί στο βάθρο. Ο πατέρας του Κόκου, αγωνιστής της ΕΟΚΑ, είχε φροντίσει μετά την ανεξαρτησία να διοριστεί ο γιος του στην αστυνομία, κι από τότε ο Κόκος περπατούσε με μια σιγουριά που γέμιζε τον χώρο. Ο Κυριάκος τον άκουγε με δέος. «Ξέρει αυτός», έλεγε μέσα του.
Με τα
χρόνια, ο Κόκος έγινε καλός πελάτης και φίλος του Κυριάκου. Όταν είδε τα όσπρια
που εμπορευόταν, τον παρακίνησε να πάνε στην Αυδήμου. Εκεί, έλεγε, η γη ήταν
γενναιόδωρη και τα φασόλια μοναδικά. Ο ίδιος είχε υπηρετήσει παλιότερα στον αστυνομικό
σταθμό του χωριού και γνώριζε τόπο και ανθρώπους.
Έτσι ένα πρωί ξεκίνησαν με το
φορτηγό. Ο δρόμος τους οδήγησε στην Αυδήμου, χωριό Τουρκοκυπριακό, φημισμένο
για τα εύφορα χώματά του, όπου κάθε φυτό ρίζωνε και κάθε δέντρο καρποφορούσε.
Το χωριό ανέπνεε μυστήριο και ιστορία, κουβαλώντας ακόμη τις μνήμες της
ανταλλαγής των πληθυσμών και των ταραγμένων χρόνων.
Στο καφενείο τους περίμενε ο
καφετζής, ένας γέροντας Τουρκοκύπριος που δεν είχε εγκαταλείψει τον τόπο του
μετά τον πόλεμο. Ήταν γνωστός και φίλος του Κόκου. Μόλις συναντήθηκαν, η χαρά
τους ήταν ολοφάνερη, σαν να μην είχε περάσει ούτε μια μέρα. Ο καφενές ήταν
άδειος, και έτσι κάθισαν όλοι μαζί στο ίδιο τραπέζι. Ο καφές μοσχοβολούσε, και
η κουβέντα των δυο παλιών φίλων πήρε φόρα, κύλησε σαν ποτάμι. Θυμήθηκαν τα
παλιά, μίλησαν για το τώρα, για τις χαρές και τις πίκρες τους, ακόμη και για
γυναίκες όμορφες και τίμιες που σημάδεψαν τον καιρό τους.
Μέσα σε εκείνες τις κουβέντες
αναδύθηκε μια ιστορία παλιά, που έμοιαζε με παραμύθι αλλά ήταν αληθινή. Ήταν η
εποχή πριν ξεσπάσουν οι δικοινοτικές φασαρίες. Στον αστυνομικό σταθμό της
Αυδήμου υπηρετούσαν κυρίως Τουρκοκύπριοι. Μόνο ο Κόκος ήταν Ελληνοκύπριος.
Σταθμάρχης ζαυτιές, τότε ήταν ο Χουσείν, άνδρας με κύρος, που όμως παρασύρθηκε
από τον έρωτα μιας όμορφης Τουρκάλας. Η σχέση τους είχε γίνει γνωστή στο χωριό
και σύντομα γέννησε τη ζήλια και την αγανάκτηση των συγχωριανών του.
Οι κάτοικοι μια μέρα,
αποφάσισαν να δώσουν τέλος στο «αισχρό» που συνέβαινε. Όταν ο Χουσείν μπήκε στο
σπίτι της γυναίκας, περικύκλωσαν την πόρτα, χτυπούσαν και απειλούσαν να την
σπάσουν. Εκείνος, τρομοκρατημένος και ντροπιασμένος γιατί είχε οικογένεια, κρύφτηκε
στο ερμάρι. Η ερωμένη του, ψύχραιμη, το κλείδωσε και άνοιξε την πόρτα στους
χωριανούς της. Έψαξαν παντού, χωρίς αποτέλεσμα, και απογοητευμένοι βγήκαν στην
αυλή να φύγουν.
Τότε τους ήρθε η σκέψη, δεν
είχαν ερευνήσει το ερμάρι. Επέστρεψαν, και μόλις διαπίστωσαν πως ήταν
κλειδωμένο, βεβαιώθηκαν. Η γυναίκα τούς είπε πως είχε χάσει το κλειδί, εκείνοι
όμως σήκωσαν το ερμάρι στους ώμους και το περιέφεραν στο χωριό, διαπομπεύοντας
τον Χουσείν.
Τελικά το άφησαν έξω από το
ίδιο του το σπίτι και κάλεσαν τη γυναίκα του να βγει. Εκείνη φάνηκε στο
μπαλκόνι, ρωτώντας τι συμβαίνει.
-Έλα να καμαρώσεις τον άντρα
σου τον μοιχό! της απάντησαν, και μπροστά στα μάτια της έσπασαν την πόρτα του
ερμαριού.
Ο Χουσείν σύρθηκε έξω σκυφτός,
προσπαθώντας μάταια να καλύψει τη γύμνια του. Το πλήθος βούιζε από γέλια και
φωνές. Μα τότε, η γυναίκα του, με φωνή κοφτερή σαν λεπίδι, απάντησε:
-Αντί να νοιάζεστε για τους άντρες
που έχουν μαιτρέσσες, κοιτάξτε τις δικές σας γυναίκες, που πάνε με άλλους
επειδή εσείς δεν μπορείτε.
Η φράση της έπεσε σαν κεραυνός.
Οι χωριανοί βουβάθηκαν, και ένας-ένας απομακρύνθηκαν, κατηφείς, με το κεφάλι
σκυφτό. Ο Χουσείν έμεινε γυμνός στην αυλή, καταρρακωμένος. Η γυναίκα του όμως
τον κοιτούσε με βλέμμα παγωμένο. Εκείνη θα ήταν η δικαστής του, και η τιμωρία
του. Δεν θα χρειαζόταν μάρτυρες..
Ο Κόκος σώπασε όταν τελείωσε την ιστορία. Ο Κυριάκος κατάλαβε τότε πως η εξουσία δεν σώζει από τη ντροπή, ούτε το κύρος από την πτώση.
Χρόνια αργότερα, η χώρα άλλαζε πρόσωπο, μα ο φανατισμός έμενε. Μετά το 1976 και
τις εκλογικές αδικίες, το πολιτικό μίσος ζούσε στα καφενεία και στις αυλές. Οι
αντιμακαριακοί κουβαλούσαν το στίγμα. Ο Κόκος, συνεργάτης του Ανδρέα Εύζωνα, το
ήξερε. Κι όμως, δεν λύγισε.
Το 1976, ο
Γλαύκος Κληρίδης, με το νεοϊδρυθέν κόμμα του, τον Δημοκρατικό Συναγερμό,
κατάφερε το αδιανόητο. Ένα ποσοστό 25% χωρίς ούτε έναν βουλευτή στη Βουλή. Η
κοινωνία έβραζε, οι φωνές πλήθαιναν, και κάτω από την πίεση της κατακραυγής, ακόμη
και διεθνών οργανισμών, η Βουλή αναγκάστηκε το 1979 να ψηφίσει νέο νόμο.
Από τότε, οι εκλογές θα γίνονταν με απλή αναλογική. Η αλλαγή εφαρμόστηκε για
πρώτη φορά το 1981.
Όμως, η
νοοτροπία δεν άλλαξε με νόμο. Ο φανατισμός δεν καταργείται με ψηφίσματα.
Ο διχασμός
ζούσε μέσα στα καφενεία, στις αυλές, στους ψιθύρους των χωριών. Οι
Αντιμακαριακοί παρέμεναν οι «υπόλογοι για την καταστροφή», οι «υπεύθυνοι για
την εισβολή», οι προδότες, και ας είχαν και αυτοί χάσει σπίτια, συγγενείς,
πατρίδες.
Ο Ανδρέας
Εύζωνας, υποψήφιος βουλευτής με τον ΔΗΣΥ, το ήξερε καλά αυτό. Μα δεν σταμάτησε.
Ούτε και ο Κόκος Παπάκωστας, που
ήταν στενός του συνεργάτης, που είχε μάθει να χαμογελά ακόμα και όταν ο κόσμος τον κοιτούσε με μισό μάτι.
Εκείνη τη χρονιά, αποφάσισαν να πάνε στο χωριό Καλλέπεια για προεκλογική ομολία.
Δεν υπήρχαν
λεφτά. Ούτε καν μεταφορικό μέσο. Ο Κόκος, πάντα πρακτικός, πήγε στον Κυριάκο.
-Ξάδερφε, θέλουμε το αυτοκίνητό σου να πάμε στην Καλλέπεια για προεκλογικό, του
είπε.
Ο Κυριάκος,
υποστηρικτής του ίδιου κόμματος, άνθρωπος της εμπιστοσύνης, τους το έδωσε χωρίς
δεύτερη σκέψη.
-Να
προσέχετε μόνο, είπε. Δεν το έχω για ταξίδια σε κακοτράχαλα βουνά, να το έχετε
σαν τα μάτια σας.
Αλλά περισσότερο να το προσέχετε από τους φανατικούς.
Το απόγευμα,
οι δύο ξεκίνησαν. Ο αέρας μύριζε σκόνη και θυμάρι. Η Καλλέπεια, χτισμένη πάνω
σ’ ένα βουνό, τους περίμενε με τη σιωπή της.
Στο χωριό,
όμως, κάτι δεν πήγαινε καλά. Τα καφενεία ήταν κλειστά. Οι πόρτες μισάνοιχτες,
μα χωρίς ψυχές και φώτα από πίσω. Μόνο κάπου στο κέντρο, κάτω από μια λάμπα του
δρόμου, στεκόταν ένα γαϊδούρι δεμένο σ’ έναν στύλο
.Στο σαμάρι
του, μια ξύλινη ταμπέλα, γραμμένη με μαύρη μπογιά:
«Καλωσορίσατε!»
Ο Εύζωνας
στάθηκε για λίγο κοιτάζοντάς την.
Ο Κόκος έβγαλε ένα μικρό γελάκι.
-Ε, τουλάχιστον
είχαν το θάρρος να μας το πουν καθαρά, είπε.
Δεν υπήρχε
ψυχή να τους ακούσει. Κανείς δεν βγήκε να μιλήσει, να ρωτήσει, να φωνάξει. Ήταν
σαν να είχε περάσει από το χωριό μια σκιά, και να είχε καταπιεί τα πάντα.
Ο Εύζωνας
γύρισε και κοίταξε το γαϊδούρι. Εκείνο κούνησε αδιάφορα την ουρά του.
-Πάμε, είπε
χαμηλόφωνα. Δεν έχει νόημα.
Στο δρόμο
της επιστροφής, μιλούσαν λίγο. Η απογοήτευση ήταν βουβή
.Έφτασαν στο
σημείο που είχαν αφήσει το αυτοκίνητο. Ο Κόκος μπήκε στη θέση του οδηγού. Έβαλε
μπρος. Ο κινητήρας πήρε, μουγκρητό χαμηλό, γνώριμο. Έβαλε ταχύτητα, πάτησε
γκάζι.
Το
αυτοκίνητο σείστηκε, αλλά δεν κινήθηκε.
-Τι στο
καλό; είπε.
Ο Εύζωνας
βγήκε έξω, έσκυψε να δει.
Και τότε,
πάγωσε.
Οι τέσσερις
τροχοί είχαν εξαφανιστεί. Το αυτοκίνητο ακουμπούσε πάνω σε τάκους, και τα γυμνά του ριπς γύριζαν στον
αέρα.
Για μια
στιγμή, δεν μίλησαν.
Μετά, ο
Κόκος ξαναγέλασε. Ένα γέλιο τραχύ, πικρό, μα και παράξενα λυτρωτικό.
-Τουλάχιστον,
είπε, δεν μας πήραν και τη μηχανή. Τι θα πούμε στον Κυριάκο;
Έμειναν εκεί
για λίγο, με το φως να λιγοστεύει και τη μυρωδιά του χωριού να κατεβαίνει από τους λόφους. Κάποιος, ίσως από τα σπίτια, τους παρακολουθούσε πίσω από
την κουρτίνα. Κανείς δεν πλησίασε.
Τελικά,
πέρασε ένας χωριανός με αγροτικό. Τους κοίταξε με απορία, σταμάτησε για λίγο.
-Τι πάθατε;
ρώτησε, χωρίς να κατεβεί.
-Μας πήραν
τους τροχούς, απάντησε ο Κόκος.
Ο άντρας
σήκωσε τους ώμους.
-Ε, τι να
πεις; Δύσκολοι καιροί. Καιρός ήταν να μάθετε πως εδώ δεν πιάνει το κόμμα
σας.
Έβαλε μπρος
και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι.
Το αυτοκίνητο
γύρισε την άλλη μέρα στη Χλώρακα φορτωμένο πάνω σε πλατφόρμα.
Ο Κυριάκος
το είδε να πλησιάζει από μακριά και, βλέποντας το χωρίς τροχούς, απόμεινε να
κοιτά.
-Μα τι έγινε; ρώτησε.
Ο Κόκος του
τα είπε όλα, με λίγα λόγια, χωρίς θυμό. Μόνο με εκείνο το χαμόγελο που είχαν όσοι
είχαν συνηθίσει να χάνουν.
Ο Κυριάκος
έμεινε για λίγο σιωπηλός. Μετά, άναψε τσιγάρο.
-Δεν πειράζει, είπε. Θα βάλουμε καινούριους.
Κι ύστερα πρόσθεσε, κοιτάζοντας μακριά,
-Οι ρόδες
αλλάζουν. Τα μυαλά, δύσκολα.
Τα χρόνια
πέρασαν. Η χώρα άλλαξε πρόσωπο, έμαθε να μιλά με περισσότερες φωνές, να ψηφίζει
με πιο καθαρό μυαλό. Μα ο φανατισμός, εκείνος ο παλιός, ο βουβός, δεν χάθηκε
ποτέ εντελώς. Κάποτε επιστρέφει, σαν το φως εκείνης της λάμπας πάνω από το
γαϊδούρι της Καλλέπιας, ένα φως που δεν φωτίζει, μόνο θυμίζει.
Και κάπου, ίσως ακόμη, το σαμάρι εκείνο να υπάρχει, ξεθωριασμένο, με τη λέξη «Καλωσορίσατε» να τρεμοπαίζει μέσα στη νύχτα.
Ο Κυριάκος
τα θυμόταν όλα αυτά χρόνια μετά. Τον Κόκο των ιστοριών, των δρόμων, των αγώνων
και της σιωπηλής αντοχής. Μα οι άνθρωποι δεν δοκιμάζονται μόνο μπροστά στον κόσμο,
ούτε κρίνονται μόνο στις μεγάλες στιγμές. Υπάρχουν και οι μικρές, οι κλειστές,
εκείνες που σπάνε μέσα στις λέξεις και στις περηφάνειες.
Κι ήταν μία
τέτοια στιγμή, δίχως αφορμή και δίχως λόγο, που ο Κόκος τού είπε λόγια βαριά,
ασήκωτα. Λόγια που δεν τα χωρούσε ο νους του Κυριάκου. Ήταν σαν να έσπαζε
ξαφνικά ο καθρέφτης που χρόνια ολόκληρα τον είχε κάνει να βλέπει έναν άνθρωπο
πιο μεγάλο απ’ ό,τι ήταν. Η περηφάνια του πληγώθηκε βαθιά. Ένιωσε πως τον περιγελούσαν,
πως τον μικραίνουν.
Και έτσι, από εκείνη τη μέρα, σταμάτησε να του
μιλά. Τον προσπερνούσε σαν σκιά, σαν άνθρωπο που δεν είχε καμιά θέση στη ζωή
του πια. Η παλιά αγάπη έγινε πίκρα. Η πίκρα έγινε σιωπή. Η σιωπή έγινε
συνήθεια. Πέρασαν δεκαπέντε χρόνια έτσι, δεκαπέντε χρόνια χωρισμού,
αμοιβαίας υπερηφάνειας και άγραφης έχθρας.
Μια μέρα όμως, στο καφενείο, ο Κυριάκος άκουσε τον
καφετζή να του λέει ότι ο Κόκος τον κερνά. Νόμιζε πως άκουσε λάθος. Δεν
απάντησε, ούτε ευχαριστώ είπε. Το θεώρησε τυχαίο.
Την επόμενη εβδομάδα, ξανά το ίδιο. Και πάλι. Και
πάλι.
Ο Κυριάκος, πιο σοφός από τις δοκιμασίες της ζωής,
κατάλαβε. Ο Κόκος, χωρίς να το λέει, ζητούσε συγγνώμη. Όχι με
κουβέντες, δεν μπορούσε, ο εγωισμός του δεν το άφηνε. Μα με τον τρόπο που
ήξερε. Με ένα καφέ πληρωμένο από μακριά. Ήταν το χέρι που απλωνόταν δειλά,
σαν να έλεγε:
«Ας τα αφήσουμε πίσω.»
Και μια μέρα, ο Κυριάκος το δέχτηκε. Ήπιε τον καφέ
που κερνούσε ο ξάδερφός του και την επόμενη φορά του τον ανταπέδωσε. Δεν
ειπώθηκαν πολλές κουβέντες, ούτε εξηγήσεις. Μα σιγά σιγά, τα βλέμματα
μαλάκωσαν, τα χέρια ξανασφίχτηκαν, τα γέλια ξανακούστηκαν στο ίδιο τραπέζι.
Και μέσα του ο Κυριάκος ένιωθε μια ανακούφιση, μια
εσωτερική λύτρωση. Λες και έβγαλε από πάνω του έναν μεγάλο κόμπο που χρόνια τον
έσφιγγε.
Κατάλαβε πως η ζωή είναι μικρή για να κουβαλάει
κανείς έχθρες. Πως ο θυμός στερεύει, μα η συγχώρεση ποτίζει. Πως οι άνθρωποι
αλλάζουν, μετανοούν, γερνούν, και ίσως στο τέλος όλοι ζητούν λίγο φως, μια
συγχώρεση πριν κλείσουν τα μάτια.
Και σκέφτηκε: Η πίκρα ίσως δίνει κουράγιο για λίγο, αλλά η συγχώρεση δίνει ανάσα για μια ζωή.
Το μυστικό του γιαλού
Στην παραλία του Κοττσιά, εκεί
όπου η άμμος σμίγει με τον άνεμο και το κύμα, ξεφυτρώνουν τα κρίνα του γιαλού.
Λευκά, μεγάλα, ατίθασα άνθη που φυτρώνουν μέσα στη στείρα γη, μα μοιάζουν σαν
να είναι σπαρμένα από χέρι θεϊκό. Όταν πέφτει το βράδυ, το άρωμά τους απλώνεται
στην ατμόσφαιρα, μεθυστικό, σαν ψίθυρος που καλεί τις ψυχές να θυμηθούν κάτι
λησμονημένο.
Ο Πανίκος ήταν ψαράς, ήταν και
περβολάρης. Παρήγαγε κουνουπίδια και τα πουλούσε στον Κυριάκο. Μια φορά, μετά
το ξεφόρτωμα, κάθισαν να ξεκουραστούν και, στην κουβέντα επάνω, του εξήγησε πώς
από ψαράς κατέληξε και περβολάρης.
Η γυναίκα του, η Φκωνού, είχε πολλά
χωράφια και ήταν περβολάρισσα. Έτσι, βοηθώντας την, έγινε και ο ίδιος. Και σαν
παραμύθι διηγήθηκε στον Κυριάκο πώς τη γνώρισε και την παντρεύτηκε:
Με τη βάρκα του ξανοιγόταν στη
θάλασσα να ρίξει τα δίχτυα. Από το λιμάνι της Πάφου, ακολουθώντας τις ακτές,
έφτανε ως τη Χλώρακα και την Κισσόνεργα.
Εκείνη τη χρονιά που τη γνώρισε,
τέλη Αυγούστου και αρχές Σεπτέμβρη, όταν περνούσε ενωρίς τη νύχτα ανοιχτά της
Χλώρακας, έβλεπε τακτικά ένα φως να τρεμοπαίζει. Εκεί, δυτικά του χωριού, πάνω
στην ακτή του Κοττσιά, μέσα στις σκοτεινές νύχτες, έλαμπε κάτι σαν άστρο που
τον καλούσε.
Μαγεμένος, πολλές φορές
παράτησε το ψάρεμα κι έσυρε τα κουπιά προς τη στεριά. Και όμως, κάθε φορά που
πλησίαζε, το φως χανόταν, σβησμένο σαν όνειρο. Η περιέργεια γρήγορα έγινε
εμμονή. Ένιωθε πως κάποια δύναμη τον προσκαλούσε, ίσως μια λάμια της
θάλασσας, ίσως το ίδιο το πεπρωμένο.
Μια νύχτα αποφάσισε πως δεν
έπρεπε πια να αφήσει το μυστήριο άλυτο. Από το δείλι ανέβηκε σε έναν ψηλό βράχο
που αγνάντευε όλη την παραλία. Κρύφτηκε εκεί, με την καρδιά του να χτυπά
δυνατά, αποφασισμένος να περιμένει ώσπου να φανεί η πηγή του φωτός.
Όταν έδυσε ο ήλιος και
απλώθηκε η νύχτα, είδε μια νεαρή κοπέλα να κατεβαίνει από το χωριό. Ήταν όμορφη,
λυγερή κι αγέρωχη στο περπάτημά της. Στο χέρι κρατούσε έναν φανό θυέλλης που η
φλόγα του λαμπύριζε στο σκοτάδι σαν άστρο που τρεμοπαίζει. Χωρίς φόβο, χωρίς
δισταγμό, κατηφόριζε το στενό μονοπάτι ώσπου να φτάσει στην ακτή.
Ο Πανίκος με χίλιες σκέψεις
στο νου του, δεν άντεξε άλλο. Σηκώθηκε, της φώναξε και τη ρώτησε τι γυρεύει
μόνη της μέσα στη νύχτα.
Εκείνη τον κοίταξε χωρίς να
ταραχτεί, και στα μάτια της καθρεφτίστηκε το ίδιο σκίρτημα που φούντωνε και στη
δική του καρδιά.
-Έρχομαι κάθε βράδυ να μυρίσω
τα κρίνα του
γιαλού, του αποκρίθηκε. Τη
νύχτα είναι που σκορπούν την πιο βαθιά και σπάνια ευωδιά.
Και ήταν σαν εκείνα τα λόγια να σφράγισαν τη μοίρα
τους. Γνωρίστηκαν κάτω από τον ουρανό, ανάμεσα στα άνθη και το κύμα, και
αγαπήθηκαν κεραυνοβόλα, σαν να το είχε ορίσει η ίδια η φύση. Μεθυσμένοι από το
άρωμα των κρίνων, έμειναν ο ένας δίπλα στον άλλο αγαπημένοι, και αργότερα
ενώθηκαν για πάντα με τα δεσμά του γάμου.
Και από τότε, η ιστορία τους
έμεινε να λέγεται σαν παραμύθι. Οι μεγάλοι τη διηγούνται στα παιδιά κάθε φορά
που τα κρίνα ανθίζουν στον γιαλό και σκορπούν το μεθυστικό τους άρωμα.
Ο Κωστής
ο Τσιάκκος
Ο Κωστής ήταν
από εκείνους της ανθρώπους που δύσκολα της προσέχεις στην αρχή, αλλά όσο της
γνωρίζεις, τόσο καταλαβαίνεις τη δύναμή της. Ήσυχος, ταπεινός, περβολάρης από
γενιά σε γενιά. Κάθε μέρα ξυπνούσε πριν ακόμη χαράξει, άκουγε τον κόκορα να
σημαίνει την αυγή, και έβγαινε στο χωράφι του με το καλάθι στο χέρι.
Το χώμα
ήταν η συντροφιά του, και το νερό που έτρεχε στο αυλάκι, το τραγούδι του. Τα
χέρια του σκληρά, μα τρυφερά όταν χάιδευαν της ντομάτες, τα φασολάκια, τα
αγγούρια. Δεν ήξερε πολλά από αυτοκίνητα, ούτε από μεγάλα σχέδια. Το χωράφι του
έδινε όσα χρειαζόταν, και εκείνος το φρόντιζε σαν παιδί του.
Κάθε μέρα
στο χωριό ακουγόταν ο βόμβος από το φορτηγό του Κυριάκου του πράτη. Που μάζευε
τα προϊόντα των αγροτών και τα πήγαινε στην πόλη. Όταν έφτανε στο περβόλι του
Κωστή, ο Κωστής τον υποδεχόταν με ένα χαμόγελο και δύο λέξεις,
-
Καλημέρα, Κυριάκο. Να ’σαι καλά που της εξυπηρετάς.
Και
άρχιζαν μαζί να φορτώνουν τα κιβώτια με τα ζαρζαβατικά, που ήταν μέσα της
κάσιες τακτοποιημένα με τάξη που θύμιζε τελετουργία. Ο Κυριάκος συχνά γελούσε
και του έλεγε,
-Θειέ
Κωστή, εσύ θέλεις πιο πολύ να τα καμαρώνεις παρά να τα πουλάς!
Ο Κωστής
της δεν απαντούσε. Μόνο χαμογελούσε, με μια ηρεμία που δεν χρειαζόταν λόγια.
Γιατί μέσα του ήξερε πως εκεί, στο χώμα, βρισκόταν η ευτυχία του.
Η ζωή του
ήταν μια ρουτίνα, αλλά ήταν η δική του ρουτίνα. Κάθε μέρα έμοιαζε με την
προηγούμενη, και ωστόσο κάθε αυγή ήταν καινούρια, κάθε σπόρος μια υπόσχεση. Δεν
ήθελε αλλαγές, ούτε μεγάλες περιπέτειες. Του έφτανε να βλέπει τον ήλιο να
ανεβαίνει πίσω από τα βουνά και να βασιλεύει μέσα από της φυλλωσιές. Κάποτε, ο Κυριάκος βλέποντας την ήσυχη ζωή που
ζούσε, τον ρώτησε,
-μα καλά
θειέ Κωστή, δε βαριέσαι όλο τα ίδια και τα ίδια, την ίδια δουλειά κάθε μέρα;
Χωρίς διασκέδαση, χωρίς ταξίδια, χωρίς τίποτα;
Ο Κωστής
σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του και τον κοίταξε ήρεμα.
-Τίποτα;
Όχι, Κυριάκο… Για μένα αυτό είναι το παν. Το χώμα, το νερό, οι σπόροι που
γίνονται καρπός. Κι ύστερα, το τραπέζι της ανθρώπου που θα χορτάσει με αυτά που
εγώ παράγω. Αν αυτό είναι τίποτα, τότε τι είναι το πολύ;
Ο
Κυριάκος σώπασε. Δεν είχε απάντηση.
Και έτσι
ο Κωστής ο Τσιάκκος συνέχισε τη ζωή του, αθόρυβος, ήρεμος, ριζωμένος στον τόπο
του της τα δέντρα που φρόντιζε. Δεν έψαξε ποτέ για περισσότερο. Γιατί είχε βρει
το μυστικό που οι πολλοί ξεχνούν, ότι η αληθινή ευτυχία δεν κρύβεται της
αλλαγές και της κατακτήσεις, αλλά στην απλότητα μιας μέρας που επαναλαμβάνεται
και, παρ’ όλα αυτά, δεν παλιώνει ποτέ.
Ο Κωστής του οξεία
Ο Κωστής του
Οξεία ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που η γειτονιά κουβαλά σαν ζωντανό
κομμάτι της ιστορίας της. Σχεδόν εκατό χρονών, με μάτια που ακόμη σπίθιζαν και
χέρια σκληρά σαν κορμός ελιάς, της ίδιας ελιάς που είχε φυτέψει εξήντα χρόνια
πριν στην αυλή του. Όλοι τον ήξεραν σαν τον γεράκο που δεν μπορούσε να καθίσει
ήσυχος.
Κάθε άνοιξη, την ώρα που οι άλλοι έβγαζαν τις
καρέκλες στις αυλές για να λιαστούν, εκείνος έσκυβε στο μικρό του κηπάκι και
φύτευε. Όχι ντομάτες ή πιπεριές, αλλά κάτι αλλιώτικο, λασάνια με μαϊντανό.
Από αυτά φύτρωνε ο πιο μυρωδάτος μαϊντανός. Ο Κωστής
τον έδενε σε μάτσες, τον έβαζε σε κάσες και, φορτώνοντάς τες σ’ ένα αυτοσχέδιο
καρότσι που είχε φτιάξει με τα ίδια του τα χέρια, τα πήγαινε στον γείτονα
έμπορο, τον Κυριάκο.
Ήταν όμως πάντα περισσότερος απ’ όση χρήση μπορούσε
να γίνει, και όμως, κάθε φορά που του τηλεφωνούσε,
-Κυριάκο, να σου φέρω μαϊντανό;
ο Κυριάκος απαντούσε «ναι» και τον πλήρωνε στο
ακέραιο. Δεν του είπε ποτέ πως δεν πουλιόταν. Όχι γιατί ήθελε να χάνει χρήματα,
αλλά γιατί τον ένιωθε από παιδί σαν θείο σεβαστό, πατέρα, δάσκαλο και φίλο μαζί.
Χρόνια μετά, ο Κυριάκος σκεφτόταν πως αν δεν
αγόραζε τον μαϊντανό, θα άφηνε τον Κωστή να βλέπει τον κόπο του να πηγαίνει
χαμένος. Αντίθετα, αγοράζοντάς τον, του έδινε λόγο να νιώθει χρήσιμος. Γιατί
μερικές φορές οι άνθρωποι δεν φυτεύουν μόνο για να τραφούν· φυτεύουν για να
αγαπηθούν.
Μια μέρα, όμως, ο Κωστής δεν τηλεφώνησε. Ούτε την
επόμενη. Στην αρχή ο Κυριάκος σκέφτηκε πως θα ’χε κουραστεί ή θα είχε πάει
καμιά εκδρομή. Μα η πόρτα έμενε κλειστή, το παράθυρο σιωπηλό.
Χτύπησε την πόρτα. Άκουσε βήματα αργά, βαριά. Όταν
η πόρτα άνοιξε, το χαμόγελο του Κωστή ήταν πιο χλωμό από ποτέ.
-Δεν έχω δύναμη φέτος, είπε. Δεν φύτεψα τίποτα.
Η αυλή ήταν άδεια, το χώμα στεγνό. Ο Κυριάκος
ένιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι, σαν να έβλεπε τον χρόνο να κερδίζει έδαφος.
Το ίδιο απόγευμα, χωρίς να του πει λέξη, πήγε και
αγόρασε σπόρους μαϊντανού. Τσάπισε τα λασάνια και έσπειρε, ακριβώς όπως τον
είχε δει να κάνει τόσα χρόνια. Ο Κωστής, καθισμένος στην καρέκλα του, τον
παρακολουθούσε.
-Καλά τα πας παιδί μου, είπε. Μα πρόσεχε… ο μαϊντανός
θέλει αγάπη.
Την άνοιξη που ακολούθησε, η αυλή μύριζε ξανά
φρεσκάδα. Και ο Κυριάκος αγόραζε πάλι τον μαϊντανό. Όχι για να τον πουλήσει,
αλλά γιατί ήξερε πως όσο φύτρωνε και άνθιζε εκεί, άνθιζε κι ο ίδιος ο Κωστής.
Ο Αντωνής του Αλέξανδρου
Ο Αντωνής του Αλέξανδρου ήταν μεγάλος σε ηλικία και ήταν
γεροντοπαλίκαρο. Τον φώναζαν γεροντοπαλίκαρο, όχι από κακία, αλλά γιατί η ζωή
τον είχε αφήσει ανύπαντρο για πολλά χρόνια. Είχε ένα χωράφι κοντά στη γειτονιά,
το οποίο κάθε χρόνο έσπερνε κρεμμύδια.
Τα χρόνια πέρασαν και, κάπως
καθυστερημένα για τα μέτρα του τόπου, ο Αντωνής παντρεύτηκε και έκανε
οικογένεια. Στο μεταξύ, ο Κυριάκος που τον θυμόταν από όταν ήταν παιδί, είχε κι
αυτός μεγαλώσει, είχε γίνει πράτης και συχνά αγόραζε τα κρεμμύδια του Αντωνή.
Τα πρωινά, συναντιούνταν στο
καφενείο του χωριού. Έπιναν μαζί τον καφέ τους καθισμένοι με τις ώρες στο ίδιο
τραπέζι, και ο Κυριάκος αχόρταγα τον άκουγε να του μιλά. Ήταν άνθρωπος
αμόρφωτος, μόλις που είχε φτάσει ως την τρίτη δημοτικού, μα είχε μεγάλη αγάπη
για το διάβασμα και γι’ αυτό κουβαλούσε μαζί του ένα πλούσιο απόθεμα γνώσεων,
που ξάφνιαζε όποιον τον γνώριζε.
Είχε μνήμη δυνατή, «αθθυμιτικό»
όπως έλεγαν, και έτσι μπορούσε να ξεδιπλώνει με κάθε λεπτομέρεια παλιές
ιστορίες και συμβάντα από τη ζωή των χωριανών, από εποχές που οι περισσότεροι
είχαν πια ξεχάσει. Τα λόγια του έφερναν μπροστά στα μάτια του ακροατή εικόνες
ξεθωριασμένες αλλά ζωντανές, μυρωδιές από παλιά χωράφια, φωνές από πανηγύρια,
και σκιές ανθρώπων που είχαν περάσει και φύγει.
Ο Αντωνής του Αλέξανδρου δεν
ήταν απλώς ένας απλός γεωργός που έσπερνε κρεμμύδια, ήταν ο ζωντανός θησαυρός
της μνήμης του χωριού.
Οι αγκρισμένοι
Ο Γρήστος του Κωστάντινου και
ο Γιωρκής του Πενταρά, αποφάσισαν να καλλιεργήσουν δίπλα στη θάλασσα ένα χωράφι
με κρεμμύδια. Τα φρόντισαν με προσοχή. Τα πότιζαν, τα βοτάνιζαν και στο τέλος
είχαν μια πλούσια σοδειά. Όταν ήρθε η ώρα της συγκομιδής, οι δυό οικογένειες
γυναίκες και παιδιά, μαζεύτηκαν για να βοηθήσουν. Ξερίζωσαν τα κρεμμύδια, τα
στοίβασαν σε σωρούς και αφού πέρασε μια εβδομάδα και ξεράθηκαν τα φύλλα,
άρχισαν να τα καθαρίζουν. Μετά λίγα-λίγατα φόρτωναν σε δύο γαϊδάρους, τους
οποίους οδηγούσε ο Γρήστος στο χωριό, για να τα αποθηκεύσει στην αυλή του
σπιτιού του, φτιάχνοντας δύο μεγάλους σωρούς για τη μοιρασιά.
Ο Γρήστος, όμως, γνωστός για την πονηριά του, είχε
άλλη σκέψη. Έσκαψε έναν ρηχό λάκκο στη γη, τον γέμισε με κρεμμύδια και από πάνω
σχημάτισε έναν μικρό σωρό, ώστε να φαίνεται λιγότερος. Δίπλα έστησε έναν άλλον,
μεγαλύτερο, που φαινόταν πιο πλούσιος. Όταν τελείωσαν τη μεταφορά, γύρισε στον
Γιωρκή και, τάχα μεγαλόψυχα, του είπε,
-Φίλε μου, επειδή σε αγαπώ και σε εκτιμώ, πάρε εσύ τον μεγάλο σωρό. Ο μικρός
μένει για μένα.
Ο Γιωρκής όμως, φημισμένος για την εξυπνάδα του,
απάντησε με χαμόγελο,
-Σε ευχαριστώ φίλε μου για τη γενναιοδωρία σου και
δέχομαι με χαρά. Αλλά θα πάρω και τον σωρό που κρύβεται κάτω από τον δικό σου.
Η συζήτηση γρήγορα μετατράπηκε σε καυγά. Οι δυο
φίλοι πείσμωσαν, αντάλλαξαν βαριές κουβέντες και έμειναν ασυμφιλίωτοι. Τα
κρεμμύδια έμεναν απούλητα και όπως φαινόταν, θα σαπίζανε αν δεν έβρισκαν τρόπο
να τα μοιράσουν. Ταίριαζε γι’ αυτούς η παροιμία: «Για τον ψύλλο έκαψαν το πάπλωμα».
Ο καιρός περνούσε. Ήρθε το φθινόπωρο, μπήκε ο
χειμώνας και τα κρεμμύδια άρχισαν να πωλιούν. Ο Κυριάκος βλέποντας την
πεισματική τους διαμάχη, λυπήθηκε που τόσοι κόποι κινδύνευαν να πάνε χαμένοι.
Προσπάθησε να τους συμφιλιώσει, αλλά στάθηκε αδύνατο.
Έτσι, πήρε την απόφαση να δράσει μόνος του. Μια
μέρα που οι δύο αντίπαλοι έλειπαν από το χωριό, μάζεψε δυο εργάτες, φόρτωσε όλα
τα κρεμμύδια στο φορτηγό του και τα πήγε στο παζάρι. Εκεί τα πούλησε σε καλή
τιμή. Όταν γύρισε και μοίρασε τα χρήματα, οι δυο χωριανοί, προς ανακούφιση
όλων, δεν διαμαρτυρήθηκαν. Κατάλαβαν ότι το πείσμα έχει όρια και πως, στο
τέλος, νικητής είναι εκείνος που βρίσκει τη λύση.
Τα κρεμμύδια του Λουρικού
Ο Αντρίκος
του Λουρικού, γνωστός σε όλους και ως Καπετάνιος, είχε διπλό παρατσούκλι. Το
πρώτο το όφειλε στο επίθετό του, το δεύτερο στη θητεία του στη ναυτική
αστυνομία, όπου υπηρέτησε ως καπετάνιος του λιμενικού. Παράλληλα όμως, ήταν
γεωργός, ένας μερακλής περβολάρης, που ό,τι έβγαζε από τη γη είχε μεγάλη
ζήτηση. Και αυτό γιατί δούλευε με πολλή φροντίδα, υπομονή και πάνω απ’ όλα με
αγάπη για τη γη και τον καρπό της.
Ο Κυριάκος,
έμπορος έμπειρος και έξυπνος, τον υπολόγιζε πάντα στους καλύτερους πελάτες του.
Γι’ αυτό όταν ο Ανδρέας αποφάσισε για πρώτη φορά στην Πάφο να φυτέψει έναν
ξενόφερτο σπόρο κρεμμυδιών που οι Κύπριοι δεν πολυπροτιμούσαν αφού είχαν τα
δικά τους με τη γεμάτη γεύση και τη γνώριμη μυρωδιά, δεν δίστασε να τον
στηρίξει.
-Μπορεί να
ζημιώσω, σκέφτηκε, μα για τον Λουρικό θα ρισκάρω.
Όταν όμως
βγήκε ο καρπός, έμειναν όλοι με το στόμα ανοιχτό. Κρεμμύδια λες και βγήκαν από
καλούπι, μεγάλα, στρογγυλά, λουστρικά, όλα ίδια, να τα χαίρεσαι μόνο που τα
βλέπεις. Ο Κυριάκος κατάλαβε τότε πως δεν κρατούσε απλώς ένα εμπόρευμα, αλλά
θησαυρό.
Έσυρε το
παλιό BEDFORD στο χωράφι και ώρες ολόκληρες φόρτωναν σακιά. Το φορτηγό γέμισε
μέχρι πάνω, πιο πολύ από δέκα τόνους. Και σαν έφτασε στο παζάρι, άρχισε να τα
στήνει προσεκτικά στους πάγκους, λες κι έβαζε στο ράφι κοσμήματα κι όχι
κρεμμύδια.
Δεν άργησαν
να μαζευτούν οι μανάβηδες γύρω, να τα πιάνουν, να τα γυρίζουν στο φως, να τα
κοιτάζουν με θαυμασμό. Εκείνη τη στιγμή ο Κυριάκος πήρε τη μεγάλη του απόφαση.
Αντί να τα ξεπουλήσει φτηνά, όπως είχε λογαριάσει, τόλμησε να ζητήσει τιμή
ψηλή. Και η τύχη τον αντάμειψε. Τα κρεμμύδια φεύγανε το ένα μετά το άλλο, πιο
γρήγορα κι από ψωμί φρεσκοψημένο. Το κέρδος, απρόσμενο και μεγάλο, γλύκανε την
καρδιά του.
Και όταν
γύρισε στον Λουρικό, δεν του ’δωσε μόνο τα συμφωνημένα, μα του έβαλε στο χέρι
και ένα χοντρό μάτσο παραπάνω.
-Αυτά είναι
δικά σου, του είπε. Η γη σου και ο κόπος σου τα ’φεραν.
Από τότε,
για πολλά χρόνια, ο Ανδρέας ο Λουρικός δεν χόρταινε να παινεύει τον Κυριάκο.
Τον θύμιζε πάντα σαν παράδειγμα τιμιότητας και λεβεντιάς, γιατί δεν είναι μικρό
πράγμα, σε καιρούς δύσκολους, να στέκεσαι δίκαιος και να μοιράζεσαι το καλό που
φέρνει η ζωή.
Ο Γιώρκος του Χαμπή του Μαύρου
Ο Γιώρκος
του Χαμπή του Μαύρου ήταν απ’ τους πιο ξακουστούς περβολάρηδες σ’ όλη την
περιοχή. Τα χέρια του ήξεραν το χώμα, το πότιζαν όπως ποτίζει κανείς την ψυχή
του, και εκείνο του δινε πίσω πλουσιοπάροχα γλυκίτατους καρπούς.
Κάθε καλοκαίρι φύτευε ντομάτες στο περβόλι της
Χαλιτές μιας χανούμισσας από τη Λέμπα. Το χωράφι ήταν πναστό, το χώμα μαλακό
γεμάτο δύναμη, γι’ αυτό και οι ντομάτες του Γιώρκου ήσαν πρώτης τάξης, κόκκινες
σαν το ηλιοβασίλεμα, μυρωδάτες, και με γεύση που σου μενε στον νου.
Όλη του τη σοδειά την έδινε στον ξάδερφό του τον
πράτη τον Κυριάκο. Ούτε μιαν οκά σε άλλον. Και ο Κυριάκος, με τη σειρά του, τις
πωλούσε μονάχα στους καλούς του πελάτες. Έτσι γινόταν χρόνια, με τάξη και
εμπιστοσύνη.
Μια φορά πέρασε η μέρα, δειλίνιασε, σκοτείνιασε και
ο Γιώρκος ήταν χασιμιός. Ανήσυχος ο Κυριάκος πήρε το αυτοκίνητο και πήγε να
ιδεί τι γίνεται.
Τον βρήκε στην άκρη του χωραφιού, σκυφτό και
μουτρωμένο, όπως να του σκότωσαν τη μάνα.
-Τι συμβαίνει, Γιώρκο; Γιατί χάθηκες;
-Δεν βλέπεις, Κυριάκο, την καταστροφή που έπαθα;
Μπήκε το κοπάδι του Φυτού και έφαγε όλη τη ρέντα.
Εκείνη τη στιγμή φάνηκε από μακριά ο Φυτός.
-Θκιέ Φυτέ! Θκιέ Φυτέ!
άρχισε να φωνάζει ο Γιώρκος, με τη φωνή του να σπάει
από το θυμό.
-Τι έκαμες; Τι έκαμες; Με κατάστρεψες!
Ο Φυτός, μόλις τους είδε, σήκωσε το χέρι ψηλά σε
χαιρετισμό και φώναξε δυνατά:
-Όλα καλά! Όλα καλά!
Και έπειτα χαμογέλασε, όπως να μη συνέβη τίποτα.
Ο Γιώρκος σταμάτησε να φωνάζει. Τι να του πει; Ήξερε
πως ο Φυτός ήταν κουφός. Μόνο έσκυψε ξανά το κεφάλι κι έριξε το βλέμμα στις
ποδοπατημένες ντομάτες, που μύριζαν γλυκό και πικρό μαζί.
Νεοκλής ο Σιαμμάς
Ο Νεοκλής
ήταν ένας φτωχός βιοπαλαιστής με πολλά παιδιά. Η ζωή του, στα πρώτα χρόνια της
ίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, ήταν η προσωποποίηση της καθημερινής πάλης
σε μια φτωχική εποχή. Μεροκαματιάρης, κουρασμένος, μα αξιοπρεπής, στεκόταν
όρθιος απέναντι στις δυσκολίες, κρατώντας την οικογένεια και τον εαυτό του
ζωντανούς με τον ιδρώτα του. Δεν είχε πλούτη, μα είχε την τιμή του μόχθου και
τη δύναμη της υπομονής.
-Φτωχός βιοπαλαιστής είμαι, παλεύω να τα βγάλω πέρα…,
ήταν η επωδός του, που την έλεγε με πίκρα, αλλά και
με περηφάνια για τον τίμιο κόπο του.
Δούλευε σκληρά σε κακοπληρωμένες δουλειές για να
φέρει το ψωμί στο τραπέζι και να μην λείψει τροφή από τα παιδιά του. Όμως δεν
του έφτανε αυτό, ήθελε να μορφωθούν, να μην μείνουν αμόρφωτα όπως εκείνος. Έτσι,
τα απογεύματα, όταν σχολούσε από τη δουλειά, έτρεχε στο μικρό χωραφάκι που είχε
δίπλα στο παλιό του σπίτι. Εκεί αγωνιζόταν με πείσμα, καλλιεργώντας διάφορες ρέντες.
Η αγαπημένη του ρέντα όμως, ήταν τα κολοκύθια.
Ο Κυριάκος, τον θυμόταν για δεκαετίες να έρχεται
φορτωμένος με κιβώτια, δύο δύο, και να του τα φέρνει στις αποθήκες. Τα αγόραζε
πάντα με προθυμία, γιατί ο Νεοκλής ήταν τίμιος και μερακλής στη δουλειά του.
Στη συσκευασία του δεν υπήρχε ποτέ ψέμα, ούτε μόστρα, ούτε κρυμμένα στραβά ή
χοντρά κολοκύθια κάτω από τα καλά. Ό,τι έδινε, ήταν καθαρό και σωστό.
Κάθε φορά που μάζευε τα κολοκύθια και τα φόρτωνε
στο μικρό του μηχανάκι, φαινόταν από μακριά να ανεβαίνει σιγά τον δρόμο, με
προσεκτική οδήγηση και αργή ταχύτητα. Τότε ο Κυριάκος κατέβαινε τα σκαλιά της
αποθήκης για να τον προϋπαντήσει και να τον βοηθήσει να ξεφορτώσει.
Μια μέρα, ο Νεοκλής παρουσιάστηκε με μια σακούλα
μισογεμάτη καραόλους.
-Τους βρήκα στον όχτο του χωραφιού και τους μάζεψα.
Τους θέλεις;
ρώτησε.
Ο Κυριάκος φυσικά τους αγόρασε, και μάλιστα σε καλή τιμή, γιατί ήξερε πως θα
τους πουλούσε ακριβά. Οι καράολοι είχαν πάντα μεγάλη ζήτηση καθώς ήταν ο
εθνικός μεζές του νησιού, ήταν το τσίλλημα που συντρόφευε τη ζιβανία, το εθνικό
ποτό των Κυπρίων.
Εκείνη τη μέρα, από μια μισογεμάτη σακούλα καραόλους,
ο Νεοκλής πήρε περισσότερα χρήματα απ’ όσα έβγαζε συνήθως ολόκληρη την εβδομάδα
με τα κολοκύθια. Και πάλι, όμως, το χαμόγελό του δεν ήταν για τα χρήματα, ήταν
για τη χαρά ότι θα μπορούσε να δώσει κάτι παραπάνω στα παιδιά του, να τους
ανοίξει ένα μικρό παράθυρο σε έναν κόσμο καλύτερο από εκείνον που τον έριξε η
μοίρα να ζήσει.
Αγάπη στο χωριό
Μερικοί
άνθρωποι γεννιούνται διαφορετικοί. Δεν ξέρουν τι είναι ζήλια, μίσος, αγένεια ή
κακία. Ξέρουν μόνο να δίνουν αγάπη, -γιατί αγάπη έχουν μονάχα μέσα τους - σε
ανθρώπους, ζώα, στη φύση.
Ο Χρύσανθος ήταν από φυσικού του χαρούμενος και ανοιχτόκαρδος.
Κατείχε μια σπουδαία θέση στη κυβέρνηση, υπεύθυνος για την ύδρευση ολόκληρης
της επαρχίας της Πάφου. Παράλληλα, με τη βοήθεια της πιστής συζύγου του,
καλλιεργούσε τα περιβόλια τους, και όλη τη σοδειά την πουλούσε στον φίλο του,
τον Κυριάκο. Οι δυο τους είχαν ταιριάξει απόλυτα. Η φιλία τους ξεπερνούσε κατά
πολύ τις επαγγελματικές συναλλαγές. Έκαναν παρέα στο καφενείο, στη ταβέρνα του χωριού
και οι οικογένειές τους διατηρούσαν άριστες σχέσεις.
Μια μέρα το φορτηγό του Κυριάκου κόλλησε στις
λάσπες κάτω στην τέλειωση του χωριού, φορτωμένο με αγγούρια και ντομάτες. Όσο
και να προσπάθησε, κάθε προσπάθεια το βύθιζε ακόμα πιο βαθιά στη λάσπη. Αγαναχτισμένος
και κουρασμένος, κατάλαβε ότι η μόνη λύση ήταν ο Χρύσανθος.
Ξεκίνησε πεζός προς την πλατεία του χωριού, όπου
υπήρχε ένας τηλεφωνικός θάλαμος. Κάλεσε τον φίλο του και η φωνή του Χρύσανθου
ακούστηκε ζεστή από την άλλη άκρη της γραμμής.
-Μείνε εκεί που είσαι, του είπε. Έρχομαι αμέσως με
το τρακτέρ της δουλειάς, είμαι εδώ κοντά.
Μέσα σε λίγη ώρα, ο Χρύσανθος εμφανίστηκε με δυο
υπαλλήλους του, χαμογελαστός όπως πάντα, ακόμα και όταν τα πόδια του βυθίστηκαν
στις λάσπες. Χωρίς βαρηγκομούς, έδεσαν σχοινιά στο φορτηγό και ο οδηγός του
τρακτέρ άρχισε να τραβά. Στον ήλιο που είχε αρχίσει να δύει βάφοντας τον ουρανό
πορτοκαλί, σιγά-σιγά, το φορτηγό άρχισε να κινείται, ώσπου τελικά ξεκόλλησε και
στάθηκε σταθερό πάνω στο στεγνό έδαφος.
Ο Κυριάκος χαρούμενος, και νιώθοντας μια έκρηξη
ευγνωμοσύνης, αγκάλιασε το φίλο του.
-Χρύσανθε, δεν ξέρω πώς θα τα κατάφερνα χωρίς εσένα,
ψιθύρισε συγκινημένος.
Ο Χρύσανθος χαμογέλασε απλώς.
-Μη με ευχαριστείς, φίλε μου, είπε. Τις χαρές και
τις λύπες τις μοιραζόμαστε, έκανα απλώς το καθήκον μου.
Τα νέα για το κολλημένο φορτηγό διαδόθηκαν γρήγορα.
Οι κάτοικοι, κυρίως οι γεωργοί, ανησυχούσαν. Θα ξεκολλούσε εύκολα; Θα
προλάβαινε ο Κυριάκος να μαζέψει την πραμάτεια τους καθώς έπεφτε το σκοτάδι;
Και το μικρό περιστατικό έγινε μεγάλο θέμα
συζήτησης σε όλο το χωριό, όπου λίγα πράγματα συνέβαιναν για να σχολιαστούν.
Καθώς επέστρεφαν ο χρύσανθος με τον Κυριάκο,
παρατήρησαν πως κάτι είχε αλλάξει στην ατμόσφαιρα. Οι κάτοικοι βλέποντας τη
φιλία και την αλληλεγγύη τους, ένιωθαν και αυτοί πιο ενωμένοι. Το παράδειγμα
του Χρύσανθου που έδινε χωρίς να περιμένει αντάλλαγμα, άρχισε να αλλάζει
σιγά-σιγά την καρδιά της μικρής κοινότητας.
Και έτσι, με έναν απλό χειρισμό τρακτέρ και μια
πράξη φιλίας, η αγάπη ενός ανθρώπου, άρχισε να διαδίδεται σαν ήλιος
που φωτίζει τις καρδιές όλων γύρω του.
Ένας ήρεμος άνθρωπος
Ο Ανδρέας
του Σταυρή ήταν ένας καλοπροαίρετος και γαλήνιος άνθρωπος. Έβλεπε τον κόσμο με
κατανόηση και καλοσύνη, και αυτή η ηρεμία που είχε μέσα του, έδινε στα λόγια του
μια ιδιαίτερη δύναμη. Έλεγε τη γνώμη του απλά, ήρεμα, χωρίς να προσπαθεί ποτέ
να την επιβάλει.
Όταν έβλεπε αδυναμίες, λάθη ή
ψέματα, δεν στεκόταν στα κακά. Αντίθετα, προτιμούσε να κοιτάζει τη δυνατότητα
για βελτίωση. Για τον Ανδρέα, κάθε άνθρωπος άξιζε μια δεύτερη ευκαιρία, και
κάθε δυσκολία μπορούσε να γίνει αφορμή για μάθηση. Η καλοσύνη του δεν ήταν
αδυναμία αλλά επιλογή. Ήξερε πως η ζωή έχει σκληράδες, και όμως αποφάσιζε να
αντιμετωπίζει τους ανθρώπους με σεβασμό, κατανόηση και ευγένεια.
Ήταν δουλευταράς. Μαζί με τη γυναίκα του, από το
πρωί ως το βράδυ δούλευαν στα περιβόλια τους, κάνοντας αυτό που αγαπούσαν, τη
γεωργία σε πράξη. Παρήγαγαν πολλά φρούτα και λαχανικά, και με τη καλή
συνεργασία που είχαν με τον Κυριάκο τον πράτη, τα διέθεταν σχεδόν όλα.
Μα ο Κυριάκος δεν ασχολιόταν με καρπούζια, και έτσι
ο Ανδρέας όποτε φύτευε καρπούζια, αναγκαζόταν να τα πουλάει μόνος του. Φόρτωνε
το μικρό του βαν, κατέβαινε στην πλατεία του χωριού και τα πουλούσε ένα-ένα.
Και ας υπήρχαν κι άλλοι που πουλούσαν, οι χωριανοί
προτιμούσαν τον Ανδρέα. Είχε χτίσει φήμη τίμιου ανθρώπου, και όλοι ήξεραν πως
τα καρπούζια του ήταν πάντα κόκκινα, ώριμα, γλυκά. Και αν ποτέ έπεφτε κάποιο
άγουρο, το άλλαζε αμέσως χωρίς κουβέντες.
Μια φορά, αφού ξεπούλησε, οι χωριανοί αναγκάστηκαν
να αγοράσουν από άλλον παραγωγό που δεν ήταν τόσο τίμιος όπως ο Ανδρέας.
Την ώρα που ετοιμαζόταν να φύγει με το αυτοκίνητο, φάνηκε
ένας συγχωριανός να έρχεται βιαστικός από απέναντι και να φωνάζει:
-Ανδρέα, μη φεύγεις! Το καρπούζι που μου πούλησες
δεν είναι κόκκινο!
Στο χέρι του κρατούσε ένα κομμένο, άγουρο καρπούζι.
Ο Ανδρέας στάθηκε και τον
περίμενε. Πήρε το καρπούζι από τα χέρια του, το κοίταξε και του είπε ήσυχα:
-Δεν το αγόρασες από μένα.
Ο άλλος, τάχα θυμωμένος,
άρχισε να φωνάζει και να στήνει καβγά, και όλο το χωριό τον άκουγε. Ο Ανδρέας
όμως, που δεν ήθελε φασαρίες, αποκρίθηκε ήρεμα:
-Εντάξει, θα σου δώσω πίσω τα χρήματα, και του
έδωσε τα χρήματα, μα να σου εξηγήσω γιατί είμαι σίγουρος ότι το καρπούζι αυτό
δεν είναι δικό μου. Κάθε καρπούζι που πουλάω, δίπλα στο κοτσάνι του, το χαράζω
με το νύχι μου για να ξέρω αν ήταν δικό μου Το δικό σου δεν έχει χαρακιά.
Ο συγχωριανός άκουσε, κοκκίνισε από ντροπή, ζήτησε
συγγνώμη και έδωσε πίσω τα χρήματα και έσκυψε το κεφάλι.
Ο σκληρός περβολάρης
Κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας στην Κύπρο (1878–1960), οι δημόσιες
υπηρεσίες λειτουργούσαν κάτω από την αυστηρή βρετανική διοίκηση. Στα ανώτερα
αξιώματα υπηρετούσαν σχεδόν αποκλειστικά Βρετανοί αξιωματούχοι, ενώ τοπικό
προσωπικό απασχολείτο σε χαμηλότερες θέσεις, συχνά σε σκληρές και απαιτητικές
εργασίες. Σε αυτό το πλαίσιο ξεχώρισε η ιστορία του Αλακάτη, ενός απλού Κύπριου
που η μοίρα του τον έφερε να συνδεθεί με τον πόλεμο, την αγροτιά και τελικά τη
γη που τον γέννησε.
Ο Αλακάτης, νέος τότε,
επιστρατεύτηκε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και υπηρέτησε στο Κυπριακό σύνταγμα.
Γνώρισε τη φρίκη του πολέμου, τα κρύα χαράματα στις ευρωπαϊκές εκστρατείες, τον
θόρυβο από τα πυροβόλα και τον φόβο που συνόδευε κάθε μέρα στο μέτωπο. Μαζί με
χιλιάδες άλλους Κύπριους στρατιώτες, πολέμησε όχι για τη δική του πατρίδα
άμεσα, αλλά για την αυτοκρατορία που κυβερνούσε τότε το νησί. Όταν ο πόλεμος
τελείωσε και επέστρεψε στην Κύπρο, δεν τον περίμενε δόξα και τιμές, αλλά μια
νέα αποστολή, διορίστηκε «κουνουπιέρης».
Η δουλειά του ήταν σκληρή και
μοναχική. Με τον ήλιο να καίει, φορτωμένος στον ώμο ένα σακίδιο με φάρμακα και
δηλητήρια, και κρατώντας στο χέρι μια μπόμπα ψεκάσματος, γύριζε ολόκληρη την
ύπαιθρο της Πάφου. Ψέκαζε κάθε στάσιμο νερό, κάθε λάκκο και ρυάκι, για να
καταπολεμήσει τα κουνούπια και τις βδέλλες που απειλούσαν την υγεία των
ανθρώπων και των ζώων. Ήταν μια αποστολή αθόρυβη αλλά κρίσιμη, γιατί το νερό
εκείνα τα χρόνια δεν ήταν μόνο για πότισμα των αγρών, αλλά και για να ξεδιψούν
οι κάτοικοι.
Ο Αλακάτης παντρεύτηκε την Περσού,
μια γυναίκα απλή, ύσηχη και υπομονετική, που τον στήριξε στις δυσκολίες. Μαζί
έκαναν παιδιά, και ένας από αυτούς, ο Κλείτος, έδειξε από μικρός ιδιαίτερο
ενδιαφέρον για τη δουλειά του πατέρα του. Ακολουθούσε τον Αλακάτη στις
περιπολίες του, παρατηρούσε τα φάρμακα, μάθαινε τα ονόματα και τις χρήσεις τους.
Αυτές οι γνώσεις, που σε άλλον θα περνούσαν απαρατήρητες, στον Κλείτο έμελλε να
γίνουν θεμέλιο της μελλοντικής του πορείας.
Μετά Τον πόλεμο του 1974, ο
Κλείτος ασχολήθηκε με τη γεωργία. Γνώστης των φαρμάκων, των σκευασμάτων και των
μεθόδων προστασίας των καλλιεργειών, κατάφερε να γίνει ένας από τους πιο
πετυχημένους καλλιεργητές της περιοχής. Τα προϊόντα του ξεχώριζαν για την
ποιότητα και την αντοχή τους, και έτσι πουλιούνταν εύκολα στις αγορές. Ωστόσο,
η επιτυχία του τον έκανε και σκληρό στις συναλλαγές του. Στα παζάρια με τους
εμπόρους δεν υποχωρούσε εύκολα, συχνά έλεγε τον τελευταίο λόγο με θυμό και
νεύρα. «Έκαιγε το πάπλωμα για τον ψύλλο», όπως έλεγαν στο χωριό, χάνοντας κέρδη
και συνεργασίες για ασήμαντες αφορμές.
Πολλοί έμποροι κουράστηκαν από
τον δύστροπο χαρακτήρα του και σταμάτησαν να συνεργάζονται μαζί του.
Κάποια στιγμή, ο Κλείτος
δοκίμασε την τύχη του με τον Κυριάκο, που ξεχώριζε για τη μόρφωση και την
εξυπνάδα του. Ο Κυριάκος κατάλαβε γρήγορα τον χαρακτήρα του Κλείτου. Δεν τον
αντιμετώπιζε με αντιδικία ούτε με ψυχρό συμφέρον. Αντίθετα, με ευγένεια και
επιδεξιότητα του έδειξε ότι μπορούσαν να κερδίζουν και οι δύο. Έμαθε να τον
πείθει, να του μιλά ήρεμα, να τον καθησυχάζει εκεί που άλλοι θα συγκρούονταν.
Με τον καιρό, ο Κλείτος όχι μόνο
έγινε πιστός πελάτης του Κυριάκου, αλλά και φίλος του. Από τις συναλλαγές
πέρασαν στις κουβέντες για τα χωράφια, τις οικογένειες και τα νέα του τόπου. Ο
ένας κέρδιζε τον άλλον με τον δικό του τρόπο, και η σχέση τους έμεινε παράδειγμα
στο χωριό για το πώς ο σεβασμός και η κατανόηση μπορούν να δαμάσουν και τον πιο
δύστροπο χαρακτήρα.
Ο Νικολής
του Αριστόδειμου
Η Κυπριακή
διάλεκτος είναι ένας ζωντανός θησαυρός, όπου κάθε λέξη κουβαλά μνήμες, ιστορίες
και τρόπους ζωής. Ανάμεσα σε αυτές, ξεχωρίζει ο «σιεηττάνης», λέξη που
αποτυπώνει μια χαρακτηριστική μορφή του λαϊκού ανθρώπου, τον παμπόνηρο, τον
εφευρετικό, εκείνον που ξέρει να γλιτώνει τις παγίδες και να βγαίνει
κερδισμένος. Είναι μια λέξη σύμβολο εξυπνάδας και επιβίωσης. Σε μια κοινωνία
που έζησε αιώνες φτώχειας, σκλαβιάς και δυσκολιών, η πονηριά ήταν αναγκαία
αρετή.
Τέτοιος ήταν και ο Νικολής του Αριστόδειμου. Από παιδί
ξεχώριζε. Έπαιρνε τα γράμματα και ήταν άριστος, έτσι που ο δάσκαλος πίεσε τον
πατέρα του να τον στείλει να φοιτήσει και στο ανώτερο σχολείο. Και εκεί πάλι
ξεχώρισε, αλλά ας όψεται η φτώχεια, ο πατέρας του αναγκάστηκε να τον σταματήσει
και να τον βάλει να δουλεύει στα χωράφια.
Έτσι, από γεωργός ξεκίνησε, παιδί της γης και του
ιδρώτα. Μα ένα ατύχημα τον κράτησε πίσω. Δεν μπορούσε πια να σκύβει μέρα νύχτα
στα χωράφια. Αλλά αντί να μεμψιμοιρεί, έστρεψε το μυαλό του αλλού. Εφεύρισκε
τρόπους, έβρισκε παρακαμπτήριες, έμπαινε σε δουλειές που άλλοι φοβούνταν. Όπου
υπήρχε δύσκολο, εκεί ήταν ο Νικολής να το λύσει. Και όποιος τον έλεγε
«σιεηττάνη» δεν το έλεγε για κακό, μα για θαυμασμό.
Ο Νικολής το είχε μαράζι που δεν τον άφησαν να σπουδάσει,
και έλπιζε κάποιο από τα παιδιά του να ήταν το ίδιο όπως και αυτός. Ευτυχώς, ο
Θεός από ψηλά άκουσε την πεθυμιά του, και το δεύτερο παιδί του, ο Ανδρέας, του
έμοιασε. Ήταν και αυτός κοψονούρης, έξυπνος, και έπαιρνε τα γράμματα του
φτέρου. Γι’ αυτόν, για να τον σπουδάσει, δούλεψε πιο σκληρά, έκανε σκληρές
οικονομίες, και ο Ανδρέας τον έβγαλε ασπροπρόσωπο. Τώρα, μετά από χρόνια, οι χωριανοί
λένε για τον Ανδρέα:
-Ίδιος ο Νικολής, δεν του άφησε ναΐπι.
Με τον Κυριάκο, έμπορο του χωριού, τον έδεσε δυνατή
φιλία. Ο Κυριάκος, βλέποντας πόσο μυαλωμένος ήτανε ο φίλος του, του έδωσε χέρι
να στήσει δεύτερο γραφείο μέσα στις αποθήκες του. Εκεί, πίσω απο τα σακιά με τα
κρεμμύδια και τα κιβώτια με τα φθαρτά, ο Νικολής ήταν υπεύθυνος για τα δύσκολα.
Μαέστρος στις συμφωνίες, δεν άφηνε ποτέ συναλλαγή να πάει χαμένη. Όσοι
αμφέβαλλαν για την αξία του, έπαιρναν πάντα την ίδια απάντηση από τον Κυριάκο:
-Αν ξέρατε πως ο Νικολής ακόμα και τον Διάβολο τον
έπαιξε στα δάχτυλα, θα σωπαίνατε!
Κι ύστερα έλεγε την ιστορία:
Ήταν τότες που ο Νικολής ήταν ακόμα νέος, και
έσκαβε το χωράφι του ένα δειλινό, που το φως έσβηνε πίσω απ’ τα βουνά. Ξάφνου,
εμπρός του φάνηκε ο Διάβολος, με μάτια σαν κάρβουνα και χαμόγελο
στραβό.
-Νικολή, του είπεί, τούτο το χωράφι είναι δικό μου.
Αν θέλεις να το δουλεύεις, θα μου δίνεις τη μισή σοδειά. Και εγώ για τον κόπο
σου θα σε αφήνω εσύ να διαλέγεις: το πάνω ή το κάτω.
Ο Νικολής, δίχως να τρομάξει, χαμογέλασε ήσυχα,
όπως χαμογελούν οι χωριάτες που ξέρουν πως με τη γη δεν χωρατεύει κανείς.
-Εντάξει, φέτος εγώ θέλω το κάτω.
Κι έσπειρε πατάτες. Σαν ήρθε ο
καιρός, έβγαλε τις ρίζες γεμάτες καρπό, και ο Διάβολος έμεινε με τα φύλλα, ξερά
κι άχρηστα.
Θύμωσε πολύ, και με μάτια που πετούσαν σπίθες είπε.
-Του χρόνου το κάτω θα είναι δικό μου!
-Να είσαι βέβαιος, απάντησε ο Νικολής.
Και έσπειρε σιτάρι. Στον θερισμό, ο Διάβολος πήρε
το κάτω, τις ποκαλάμες, τις ρίζες, χώμα και τίποτα. Και ο Νικολής πήρε τα πάνω,
τα χρυσά στάχια, που γέμισαν τις αποθήκες του σιτάρι.
Από τότε, λένε, ο Διάβολος δεν ξανατόλμησε να τα
βάλει με γεωργούς. Γιατί κατάλαβε πως οι άνθρωποι της γης, με την πονηράδα τους
και το σιεηττανίκι τους, ξέρουν να νικούν ακόμα και τον ίδιο.
Και έτσι ο Νικολής έμεινε στη μνήμη του χωριού, όχι
μονάχα σαν γεωργός, μα σαν ο σιεηττάνης γεωργός, εκείνος που ξεγέλασε τον
Διάβολο και δίδαξε πως η εξυπνάδα είναι και αυτή καρπός της γης, σπόρος που
φυτρώνει μόνο σε χώματα δύσκολα.
Και όσο περνούσαν τα χρόνια, ο Νικολής αποκτούσε
φήμη ως ο γνωστικός και έμπειρος γνώστης παντός θέματος. Στα καφενεία πολλοί
νέοι και γέροι τον συμβουλεύονταν, και όποιος ρωτούσε άλλον για μια συμβουλή,
του έλεγαν:
-Ρώτα τον Νικολή, αυτός ξέρει.
Και ο Νικολής δεν έδινε ποτέ άμεση απάντηση.
Απαντούσε με ένα παραμύθι, μια παροιμία ή μια ιστορία με γεωργούς, ζώα ή ακόμα
και αποσπάσματα από το Ευαγγέλιο. Μα στο τέλος όλοι έβρισκαν μέσα από τα λόγια
του τη λύση.
Έτσι, η φήμη του δεν έμεινε μόνο στο ότι ξεγέλασε
τον Διάβολο, αλλά πως ήξερε να ξεγελά και τις δυσκολίες, την αδικία, ακόμα και
τον ίδιο τον φόβο. Ο κόσμος τον θυμάται σαν εκείνον που έδειξε πως με την
εξυπνάδα και το σιεηττανίκι, όποιος ξέρει να τα τιμά, δεν τον νικά ούτε ο
Διάβολος ούτε κανείς.
Και στις σημερινές ημέρες, υπάρχει ο γιος του ο
Ανδρέας που πήρε τη θέση του.
Το τυχερό περβόλι του Παπάντωνη
Η Χλώρακα
κουβαλά ένα όνομα βαρύ, ποτισμένο με χώμα, ιδρώτα και ιστορίες. Ανάμεσα στα
πολλά που τη σημάδεψαν, ξεχωρίζουν τα αγγούρια της. Ξακουστά σε όλη την Κύπρο
και πέρα από αυτήν, όχι μόνο για το μέγεθος και την πρωιμότητά τους, αλλά και
για τις παράξενες, συχνά ευτράπελες, ιστορίες που τα ακολουθούσαν σαν σκιά.
Το αγγούρι,
αν το κοιτάξει κανείς με μάτι φυσιοδίφη, δεν λέει πολλά. Είναι ένα απλό
ζαρζαβατικό, χωρίς ιδιαίτερη ιστορία. Αν όμως το πλησιάσει ιστορικός, και
μάλιστα Χλωρακιώτης, τότε ξεδιπλώνεται μπροστά του ένα ολόκληρο χρονικό
ανθρώπων, κόπων και εποχών.
Στις αρχές
του περασμένου αιώνα, οι κάτοικοι της Χλώρακας ζούσαν κυρίως από τη γη. Το χώμα
ήταν εύφορο, το κλίμα γλυκό και φιλικό για την καλλιέργεια του αγγουριού. Μόνο
το νερό ήταν λιγοστό, κι έτσι τα περισσότερα χωράφια φιλοξενούσαν σιτηρά. Εκεί
όμως, στις πάνω περιοχές, στα φτανοχώραφα και τις καυκάλλες, οι χωριανοί δεν
λύγιζαν. Με κόπο αμέτρητο κουβαλούσαν χώματα ξένα, φορτωμένα σε γαϊδούρια, και
τα άπλωναν πάνω στις πέτρες, μέχρι να γεννηθούν μικρά θαύματα καλλιέργειας. Από
την Έμπα έφερναν νερό με αυλάκια, ένα έργο δύσκολο, μα αναγκαίο. Έτσι, σιγά
σιγά, η Χλώρακα έγινε τόπος μεγάλης παραγωγής αγγουριών.
Τα αγγούρια
εκείνα ήταν μεγάλα και συχνά στραβά. Κι όμως, η φήμη τους ταξίδεψε. Πρώτα στην
Κύπρο και ύστερα στην Ευρώπη, ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1960, όταν οι
πρωτοπόροι γεωργοί της κοινότητας έστησαν τα πρώτα γυάλινα θερμοκήπια και
κατάφεραν το αδιανόητο: να παράγουν αγγούρια μες στον χειμώνα. Ήταν τα μεγάλα
αγγούρια της αυλακιάς, τόσο ακριβά κάποτε, που μια φορά πωλήθηκαν δυόμισι λίρες
την οκά και έγιναν πρωτοσέλιδο στην «Τελευταία Ώρα», με γράμματα κατακόκκινα.
Από αυτά τα
αγγούρια γεννήθηκε και η περίφημη φράση «αγγούρκα της Χλώρακας». Λένε πως
πρωτοειπώθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα από τον παπά Σάββα, κι έμεινε για να
δηλώνει και απαξίωση και πόνο μαζί· γιατί, όπως έλεγαν, μόνο αν καθόσουν πάνω
σε ένα χοντρό και στραβό αγγούρι της Χλώρακας καταλάβαινες την αξία του.
Οι γεωργοί,
βέβαια, προτιμούσαν τα ίσια. Τσάπιζαν τις τάβλες, μαλάκωναν το χώμα, για να
μεγαλώνουν τα αγγούρια χωρίς εμπόδια, ευθυγραμμισμένα, έτοιμα για το παζάρι. Με
τον καιρό ήρθαν τα υβρίδια, τα κρεμαστά αγγούρια «τεμάχια», που πουλιούνταν
ένα-ένα. Ύστερα ήρθαν τα σημερινά κοντά αγγουράκια, άψογα στο μάτι, φτωχά όμως
στη γεύση και τη μυρωδιά, που καμία σχέση δεν είχαν με τα παλιά.
Μέχρι το
2000 σχεδόν κάθε Χλωρακιώτης ήταν και περβολάρης. Η παραγωγή ήταν τόσο μεγάλη
που η κυπριακή αγορά δεν αρκούσε. Άνοιξαν δρόμοι εξαγωγών, φορτηγά και
αεροπλάνα φόρτωναν αγγούρια για το εξωτερικό. Μεγάλο ρόλο σε αυτή την άνθηση
έπαιξε ο Ανδρέας Αζίνας, Χλωρακιώτης, που μετά το 1960, ως υφυπουργός Γεωργίας
και αργότερα διοικητής του Συνεργατικού Κινήματος, στήριξε τους αγρότες με
δάνεια, επιχορηγήσεις και νέες ποικιλίες. Ολόκληρη η κοινότητα έγινε ένα απέραντο
θερμοκήπιο.
Η φήμη
έφτασε παντού. Ακόμα και όταν η Ράκελ Γουέλς ήρθε στην Κύπρο το 1971 για τα
γυρίσματα της ταινίας «Πολυαγαπημένη», ρωτήθηκε τι της άρεσε περισσότερο.
Κι εκείνη απάντησε χαμογελώντας: “The best and more tasteful
cucumbers of Chlorakas.”
Όλα αυτά συλλογιζόταν
ο Κυριάκος ένα βράδυ, καθισμένος στην ταβέρνα του Φακοντή, όταν είδε στο
διπλανό τραπέζι τα παιδιά του Παπάντωνη. Τα θυμόταν μικρά, να τρέχουν στο
περβόλι, κι όμως τώρα είχαν μεγαλώσει, με παιδιά και εγγόνια. Θυμήθηκαν τον
Αντρέα, τον πατέρα τους, αγωνιστή της ΕΟΚΑ και ύστερα περβολάρη σκληρό στο
παζάρι, που ήξερε να εκμαιεύει τις καλύτερες τιμές.
Θυμήθηκαν
και εκείνη τη μέρα που ο Κυριάκος, ως φθαρτέμπορος
παμπόνηρος, τους έβαλε να κόψουν όλα τα αγγούρια, μικρά και μεγάλα. Ρίσκο
μεγάλο. Τα καφάσια μισοάδεια. Ο Κυριάκος
όμως, καθώς θεωρόντας το χωράφι γουρλίδικο, πήρε το ρίσκο.
Και την
άλλη μέρα, όταν άκουσαν τις τιμές στο ραδιόφωνο, κατάλαβαν. Ο Κυριάκος ήξερε να
διαβάζει την αγορά όπως άλλοι διάβαζαν τον καιρό.
Η κουβέντα
πήγε και στο περβόλι. Εκείνο το μεγάλο, το σκεπασμένο με νάυλον, που έδινε ζωή
σε τόσους ανθρώπους. Το είχαν χαλάσει πια. Στη θέση του υψώθηκε μια υπεραγορά,
θεόρατο κτίριο από μπετόν. Κι όμως, και πάλι τύχη έφερε. Οι υπεραγορές
Παπαντωνίου απλώθηκαν σε όλη την Κύπρο. Το χώμα εκείνο, ό,τι κι αν φιλοξένησε,
ευδοκίμησε.
Στο τέλος,
καθώς η νύχτα προχωρούσε, όλοι συμφώνησαν: η Χλώρακα κράτησε το όνομα, μα έχασε
τη χάρη. Μετά το 2000, η γη πουλήθηκε, χτίστηκε, σκεπάστηκε με πολυκατοικίες.
Τα περβόλια χάθηκαν, τα αγγούρια σώπασαν.
Και έμειναν μόνο οι μνήμες σαν άρωμα παλιού αγγουριού, που αν το θυμηθείς μια φορά, δεν το ξεχνάς ποτέ.
Η μνήμη ενώνει (ιστορικό αφήγημα)
Ένα
απόγευμα, ο Αντρέας του Σταθκιά επισκέφθηκε τον Κυριάκο, όχι για κοινωνική
συνάντηση, αλλά για να καταθέσει μια μαρτυρία. Ο Αντρέας ήταν μεγαλύτερός του,
άνθρωπος σεβαστός, με γνώση των πραγμάτων και λόγο σταθερό. Γνωστός για την έντονη
κομματική του ταυτότητα, διακρινόταν ωστόσο για το πνεύμα συνεννόησης και τη
βαθιά του πίστη ότι η κοινωνική συνοχή προηγείται κάθε παράταξης.
Κάθισε
απέναντί του με ηρεμία και του είπε πως όσα θα ακολουθούσαν δεν ήταν απλή
αφήγηση, αλλά κομμάτι της συλλογικής μνήμης του τόπου.
Η ιστορία
αφορούσε δύο πρόσωπα-κλειδιά της Χλώρακας σε μια από τις πιο κρίσιμες περιόδους
της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας: τα χρόνια της ΕΟΚΑ, την ένταση του πολιτικού
διχασμού και τα πρώτα βήματα της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ο πρώτος ήταν
ο Ευστάθιος Χριστοδούλου, γνωστός ως Σταθκιάς. Γεννημένος το 1926, προερχόταν
από λαϊκή οικογένεια και ξεκίνησε τη ζωή του ως γεωργός και οικοδόμος.
Μαθήτευσε κοντά στον φημισμένο εργολάβο Λαππά και σύντομα εξελίχθηκε σε έναν
από τους σημαντικότερους εργολάβους της Πάφου. Το έργο του περιλάμβανε
κατοικίες, σχολεία, γυμνάσια και δημόσια κτίρια, καθώς και την κατασκευή του
παλιού γηπέδου της Χλώρακας. Δίπλα του εκπαιδεύτηκαν δεκάδες οικοδόμοι και
μελλοντικοί εργολάβοι, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην τοπική ανάπτυξη.
Παράλληλα με
την επαγγελματική του πορεία, ο Σταθκιάς ανέπτυξε έντονη κοινωνική και πολιτική
δράση. Υπήρξε ηγετική φυσιογνωμία της αριστεράς στη Χλώρακα, διακρινόμενος για
την ακεραιότητα, την αμεροληψία και τη σταθερή του στάση ενάντια στη διαφθορά
και την κοινωνική αδικία. Υπηρέτησε στη Χωρητική Αρχή, στο Κοινοτικό Συμβούλιο
και στη ΣΠΕ Χλώρακας, ενώ για τριάντα επτά χρόνια διετέλεσε Γραμματέας των
Λαϊκών Οργανώσεων. Η παρουσία του υπήρξε καθοριστική σε κοινωνικούς αγώνες και
συλλογικές διεκδικήσεις της περιοχής.
Το δεύτερο
πρόσωπο ήταν ο Παπάκωστας, ιερέας της Χλώρακας και σύγχρονος του Σταθκιά. Αν
και προερχόταν από διαφορετικό ιδεολογικό χώρο, η δράση του υπερέβαινε τα όρια
της εκκλησιαστικής διακονίας. Μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1953, πρωτοστάτησε
στην ανοικοδόμηση της εκκλησίας της Παναγίας Χρυσοαιματούσας, βασιζόμενος κυρίως
στην εθελοντική εργασία και σε εράνους που οργανώθηκαν σε ολόκληρη την Κύπρο.
Παράλληλα, αγωνίστηκε για την απόκτηση βασικών υποδομών στο χωριό, όπως η υδροδότηση,
ο ηλεκτροφωτισμός και η βελτίωση του οδικού δικτύου.
Ιδιαίτερης
σημασίας υπήρξε η συμβολή του στην προσέλκυση της Ζήνας Κάνθερ ως μεγάλης
ευεργέτιδας της Χλώρακας, γεγονός που οδήγησε στη δημιουργία έργων και στη
δωρεά γης που επηρέασαν μακροπρόθεσμα την ανάπτυξη της κοινότητας.
Παρά τις
πολιτικές και ιδεολογικές τους διαφορές, ο Σταθκιάς και ο Παπάκωστας διατήρησαν
μια σχέση συνεργασίας και αμοιβαίου σεβασμού. Σε μια εποχή έντονων
αντιπαραθέσεων και κοινωνικών ρηγμάτων, λειτούργησαν ως παράγοντες σταθερότητας.
Συζητούσαν, συναποφάσιζαν και ενεργούσαν με γνώμονα το συλλογικό συμφέρον,
αποτρέποντας εντάσεις και διχασμούς που θα μπορούσαν να έχουν σοβαρές συνέπειες
για τη μικρή κοινωνία της Χλώρακας.
Όταν ο
Αντρέας ολοκλήρωσε την αφήγησή του, ο Κυριάκος συνειδητοποίησε πως ο Παπάκωστας
δεν ήταν απλώς ιστορικό πρόσωπο. Ήταν ο θείος του -ο άνθρωπος
που τον είχε μυήσει από παιδί στις αξίες της προσφοράς, της ανοχής και της
συμφιλίωσης.
Η αφήγηση
αυτή δεν είχε στόχο τη νοσταλγία. Αποτελούσε υπενθύμιση ότι η ιστορική μνήμη,
όταν διατηρείται ζωντανή και τεκμηριωμένη, λειτουργεί ως οδηγός ευθύνης για το παρόν.
Το παράδειγμα εκείνων των δύο ανδρών ανέδειξε πως, ακόμη και στις πιο πολωμένες
περιόδους, η συνεργασία και η υπέρβαση των παρατάξεων είναι δυνατές όταν τίθεται
πάνω απ’ όλα το κοινό καλό.
Ο Κυριάκος,
ακούγοντας, κατανόησε πως η συνέχιση αυτού του ήθους δεν ήταν ζήτημα λόγων αλλά
πράξεων. Και πως η ιστορία του τόπου δεν ζητούσε απλώς να καταγραφεί, αλλά να
δικαιωθεί μέσα από τη στάση των επόμενων γενιών.
Ο Χαμπουλλής
Πατριωτισμός
είναι το αίσθημα αγάπης και αφοσίωσης στην πατρίδα, με ιδανικά που
κληρονομούνται από γενιά σε γενιά, και η συμπόρευση με όσους μοιράζονται τα
ίδια ιδεώδη. Δεν σημαίνει το δικαίωμα να γίνεσαι δικαστής και εκτελεστής όσων
σκέφτονται διαφορετικά. Αντίθετα, αληθινοί πατριώτες είναι εκείνοι που προάγουν
το εθνικό πνεύμα με ιδέες και δράση, χωρίς μίσος και φανατισμό.
Στην
Κύπρο, την περίοδο του αγώνα της ΕΟΚΑ, ο λαός χωρίστηκε στα δύο: σε πατριώτες
και προδότες, σε δεξιούς και αριστερούς. Ήταν μια σκοτεινή εποχή, όπου ο φόβος,
οι διώξεις και οι εκτελέσεις άφησαν πληγές βαθιές. Ένας άγραφος νόμος επέβαλλε
να μη συνάπτονται γάμοι μεταξύ των δύο παρατάξεων, κι έτσι το μίσος
συνεχιζόταν, περνώντας από γενιά σε γενιά.
Το πρώτο
ρήγμα σε αυτή την αλυσίδα ήρθε από τον Χαμπή του Αζίνα. Γόνος πατριωτικής
οικογένειας, μεγάλωσε με τα ιδεώδη της παράταξής του. Και έτσι όταν παντρεύτηκε
κόρη φανατικής αριστερής οικογένειας, ξάφνιασε όλο το χωριό. Παρ’ όλες τις
αντιδράσεις, το πρώτο βήμα έγινε. Σιγά σιγά οι έχθρες ξεχάστηκαν, και στο χωριό
επικράτησε ξανά η ομόνοια.
Ο Χαμπής
δεν ήταν μόνο τολμηρός στην προσωπική του ζωή, αλλά και στη γεωργία. Μια χρονιά
έσπειρε έναν ολόκληρο κάμπο με κολοκυθιές. Τα μεγάλα ώριμα κόκκινα κολοκύθια,
γέμισαν το χωράφι του σαν να το είχε στρώσει η φύση με κόκκινο χαλί. Η αγορά
τους ήταν κορεσμένη και κανείς δεν τα αγόραζε.
Στη
γλώσσα και στη ζωή των Κυπρίων, τα πάλκαπα είχαν πάντα θέση. Από αυτά οι
νοικοκυρές έφτιαχναν της κολοκοτές, της πίτες με το σπιτικό φύλλο, τη γλυκιά
κολοκύθα, το πλιγούρι και τα μυρωδικά. Όσο πιο ώριμο ήταν το πάλκαπα, τόσο
καλύτερα κρατούσε στον χρόνο και τόσο πιο νόστιμο γινόταν. Όμως όταν δεν υπήρχε
ζήτηση, οι γεωργοί συχνά τα άφηναν να σαπίσουν στα χωράφια.
Ο
Κυριάκος, έμπορος με μυαλό γρήγορο, ήξερε καλά τη σημασία αυτών των καρπών.
Αγόραζε μεγάλες ποσότητες από τους παραγωγούς, ιδιαίτερα όταν έπεφτε το κρύο
και τέλειωνε η σοδειά. Πολλοί γεωργοί, μην μπορώντας να τα διαθέσουν, τα άφηναν
στα χωράφια ή τα τσάπιζαν με τα τραχτέρ. Ο Κυριάκος, αντίθετα, τα αποθήκευε,
ποντάροντας στο ότι τον χειμώνα θα έβρισκαν ζήτηση. Δεν ήταν πάντα τυχερός,
άλλοτε κέρδιζε, άλλοτε έβλεπε τα περισσότερα να λιώνουν και να του αφήνουν
μονάχα ζημιά.
Ο Χαμπής,
βλέποντας το χωράφι του να κοκκινίζει άδικα, κάλεσε τον Κυριάκο,
-Έλα να τα
πάρεις, μπας και βγάλουμε τίποτα.
Ο
Κυριάκος έριξε μια ματιά.
-Μα εγώ,
Χαμπή μου, έχω ήδη αγοράσει μεγάλες ποσότητες. Δεν ξέρω αν μπορώ να διαθέσω και
άλλα.
Ο Χαμπής,
με μάτια που γυάλιζαν από τόλμη, του αποκρίθηκε,
-Άκου, να τα πάρεις τζάμπα. Και αν καταφέρεις να τα πουλήσεις, όσα πουλήσεις,
μισά-μισά. Δέχεσαι;
Ο
Κυριάκος χαμογέλασε. Ήταν συμφωνία χωρίς ρίσκο.
-Δέχομαι, είπε και του έσφιξε το χέρι.
Ο
χειμώνας εκείνης της χρονιάς ήρθε βαρύς. Ο κόσμος κλεινόταν στα σπίτια, γύρω
από της σόμπες, με μοναδική συντροφιά την τηλεόραση. Και τότε προβλήθηκε ένα
ντοκιμαντέρ για της κολοκοτές. Οι εικόνες από τα χρυσαφένια φύλλα και τις
γεμάτες αχνιστή γέμιση πίτες άναψαν νοσταλγία της ψυχές των ανθρώπων. Έγινε
μόδα. Όλοι ήθελαν να φτιάξουν κολοκοτές.
Και όλοι
έψαχναν κόκκινα κολότσια πάλκαπα.
Η αποθήκη
του Κυριάκου γέμισε αγοραστές. Τα πάλκαπα έφυγαν σαν ζεστό ψωμί, και μάλιστα σε
τιμές που κανείς δεν περίμενε.
Όταν ο
Χαμπής πήγε να πληρωθεί, ο Κυριάκος του είπε με χαμόγελο μέχρι τα αυτιά:
-Και να
’χαμε κι άλλα, Χαμπή μου, πάλι θα τα πουλούσαμε!
Εκείνη η
χρονιά έμεινε αξέχαστη και για τους δυο. Γιατί, από το χωράφι που έμοιαζε καταδικασμένο
να σαπίσει, γεννήθηκε ένα καλό κέρδος.
Γιατί τα πάλκαπα που έμοιαζαν
καταδικασμένα να σαπίσουν έγιναν χρυσάφι. Ο Χαμπής και ο Κυριάκος μοιράστηκαν
το κέρδος, μα πιο πολύ μοιράστηκαν μια εμπειρία: ότι, όπως και στην κοινωνία,
έτσι και στη γη, τα πράγματα που μοιάζουν χαμένα μπορούν να γεννήσουν κάτι
καινούργιο, αν υπάρχει τόλμη και συνεργασία.
Ο στρατιώτης οδηγός
Από το παζάρι της Λευκωσίας, ο
δρόμος για την Πάφο ήταν μακρύς, γεμάτος στροφές και ανηφόρες. Η κούραση της
νύχτας και της δουλειάς δεν είχε ακόμα φύγει από τα μάτια του Κυριάκου και ήταν
βαριά αποτυπωμένη στο πρόσωπό του. Ήταν μια διαδικασία καθημερινή, γιατί το επάγγελμα
ήταν πολύ σκληρό και κουραστικό. Το φορτηγό του, βαρύ και φορτωμένο με
προϊόντα, έμοιαζε να σέρνει μαζί του και τη σιωπή της αυγής.
Ένα πρωί, μόλις ξεφόρτωσε,
άφησε το παζάρι χωρίς να σταθεί να επιβλέψει την πώληση. Έπρεπε να φύγει
αμέσως, να φτάσει στην Πάφο πριν ξημερώσει. Είχε μια επείγουσα συνάντηση και
δεν είχε καιρό ούτε για λίγη ξεκούραση.
Ξεκίνησε, και όταν έκοψε
δρόμο, ένιωσε τα βλέφαρά του να βαραίνουν. Δεν γινόταν όμως να βρει μια άκρη να
λαγοκοιμηθεί, να ξεκουραστεί, ήταν βιαστικός. Έτσι συνέχισε, νυσταγμένος και
κουρασμένος. Κάποιες στιγμές τα μάτια του έκλειναν, και εκείνος τα κρατούσε
ανοιχτά με το ζόρι.
Ο δρόμος άνοιγε μπροστά του
άδειος και σιωπηλός. Ο ήλιος δεν είχε ακόμη ανέβει, και η αυγή έμοιαζε να κρατά
την ανάσα της. Προσπάθησε να μείνει ξύπνιος, δάγκωνε τα χείλη, τίναξε το
κεφάλι, μάταια. Η νύστα τον τύλιγε σαν πυκνή ομίχλη.
-Λίγο ακόμα... μέχρι την
επόμενη στροφή, ψιθύριζε.
Μα η στροφή περνούσε, και πίσω της ερχόταν άλλη, και άλλη, και εκείνος
σφιγμένος πάλευε.
Ο φόβος άρχισε να τον γαργαλάει
στο στομάχι. Ήξερε πως, αν συνέχιζε έτσι, θα ‘χανε τον έλεγχο, ίσως και τη ζωή
του.
Τότε, σχεδόν χωρίς να το
σκεφτεί, ψιθύρισε:
-Αρχάγγελε Μιχαήλ, γείτονά
μου... κάνε ένα θαύμα να τα καταφέρω, και θα σου ανάψω μια λαμπάδα.
Η φωνή του σπασμένη μέσα στη σιωπή, και το τιμόνι να τρέμει στα χέρια του.
Και τότε εκεί, ανάμεσα σε ένα
αναβόσβημα των ματιών του, είδε μια φιγούρα στη μέση του δρόμου. Ένας άντρας με
υψωμένα χέρια, μια σκοτεινή φιγούρα μέσα στο φώς των φαναριών του φορτηγού, του
έκλεινε το δρόμο κάνοντας ωτοστόπ.
Ο Κυριάκος πάτησε απότομα τα φρένα. Το φορτηγό γρύλισε και σταμάτησε με έναν
αναστεναγμό μετάλλου.
-Κυριάκο, εγώ είμαι!» άκουσε
μια φωνή, πάρε με μαζί σου, έχω έξοδο.
Ο Κυριάκος τον κοίταξε και για
μια στιγμή δεν πίστεψε στα μάτια του.
Ήταν ο Πάμπης, του Γιώρκου του
Μαύρου, στρατιώτης που πάντα έβρισκε τρόπο να ξεγλιστρά από τα στρατόπεδα, είτε
με έξοδο είτε με άδεια.
Ένα χαμόγελο του ξέφυγε.
-Πάμπη μου... να, πώς
φανερώνονται τα θαύματα, σκέφτηκε.
Η ανακούφιση τον πλημμύρισε. Όχι
μόνο γιατί ήταν παιδί του χωριού, αλλά γιατί ήξερε να οδηγεί.
Χωρίς να πουν πολλά, αντάλλαξαν μια ματιά που τα έλεγε όλα. Ο Κυριάκος κατάλαβε
μέσα του πως η προσευχή του είχε ακουστεί.
Ο δρόμος που πριν ήταν αγώνας
και δοκιμασία, τώρα έγινε δρόμος ανάπαυσης.
Καθισμένος στη θέση του
συνοδηγού, ένιωθε τα βλέφαρα να βαραίνουν πάλι, μα αυτή τη φορά, χωρίς φόβο. Το
τιμόνι ήταν σε καλά χέρια.
Ο ύπνος τον πήρε σιγά-σιγά,
σαν χάδι.
Και όσο παραδινόταν στον ύπνο,
ο Πάμπης οδηγούσε με σταθερό χέρι και καθαρή ματιά, σαν έμπειρος οδηγός, σαν
φύλακας.
Κάπου ανάμεσα στο όνειρο και
στην πραγματικότητα, ο Κυριάκος ψιθύρισε:
-Ευχαριστώ σε, Αρχάγγελε Μιχαήλ…
κράτα μας καλά στο δρόμο.
ΤΟ Γιωρκούιν
Τα παντζάρια
είναι καρπός της γης απλός, με ρίζες βαθιές και κορμό χαμηλό, μα χρώμα ζωηρό,
που βάφει χέρια και τραπεζομάντιλα. Γλυκά και δροσερά όταν βραστούν, θρεπτικά
για τον άνθρωπο, μα στο παζάρι ποτέ δεν είχαν μεγάλη ζήτηση. Λίγοι τα αγόραζαν,
και πάντα σε μικρές ποσότητες. Για μια σαλάτα, για ένα τσίμπημα με το ποτό, για
ορεκτικό πριν το φαγητό.
Ο Κυριάκος το γνώριζε καλά αυτό και απέφευγε να τα
εμπορεύεται. Μα ένα πρωινό, πριν ακόμα ξημερώσει καλά, άκουσε έξω στην αυλή ένα
αμάξι να κορνάρει επίμονα. Βγήκε μισοκοιμισμένος και είδε τον θειό του το
Γιωρκούιν και τη θειά του τη Μαρία να τον περιμένουν.
-Τι είναι, θειέ;
ρώτησε απορημένος.
-Κυριάκο, σου ’φερα ένα αυτοκίνητο παντζάρια. Δεν
πουλιούνται, δεν έχουν πέραση. Δεν θέλω να τα αφήσω στο χωράφι να σκληρύνουν.
Πάρ’ τα εσύ και αν τα καταφέρεις να τα πουλήσεις, τα λεφτά δικά σου. Δώρο από
μένα.
Ο Κυριάκος δεν μπορούσε να αρνηθεί, ήξερε πως ο
θείος του δεν σήκωνε άρνηση. Τα πήρε, μα μέσα του αναρωτιόταν ποιος θα του τα
ζητήσει.
-Ας δοκιμάσω, ποτέ δεν ξέρεις, σκέφτηκε.
Στο παζάρι, τα άφησε στην άκρη. Λίγοι τα πλησίαζαν,
πιο πολύ τα κοίταζαν χωρίς να ενδιαφέρονται. Ο ήλιος ανέβαινε, η ώρα περνούσε,
κι ο Κυριάκος άρχισε να χάνει την υπομονή του.
Ώσπου, κατά το μεσημέρι που ετοιμαζόταν να
εγκαταλείψει, στάθηκε μπροστά του ένας έμπορος που προμήθευε ξενοδοχεία.
Έσκυψε, τα κοίταξε με προσοχή, έκοψε ένα φύλλο, έσπασε μια ρίζα.
-Καθαρά, φρέσκα… ακριβώς ό,τι χρειάζομαι. Θα τα
πάρω όλα, είπε.
Ο Κυριάκος τα πούλησε σε τιμή που δεν περίμενε. Και
ξαφνιάστηκε βλέποντας πώς τα παραπεταμένα παντζάρια του έφεραν κέρδος ίσο με
άλλα βασικά προϊόντα.
Γυρνώντας σπίτι, συλλογιόταν πως κάθε πράγμα έχει
την ώρα του και τον άνθρωπό του. Αρκεί να κάνει κανείς υπομονή, γιατί ακόμη και
τα ταπεινά παντζάρια βρίσκουν τον δρόμο τους στο τραπέζι.
Ο Μιχαλάκης του Γιωρκουθκιού
Τον Μιχαλάκη,
εβδομήντα τριών χρονών, όλοι στο χωριό τον θυμούνταν ίδιο κι απαράλλαχτο, σαν
να είχε παγώσει ο χρόνος πάνω του. Το κορμί του σμιλεμένο, σαν «Αγέραντο» τον
έλεγαν πίσω από την πλάτη του,άλλοι με θαυμασμό, άλλοι με φθόνο.
Οι συνομίληκοί του δεν άντεχαν να βλέπουν το χρόνο
να τους βαραίνει και εκείνον να τον αφήνει απείραχτο. Οι νεότεροι τον κοιτούσαν
με μισόκλειστα μάτια, μπερδεμένοι. Ήταν δυνατόν ένας άνθρωπος που έπρεπε να
λογίζεται γέρος να μοιάζει ακόμη νέος; Όσοι είχαν διαβάσει λίγη μυθολογία
έλεγαν πως «κάποιος θα του έδωσε το ελιξίριο του Απόλλωνα».
Όλοι τον παρακολουθούσαν καθημερινώς, μια ολόκληρη
ζωή, να κολυμπά ώρες ατελείωτες μια διαδρομη από το Δημμα ως τις ξέρες του Φουρφουρή.
Ήξεραν πως είχε μια μεγάλη αγάπη για τη θάλασσα, όλοι ήξεραν πως ήταν η μάνα
του, η μοίρα του, η αγαπητικιά του. Πίστευαν πως γι αυτό έστεκε καλά, πως ήταν
το γιατρικό που τον κρατουσε νέο και δυνατό. Μα όσο τα χρόνια περνούσαν,
κατάλαβαν πως μόνο η θάλασσα δεν αρκούσε, σίγουρα θα είχε κάποιο μυστικό.
Μόνο ο Κυριάκος υποψιάστηκε την αλήθεια, όταν
βλέποντας τον κάθε τόσο να τον επισκέπτεται για να του πουλήσει ένα δυο κιβώτια
παντζάρια. Ήξερε πως δεν ήταν γεωργός, ήξερε πως ήταν μανιώδης με τη υγιεινή τροφή
και τη γυμναστική, έτσι σκέφτηκε και τα συνδίασαε όλα. Κατάλαβε πως τα
παντζάρια τα φύτευε για λόγου του, και πως όσα περίσσευαν τα έφερνε να του τα
πουλήσει.
Και επειδή είχε ακουστά τον
μύθο του Απόλλωνα για τα παντζάρια, μια μέρα στο καφενείο τον ρώτησε:
-Μιχαλάκη, πες μου το μυστικό σου. Τα παντζάρια τα
φυτεύεις για σένα; Για να έχεις το ελιξίριο της ζωής; Τι κάνεις και δεν σε
πιάνει ο χρόνος;
Ο Μιχαλάκης χαμογέλασε πονηρά. Δεν απάντησε
κατευθείαν. Ξεκίνησε την ιστορία του.
«Κάτω στη Μωροζό, δίπλα στο κύμα, εκεί που τα
χώματα είναι αμμώδη και τα νερά της γης μισοαλμυρά, ο πατέρας μου έσπερνε
παντζάρια. Δεν ευδοκιμούσε τίποτε άλλο. Παντζάρια μόνο, που άνθιζαν σαν
λουλούδια του θεού. Από μικρό παιδί τον βοηθούσα. Τα βοτάνιζα, τα πότιζα, και
όταν με έπιανε η πείνα, έβγαζα δυο-τρία τρυφερά, τα ξέπλενα στο αυλάκι και τα
έτρωγα ωμά.
Η γεύση τους ήταν γλυκιά, και ο χυμός τους,
κόκκινος σαν αίμα, μου θύμιζε την τροφή των Σπαρτιατών που διάβαζα στα βιβλία.
Από τότε πίστεψα πως ήταν η τροφή των δυνατών, των αθανάτων. Μια μέρα, ο
δάσκαλος μας είπε στο σχολείο την ιστορία για το παντζάρι που πρόσφεραν στους
Δελφούς στον Απόλλωνα και στην Αφροδίτη, για να διατηρούνται πάντα νέοι. Ε, τι
να πω; Από τότε το πήρα απόφαση. Κάθε μέρα παντζάρια. Όταν ο πατέρας σταμάτησε
να καλλιεργεί, εγώ συνέχισα να φυτεύω λίγα εκεί κάτω, στη Μωροζό. Για μένα, για
να ’χω την τροφή του θεού».
Ο Κυριάκος γέλασε. Μα πριν προλάβει να απαντήσει,
μπήκε στο καφενείο ένας νεαρός λαχανιασμένος.
-Μιχάλη, τρέχα! Κλέφτες ρημάζουν το περβόλι
σου!
Ο Μιχαλάκης πετάχτηκε όρθιος σαν εικοσάρης. Έτρεξε
έξω, γρήγορος σαν αθλητής, και έβαλε τους κλέφτες του βούρου. Οι χωριανοί, που
είχαν ήδη μαζευτεί για να δουν, έμειναν με το στόμα ανοιχτό.
-Βρε… αυτός δεν είναι άνθρωπος, είναι απόγονος του
Μαθουσάλα, αιώνιος νέος! είπε κάποιος.
Και από εκείνη τη μέρα, όλοι διερωτούνταν. Άλλοι
τον πίστεαν, άλλοι γελούσαν. Μα όποιος τον έβλεπε να ανεβαίνει την ανηφόρα με
την πλάτη ίσια και το βήμα γερό, άθελά του αναρωτιόταν: μήπως, τελικά, το
ελιξίριο του Απόλλωνα δεν είναι παραμύθι;
Κωστάκης ο ψαράς
Ο Κωστάκης ο
ψαράς αγαπούσε τη γη. Ήταν μια αγάπη που του γέμιζε την ψυχή. Από μικρός στην
αυλή της στετές του, με τις ώρες περιποιόταν της ροδιές. Στον ίσκιο τους
ξαπόσταινε και ονειρευόταν. Έβλεπε τα κατακόκκινα ρόδια να κρέμονται πλούσια
και όμορφα και τα αποθαύμαζε εκστατικός. Ήταν σαν να του έκαναν μάγια. Έδινε
μάλιστα υπόσχεση στον εαυτό του πως, όταν θα μεγάλωνε, θα φύτευε έναν κάμπο
ροδιές, να απλώνεται μπροστά του θάλασσα με κόκκινα άνθη και καρπούς.
Ήταν όμορφα δέντρα, με άνθη κατακόκκινα σαν φλόγες,
που γέμιζαν τον τόπο χαρά κάθε Μάη. Οι καρποί τους, στρογγυλοί και γεμάτοι
σπόρους σαν ρουμπίνια, έκρυβαν μέσα τους γλυκόξινη γεύση και θεωρούνταν σύμβολο
αφθονίας και ευτυχίας. «Τα φρούτα των Θεών είναι», του έλεγε η στετέ του, και
εκείνος το πίστευε.
Μα ο Κωστάκης αγαπούσε και κάτι άλλο, τη θάλασσα. Η
αγάπη για τη θάλασσα δεν περιγράφεται εύκολα. Είναι έλξη βαθιά, σχεδόν έμφυτη.
Η απεραντοσύνη της, η γαλήνη αλλά και η δύναμή της τον γέμιζαν με δέος και
ηρεμία. Φανταζόταν τον εαυτό του μέσα σε μια βάρκα να ανοίγεται στα βάθη του
πελάγου, να ψαρεύει με τις ώρες. Και μόνο η σκέψη αυτή του έφερνε μια γλυκιά
ανατριχίλα, μια μοναδική ηρεμία στο μυαλό.
Ονειρευόταν να ακούει τον παφλασμό των κυμάτων, το
σφύριγμα του ανέμου, να ρίχνει το καλάμι και με προσμονή κάθε φορά, να ελπίζει
για ένα μεγάλο, παχουλό ψάρι που θα τσιμπήσει στο αγκίστρι. Στα παιδικά του
όνειρα, η βάρκα ήταν καταφύγιο και η θάλασσα ο κόσμος απέραντος, γεμάτος όνειρα
και ελευθερία.
Μα, όπως συχνά γίνεται, άλλα τα όνειρα των παιδιών
και άλλα των γονιών. Ο πατέρας του τον έστειλε να μάθει τέχνη, τον έβαλε να
μαθητεύσει κοντά σε πελεκάνο. Έτσι, θέλοντας και μη, ο Κωστάκης έμαθε την
ξυλουργική και άνοιξε δικό του ξυλουργείο. Οι δουλειές πήγαν καλά, παντρεύτηκε την
αγαπημένη του και έστησε σπιτικό με μεγάλη αυλή.
Και βέβαια, τήρησε την παιδική του υπόσχεση, φύτεψε
γύρω γύρω έναν φράχτη από ροδιές. Της φρόντιζε με μεράκι και κάθε φθινόπωρο η
αυλή κοκκίνιζε από της καρπούς. Γέμιζε καφάσια γεμάτα με σπουδαία, θεϊκά φρούτα.
Στο παζάρι δύσκολα τα πήγαινε, ευτυχώς ο ξάδερφός του, ο Κυριάκος ο πράτης, τα
αγόραζε όλα και τα φύλαγε στα μεγάλα του ψυγεία, και τα πουλούσε αργότερα
εξασφαλίζοντας καλύτερες τιμές.
Ο καιρός περνούσε, η οικογένεια μεγάλωνε, η ζωή
κυλούσε. Μα το σαράκι της θάλασσας τον έτρωγε. Η θάλασσα που φιλούσε το χωριό
τον καλούσε στον ύπνο και στον ξύπνιο. Μαράζωνε. Τα βράδια, καθισμένος στη
βεράντα με την Κούλλα τη γυναίκα του, έπιναν μια ζιβανία και εκείνος, λίγο
ζαλισμένος, της άνοιγε την καρδιά του. Της έλεγε το μεγάλο του παράπονο, το ανεκπλήρωτο
όνειρο για τη θάλασσα.
Η Κούλλα, γυναίκα δυναμική και στοργική, τον καταλάβαινε.
Έβλεπε πως, όσο και αν δούλευε και δημιουργούσε, η ψυχή του δεν ησύχαζε.
Ένα απόγευμα, καθώς τα παιδιά έπαιζαν στην αυλή,
του πρόσφερε ένα ποτήρι ζιβανία και του είπε:
-Πριν κάνουμε εις υγείαν, άκου πρώτα εμένα. Σε
βλέπω, Κωστάκη μου. Έχουμε τόσα, και δεν είσαι ευτυχισμένος. Αγαπάς τη θάλασσα.
Αγαπάς το ψάρεμα. Γι’ αυτό το αποφάσισα. Αν το θέλεις και εσύ, πουλάμε το
ξυλουργείο και παίρνουμε καΐκι. Θα σταθώ δίπλα σου.
Τα λόγια της τον συγκλόνισαν. Ένιωσε το στήθος του
να ανοίγει, σαν να έσπασε ένα βάρος που τον έπνιγε χρόνια. Δάκρυα λύτρωσης
πλημμύρισαν τα μάτια του. Σηκώθηκε, φίλησε τη γυναίκα του και ψιθύρισε,
-Εσύ μου δίνεις ξανά ζωή.
Εκείνη τη βραδιά δεν την
ξέχασε ποτέ. Ένιωσε αναγεννημένος, σαν να του ανήκε ο κόσμος.
Δεν άργησαν να πουλήσουν το ξυλουργείο και με τα
χρήματα να αγοράσουν καΐκι. Ήταν ξύλινο, βαμμένο λευκό και γαλάζιο, και μύριζε
πίσσα και θάλασσα.
Ο Κωστάκης το βάφτησε «ΚΥΡΙΑΚΗ» το όνομα της
γυναίκας του, για να του θυμίζει την μεγάλη αγάπη που του είχε. Και όταν το
καΐκι γλίστρησε στο νερό, ένιωσε σαν να γλίστρησε και εκείνος σε μια νέα ζωή.
Τα πρώτα ξημερώματα στη θάλασσα έμοιαζαν όνειρο. Ο
ήλιος ανέτελλε χρυσοκόκκινος, ο αφρός έλαμπε σαν ρουμπίνια. Ο Κωστάκης τραβούσε
ρότα και γελούσε σαν παιδί. Η Κούλλα δίπλα του, τυλιγμένη με μαντίλι,
μοιραζόταν τον ίδιο ενθουσιασμό.
Η ζωή στη θάλασσα δεν ήταν εύκολη. Υπήρχαν μέρες
άκαρπες, και άλλες γεμάτες ψάρια. Μα υπήρχε πάντα η χαρά, η ελευθερία, η αλμύρα
που τους έδινε ζωή. Τα παιδιά μεγάλωναν βλέποντας τους γονείς τους να μοχθούν
αλλά και να χαμογελούν. Ο Κωστάκης δεν μαράζωνε πια. Το βλέμμα του έλαμπε, η
ψυχή του γέμιζε.
Και στα γεράματα, καθισμένος στη βεράντα με μια ζιβανία,
αγνάντευε άλλοτε της ροδιές και άλλοτε τη θάλασσα. Δεν είχε πια κανένα
παράπονο. Ένιωθε γεμάτος, ευγνώμων. Γιατί
κατάλαβε πως η μεγαλύτερη τύχη της ζωής του δεν ήταν ούτε η γη ούτε η θάλασσα,
ήταν η Κούλλα, που τον πίστεψε και του χάρισε το όνειρο που νόμιζε χαμένο.
Και έτσι, ο Κωστάκης ο ψαράς έζησε ευτυχισμένος,
μοιρασμένος ανάμεσα στις αγάπες του, τη γη, τη θάλασσα και τη γυναίκα του.
Ο Αντρος
Ο Άνδρος του
Γιωρκουθκιού ξάδερφος του Κυριάκου, ήταν τότε μόλις δεκατριών χρονών. Ένα
πρωινό εμφανίστηκε στις αποθήκες του Κυριάκου φορτωμένος με μια μεγάλη σακούλα,
που έδειχνε βαριά στους μικρούς του ώμους.
-Τι είναι, Άντρο; Τι κουβαλάς; Τον ρώτησε ο
Κυριάκος.
Ο μικρός χαμογέλασε με καμάρι.
-Κυριάκο, εψές με τα πρωτοβρόχια βγήκαν οι
καραόλοι. Μάζεψα ένα ολόκληρο σακί. Τι λες, τους παίρνεις στο παζάρι; Μπορεί να
πουληθούν.
Ο Κυριάκος συμφώνησε. Και πράγματι, στο παζάρι οι
καραόλοι πουλήθηκαν εύκολα και σε καλή τιμή. Ο Άνδρος ξεχείλισε από χαρά. Από
τότε, κάθε φορά που έβρεχε, έβγαινε και μάζευε. Και πάντα τους έφερνε στον
Κυριάκο.
Με τον καιρό, δεν περιορίστηκε μόνο στους
καραόλους. Έμεινε να βοηθά τον ξάδερφό του στο φόρτωμα του φορτηγού. Η δουλειά
ήταν βαριά, με ιδρώτα και κούραση, μα ο Άνδρος δεν παραπονιόταν. Σιγά-σιγά, η καθημερινή
προσπάθεια τον σκλήρυνε. Οι μύες του άρχισαν να δένουν, το κορμί του να παίρνει
σχήμα. Αυτό τον γοήτευε, και έτσι γεννήθηκε μέσα του η επιθυμία να γίνει
παλικάρι δυνατό, να γίνει παλαιστής.
Δεν άργησε να γραφτεί σε γυμναστήριο. Χρόνια
ολόκληρα γυμναζόταν με πείσμα, και έγινε το παλικάρι του χωριού. Οι συνομήλικοί
του τον θαύμαζαν, κάποιοι τον ζήλευαν, μα όλοι τον αναγνώριζαν. Ήταν τυχερός,
έπεσε σε δάσκαλο καλό, που διέκρινε το ταλέντο του και τον προώθησε σε αγώνες
και διαγωνισμούς. Και εκεί, ο Άνδρος πάντα ξεχώριζε. Πάντα ερχόταν πρώτος.
Σιγά-σιγά, το σπίτι του γέμισε
κύπελλα και μετάλλια. Το όνομά του ακούστηκε σε όλη την επαρχία.
Και όταν μια μέρα ο Κυριάκος του είπε:
-Μπράβο Άντρο, τα αγαθά κόποις κτώνται…
Η φράση ρίζωσε βαθιά μέσα του. Από τότε, όταν τον
ρωτούσαν πώς κατάφερε να χτίσει κορμί γερό και λυγερό, χαμογελούσε και
απαντούσε με σιγουριά,
-Τα αγαθά κόποις κτώνται.
Ο Νίκος του Όψιμου
Δίπλα από
την επιχείρησή του κοντά στις αποθήκες, ο Κυριάκος έβλεπε τον Νίκο τον Όψιμο.
Με ένα μακρύ ξύλο στα χέρια που στην άκρια είχε καρφωμένο ένα στρογγυλό
τσίγγινο κονσερβοκούτι, ο δεκαπεντάχρονος πάλευε να μαζέψει τα φραγκόσυκα, ή
παπουτσόσυκα όπως τα ’λεγαν, με τόση τέχνη, που ποτέ δεν φαινόταν να τον
αγγίζουν τα πονηρά τους κουσπιά. Τον παρακολουθούσε με θαυμασμό. Χέρια γρήγορα,
μάτια ξύπνια, κορμί ελαφρύ σαν σπουργίτι.
Ο Νίκος ήταν φτωχόπαιδο όπως οι πιο πολλοί στο
χωριό. Μα γύρω από την αυλή του σπιτιού του υψώνονταν φράχτης ολόκληρος από
πυκνές παπουτσοσυκιές, φορτωμένες καρπό. Τα μεγάλα πράσινα φρούτα, που ώσπου να
ωριμάσουν γίνονταν κόκκινα και γυάλιζαν κάτω από τον ήλιο, ήταν σκέτη
νοστιμιά. Γλυκά, θρεπτικά, τα φρούτα
των φτωχών. Και ο κάκτος, λιτοδίαιτος και πεισματάρης, έπιανε εύκολα, ακόμα και
αν απλώς άφηνες ένα φύλλο στη γη. Δεν ήθελε φροντίδα, δεν ζητούσε κόπο, και
κάθε χρόνο γέμιζε της δρόμους με καρπό που στο τέλος περίσσευε και σάπιζε.
Μια μέρα, καθώς ο Κυριάκος τον παρατηρούσε, του
φώναξε,
-Νίκο, γιατί δεν μαζεύεις ένα κιβώτιο; Να δούμε αν
πουλιούνται στο παζάρι της Λευκωσίας.
Ο Νίκος άστραψε. Την άλλη μέρα
κιόλας έφερε όχι ένα, αλλά δύο καφάσια γεμάτα ως πάνω. Και όταν ο Κυριάκος τον
πλήρωσε, ένιωσε να πετά από χαρά. Ήταν η πρώτη φορά που ο κόπος του είχε
ανταμοιβή.
Τα παπουτσόσυκα στην πόλη έγιναν ανάρπαστα. Ο
κόσμος τα ήξερε, τα αγαπούσε, μα δεν είχε τρόπο να τα γευτεί. Ο Κυριάκος βρήκε
κέρδος και ο Νίκος χαρτζιλίκι, μα πιο πολύ βρήκε έναν δρόμο να συνεχίσει το
σχολείο του, να αγοράζει τα τετράδια και τα βιβλία που του χρειάζονταν.
Και έτσι, όσο κράτησε το καλοκαίρι και οι κάκτοι
φόρτωναν καρπό, ο Νίκος διάλεγε τα πιο ώριμα, τα πιο ζουμερά, και έτρεχε με τα
καφάσια στον Κυριάκο. Κάθε φρούτο που έφευγε από τα χέρια του, ήταν ένα βήμα
πιο κοντά στο μέλλον του.
Η Δανάη
Ο Ψύλλος ήταν κοντός, ένα ανθρωπάκι μικροσκοπικό, μια σταλιά. Τόσο που,
όταν στεκόταν ανάμεσα στους συγχωριανούς του, έμοιαζε σαν να ξεφύτρωσε από το
χώμα και όχι σαν να βγήκε από την κοιλιά μάνας. Το παρατσούκλι του το πήρε
ένεκα της μικρής του κορμοστασιάς από τα παιδικά του χρόνια, και όπως γίνεται
σε τέτοιες περιπτώσεις, όλοι ξέχασαν πια το βαφτιστικό του όνομα. Μονάχα Ψύλλο
τον έλεγαν, και εκείνος το δέχτηκε, αφού δεν είχε και πολλά περιθώρια. Για
σύζυγο διάλεξε μια κοπελίτσα το ίδιο μικροκαμωμένη, τη Δανάη. Όχι μόνο για να
ταιριάζουν στο μπόι, μα και γιατί είδε στα μάτια της μια ψυχή καθαρή, αληθινή.
Ήταν ήσυχη, σεμνή, και με βλέμμα σταθερό σαν βράχο.
Το σπίτι
της ήταν σε τόπο που ευδοκιμούσαν οι γλιστιρίδες, χόρτα τρυφερά, που έκαναν τη
σαλάτα τραγανή και δροσερή. Επειδή φύτρωναν εύκολα και χωρίς πολλή κόπο και
έξοδα, οι περισσότερες νοικοκυρές φύτευαν λασάνια με γλιστιρίδες στις αυλές
τους.
Ο
Κυριάκος με το φορτηγό, ήταν ο άνθρωπος που τα φόρτωνε και τα πήγαινε στο
παζάρι. Ήταν μια συνεργασία που κρατούσε χρόνια ολόκληρα, και ας μην υπήρχε χαρτί
ή σφραγίδα, ήταν λόγος τίμιος και σεβαστός.
Μια
Παρασκευή όμως έγινε το αναπάντεχο. Στο παζάρι παρουσιάστηκε μεγάλη έλλειψη,
και άλλοι έμποροι άρχισαν να προσφέρουν περισσότερα χρήματα για της
γλιστιρίδες. Μία-μία οι γειτόνισσες υπέκυψαν στον πειρασμό. Όταν ο Κυριάκος πήγε
να φορτώσει, βρήκε όλα τα καφάσια του άδεια. Τις είχαν πουλήσει αλλού, όλες,
εκτός από τη Δανάη.
Η
μικροκαμωμένη γυναίκα, με τη φωνή ήσυχη αλλά το βλέμμα σταθερό, του είπε,
-Εγώ δεν
γυρίζω την πλάτη σ’ εκείνον που στάθηκε δίπλα μου τόσα χρόνια. Εσύ, Κυριάκο,
αγόραζες πάντα τη ρέντα μου, πουλούσες δεν πουλούσες. Τώρα που βρέθηκε άλλος με
καλύτερη προσφορά, να σε αφήσω; Δεν πάει.
Ήξερε
καλά πως το κέρδος ήταν πρόσκαιρο, μα η αξιοπρέπεια και η εμπιστοσύνη είναι
φυλαχτό που δεν αγοράζεται με χρήματα. Μπορεί να ήταν φτωχή, να είχε απόλυτη
ανάγκη περισσότερα χρήματα, αλλά γι αυτήν, η τιμιότης υπερέβαινε του κέρδους.
Μπορεί να
ήταν μικρή στο μπόι, μα το ήθος της ήταν μεγάλο, χωρούσε μέσα του ολόκληρη την
έννοια της μπέσας. Ο Κυριάκος συγκινήθηκε. Την επόμενη μέρα, άφησε καφάσια μόνο
στη Δανάη. Οι άλλοι έμποροι, που είχαν φανεί για λίγο σαν κοράκια, χάθηκαν όπως
ήρθαν. Η ζήτηση έπεσε, και οι γειτόνισσες βρέθηκαν χωρίς στήριγμα. Ξαναζήτησαν
τη συνεργασία του Κυριάκου, μα εκείνος, πικραμένος, αρνήθηκε. Από τότε σταμάτησαν
να ρεντεύουν γλιστιρίδες, αφού δεν είχαν πού να της πουλήσουν.
Έτσι η
Δανάη του Ψύλλου η μικρόσωμη γυναίκα με τη μεγάλη ψυχή, δίδαξε σε όλους , πως η
τιμή δεν μετριέται με το ζύγι ούτε με τα χρήματα, μα στο κράτημα του λόγου. Και
έμεινε σαν παράδειγμα καλό προς μίμηση σε όλο το χωριό.
Ο Γιαννάκης του Πολεμίτη
Η κυπριακή
παροικία στο Λονδίνο εκτιμάται ότι αριθμεί περίπου τριακόσιες χιλιάδες και
είναι από της μεγαλύτερες και παλαιότερες στο Ηνωμένο Βασίλειο. Οι ξενιτεμένοι,
όσο και αν ρίζωσαν στην ξένη γη, δεν ξερίζωσαν ποτέ από μέσα τους τον νόστο για
της γεύσεις του τόπου τους. Οι εξαγωγείς από την Κύπρο το γνώριζαν καλά και γι’
αυτό εξήγαγαν Κυπριακά προϊόντα συχνά, πέρα ως πέρα της Ευρώπης, που έφταναν
στα ράφια των μαγαζιών όπου υπήρχε Κυπριακή παροικία.
Ένα φθινοπωρινό πρωινό, ο Πήττας ο εξαγωγέας,
τηλεφώνησε στον Κυριάκο:
-Κυριάκο, θέλω λίγα κιλά ξηρά τρεμίθια για μια
παραγγελία στο Λονδίνο.
Ο Κυριάκος χαμογέλασε, και του εξήγησε πως θα
χρειαζόταν λίγες μέρες,
-Να συναχτούν πρώτα, να καθαριστούν, να πληθούν, να
αλατιστούν, και ύστερα να απλωθούν στον ήλιο ώσπου να στεγνώσουν.
Στην επιστροφή του στο χωριό, φώναξε τον Γιαννάκη
τον Πολεμίτη, τον πιο γνώριμο στα μονοπάτια της φύσης. Ο Γιαννάκης είχε το
χάρισμα να βρίσκει ότι άγριο καρπό. Τρεμίθια, κάππαρη, μανιτάρια. Ήταν όμως και
ριψοκίνδυνος, δεν τηρούσε πάντα ασφαλείς μεθόδους.
Σύμφωνα με την παράδοση, τα τρεμίθια μαζεύονταν
απλά. Στρωνόταν ένα κανναβάτσο κάτω από το δέντρο και με ραβδιά και ελαφρά
χτυπήματα στα κλωνιά, έπεφταν οι καρποί. Έτσι ο καρπός έμενε άθικτος, και το
δέντρο δεν πληγωνόταν. Ο Γιαννάκης όμως δεν είχε υπομονή για τέτοιες
λεπτοδουλειές. Προτιμούσε να σκαρφαλώνει στα θεόρατα δέντρα και να κόβει με τα
χέρια της φούτσες.
Έτσι και εκείνη τη φορά, ανέβηκε σβέλτα στο ψηλό
δέντρο. Δοκίμασε τα τρεμίθια και ήταν καλοτσάκιστα και νοστιμότατα. Σκέφτηκε
λοιπόν να τριγυρίσει όλο τον καρπό. Άρχισε από χαμηλά και ανέβαινε όλο και πιο
ψηλά, ακούραστος και ατρόμητος.
Ώσπου μιαν κακή στιγμή, το κλαδί που πατούσε δεν
άντεξε το βάρος του, και κραχ!
Έσπασε και βρέθηκε να κατρακυλά από κλωνί σε κλωνί,
το κορμί του να γεμίζει μώλωπες, ώσπου σωριάστηκε στο χώμα. Ευτυχώς, τα κλωνιά
έκοψαν τη φόρα του και γλίτωσε τα χειρότερα.
Η παραγγελία του Κυριάκου δεν έγινε. Μα το
μεγαλύτερο κακό δεν ήταν αυτό, ήταν οι βδομάδες που υπέφερε ο Γιαννάκης ώσπου
να γιάνει. Και όταν σηκώθηκε ξανά στα πόδια του, το πάθημά του είχε γίνει
μάθημα. Από τότε, σε κάθε δουλειά του στάθηκε προσεχτικός, και έλεγε συχνά
στους νεότερους με σοβαρό ύφος, για να θυμούνται:
-Η απροσεξία είναι μητέρα της
συμφοράς.
Και έτσι, η ιστορία του έγινε
παράδειγμα στο χωριό. Ένα δίδαγμα για όσους πίστευαν ότι η τόλμη μπορεί να
υποκαταστήσει τη σοφία και την προσοχή.
Ο Αγησίλαος
Κάθε δεύτερη
μέρα, ο Κυριάκος ανέβαινε στο φορτηγό μαζί με τον βοηθό του και τραβούσε στις
μπανανοφυτείες της Κισσόνεργας. Να φορτώσει
μπανάνες, να της ωριμάσει στα ψυγεία θαλάμους που είχε της αποθήκες του, και
μετά να της διαθέσει στην αγορά.
Έκοβε ο ίδιος τις μπανάνες,
ήθελε το μάτι και το χέρι του να διαλέγουν τις πιο παχουλές και ώριμες.
Στο περβόλι του Παναή, οι
κλώνοι κρέμονταν βαρείς και θεώρατοι. Ενώ ήταν ευχαριστημένος από τη μια
γιατί ήταν παχουλές και θα πουλιούνταν εύκολα, γνώριζε από την άλλη πως θα
δυσκολευόταν και θα κουραζόταν καθώς ήταν πολύ βαριές, και χρειαζόταν πολλή
μυϊκή δύναμη να της κόψει.
Άρχισε να της διαλέγει και να
της κόβει, οι περβολάρηδες να της κουβαλούν, και ο βοηθός πάνω στο φορτηγό να
τις στιβάζει.
Στη μέση της φυτείας, ένας
θεώρατος κλώνος ίσα με σαράντα κιλά, κρεμιώταν σε μια μπανανιά. Ήταν
υπερμεγέθης, τριπλάσιος από τις συνηθισμένες.
Ήξερε πως θα έπρεπε να περιμένει
κάποιον να τον βοηθήσει λόγω του μεγέθους του, αλλά καθώς δεν είχε κανέναν
κοντα, και καθώς ο ίδιος ήταν μυώδεις και δυνατός, αποφάσισε να μην περιμένει
βοήθεια.
Σήκωσε το
δεξί χέρι ψηλά, το μαχαίρι έλαμψε στον ήλιο. Με το αριστερό αγκάλιασε τον κλώνο
και έκοψε. Μα η χαρά κράτησε μια ανάσα. Το βάρος τον τράνταξε, ο ώμος λύγισε
κάτω από το φορτίο, και ακούστηκε μέσα του το «κραχ» του εξαρθρώματος. Ο πόνος
τον κάρφωσε, τόσο βαθύς που δεν πρόλαβε ούτε κραυγή να βγάλει. Έμεινε ακίνητος, δίχως αναπνοή.
Ο Παναής, που τον είδε από
πέρα, έτρεξε λαχανιασμένος.
-Γρήγορα, του φώναξε, να σε πάρω στον
Αγησίλαο!
Ο Αγησίλαος ήταν γνωστός σε
όλη την Κύπρο και παραπέρα. Χειροπράχτης σπουδαίος από τη Χλώρακα, με χέρια που
θεράπευαν ανθρώπους και ζώα. Κληρονομιά από τον πατέρα του η τέχνη, μα εκείνος,
μελετημένος και σοφός, τον ξεπέρασε και έγινε περισσότερο φημισμένος.
Ο Παναής φόρτωσε τον πληγωμένο
φίλο του στο μικρό του αυτοκίνητο και έτρεξε ολοταχώς. Όταν έφτασαν, βρήκαν τον
Αγησίλαο να κάθεται στην αυλή, να ρεμβάζει την ησυχία του με το βλέμμα χαμένο
στον ορίζοντα. Ήταν άντρας μειλίχιος, ευγενής, με λόγο λιγοστό. Μόλις είδε τον
Κυριάκο να σφαδάζει, του χάρισε ένα αχνό χαμόγελο και του είπε:
- Μην ανησυχείς Κυριάκο.
Αμέσως θα σε κάνω καλά.
Η
σιγουριά στη φωνή του ήταν βάλσαμο. Ο Κυριάκος ένιωσε να ανακουφίζεται πριν καν
τον αγγίξει. Μα αυτό που ακολούθησε ξεπέρασε κάθε προσδοκία.
Ο Αγησίλαος
ακούμπησε τον ώμο, τον ψηλάφησε με προσοχή, μιλώντας του ήρεμα. Και έπειτα,
ξαφνικά, με μια δυνατή, αποφασιστική κίνηση, τράβηξε και έκλεισε το χέρι στη
θέση του. Ο πόνος χάθηκε μονομιάς, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Ο Κυριάκος κούνησε
τον ώμο πάνω-κάτω, δεξιά-αριστερά. Τίποτα, ούτε ίχνος ενόχλησης.
Ο Αγησίλαος χαμογέλασε ξανά,
γαλήνιος:
-Άντε τώρα στο καλό, Κυριάκο.
Μπορείς να πας να συνεχίσεις τη δουλειά σου.
Και ο Κυριάκος, με την καρδιά
γεμάτη ευγνωμοσύνη και θαυμασμό, ένιωσε σαν να κουβαλούσε πια όχι βάρος, μα
ευλογία.
Σταμάτης Σταμάτη
Ο Σταμάτης
ήταν δεκαπέντε χρονών, μαθητής του γυμνασίου, μα γνώριζε ήδη τι θα πει σκληρή
δουλειά. Ο πατέρας του μεγαλοπερβολάρης, καλλιεργούσε τεράστιες ποσότητες
αγγουριών στα θερμοκήπιά τους. Η συγκομιδή και η συσκευασία ήταν μια καθημερινή
ιεροτελεστία. Τα απογεύματα, αφού γύριζε από το σχολείο, ο Σταμάτης βοηθούσε να
γεμίζουν τα κιβώτια με την πρασινάδα των φυτών γύρω του που μοσχοβολούσε δροσιά
και χώμα.
Τα
αγγούρια προορίζονταν για τον Κυριάκο, τον μεγαλέμπορο πράτη με της μεγάλες αποθήκες
στην άκρη του χωριού. Κάθε παράδοση ήταν για τον Σταμάτη μικρή γιορτή. Όχι μόνο
γιατί εκτιμούσε τον Κυριάκο και τη σιωπηλή του γενναιοδωρία, αλλά και γιατί τον
ένιωθε σαν δεύτερο πατέρα.
Ο έμπορος, πάντα με τα μανίκια
σηκωμένα, υποδεχόταν τον Σταμάτη με χαμόγελο και ένα δυνατό χτύπημα στον ώμο.
Η δουλειά, του, δεν ήταν
εύκολη. Οι αποθήκες ήταν σκοτεινές, υγρές, και η μυρωδιά από τα εμπορεύματα
μπλεκόταν με εκείνη του πετρελαίου και της σκόνης. Ο Σταμάτης κουβαλούσε
κιβώτια μέχρι που τα μπράτσα του έκαιγαν, και η ανάσα του γινόταν βαριά. Μα δεν
παραπονιόταν, ήξερε πως, μόλις τελείωνε το φόρτωμα, ο Κυριάκος θα του έδινε
λίγες λίρες ως μπαξίσι για τον κόπο του. Και η χαρά καθρεφτιζόταν στα μάτια του
σαν ήλιος που ανατέλλει.
Τα χρόνια
πέρασαν. Ο Σταμάτης Σταμάτη, πια άντρας, φορούσε τη στολή του αξιωματικού της
Αστυνομίας. Ήταν γνωστός για την ευσυνειδησία και την τιμιότητά του, μα πίσω
από το αυστηρό του βλέμμα κρυβόταν η ίδια ευγνωμοσύνη για τον άνθρωπο που
κάποτε τον είχε στηρίξει σιωπηλά.
Όποτε ο Κυριάκος χρειαζόταν
μια βοήθεια, μια καλή κουβέντα στο δημαρχείο, μια επέμβαση για να λυθεί μια παρεξήγηση,
ο Σταμάτης δεν αρνιόταν ποτέ. Δεν το έκανε από υποχρέωση, αλλά από εκείνη τη
μνήμη των σκοτεινών αποθηκών, της μυρωδιάς του πετρελαίου και του χτυπήματος στον
ώμο που του έλεγε, χωρίς λόγια, «σε εκτιμώ».
Και έτσι, σε κάθε τους
συνάντηση, έμοιαζε σαν να συνεχίζεται μια παλά συναλλαγή, όχι πια με κιβώτια
αγγουριών και χαρτονομίσματα, αλλά με αμοιβαίο σεβασμό, έναν δεσμό που ούτε ο
χρόνος, ούτε οι στολές, ούτε τα αξιώματα μπόρεσαν να καταλύσουν.
Κόκος, ταπεινός και μεγάλος
Ο Κόκος ο
Ιωαννίδης δεν ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Ξεκίνησε ως μικρός εμποράκος
γυρνώντας με το βαν του τα χωριά της Πάφου για να πουλήσει τα προϊόντα που του
εμπιστεύονταν διάφορες εταιρείες. Μικροπαντρεμένος, παλεύοντας για το
μεροκάματο και την οικογένειά του, έδινε την εντύπωση του απλού πλασιέ. Όμως,
πίσω από τη σεμνή του μορφή, κρυβόταν ένας χαρακτήρας σπάνιος.
Ο Κυριάκος, που τον γνώρισε μέσω συγγένειας,
κατάλαβε αμέσως ότι ο Κόκος είχε κάτι το ιδιαίτερο. Παρά το ότι δεν είχε
σπουδάσει, η σκέψη του ήταν κοφτερή, γεμάτη διαύγεια και αντίληψη. Οι κουβέντες
του, μετρημένες και ζυγισμένες, μαρτυρούσαν έναν άνθρωπο που έβλεπε μακρύτερα
τους άλλους.
-Κρίμα να μην είχε την ευκαιρία να σπουδάσει, συλλογιζόταν
ο Κυριάκος.
Και όμως ακόμη και χωρίς βιβλία και πανεπιστήμια, ο
Κόκος διέθετε ένα φυσικό χάρισμα που τον έσπρωχνε μπροστά.
Μια Κυριακή, θυμάται ο Κυριάκος, ο Κόκος έφτασε στο
σπίτι του διστακτικός.
-Κυριάκο, ντρέπομαι που στο ζητώ, μα έμεινα από
πετρέλαιο και πρέπει επειγόντως να πάω στην Παναγιά με εμπόρευμα.
Ο Κυριάκος δεν δίστασε. Γέμισε το αμάξι του Κόκου
από το δικό του τάνκι με καύσιμα και, όταν εκείνος πήγε να πληρώσει, του είπε,
-Κόκο, συγγενείς είμαστε. Τώρα ξεκινάς τη δουλειά
σου, δέξου το ως δώρο.
Τα χρόνια πέρασαν. Ο Κόκος με εργατικότητα και
καθαρό μυαλό, προόδευσε. Από μικρός πλασιέ έγινε ο κυρίαρχος της επιβατικής
διακίνησης σε ολόκληρη την επαρχία. Ο στόλος των λεωφορείων της εταιρείας ήταν
σχεδόν όλος δικός του. Έκανε περιουσία, βοήθησε κόσμο, έφτασε ψηλά. Μα ποτέ δεν
ξέχασε ποιος ήταν.
Κάθε απόγευμα, περνούσε με την κούρσα του από το
καφενείο του χωριού. Έβγαινε από το αμάξι πάντα κορδωτός, μα όχι για να
επιδειχθεί. Κορδωτός από περηφάνια που δεν είχε χάσει την απλότητά του. Καθόταν
με τους χωριανούς, έπινε τη ζιβανία του, γελούσε και συζητούσε σαν να ήταν
ακόμη ο μικρός πλασιέ με το βαν.
Και κάθε φορά που άναβαν τα κέφια και το ποτό έλυνε
της γλώσσες, ο Κόκος θυμόταν εκείνη την ευκολία που του έκανε κάποτε ο Κυριάκος.
Δεν παρέλειπε ποτέ να το αναφέρει στην παρέα, δείχνοντας πάντα ευχαρίστηση και
ευγνωμοσύνη. Ήταν γι’ αυτόν μια μικρή στιγμή που σημάδεψε όλη του την πορεία,
και την κουβαλούσε σαν χρέος τιμής μέσα του.
Ο Κόκος ήταν άνθρωπος που δεν τον συνεπήρε ο πλούτος.
Αντίθετα, τον έκανε πιο δοτικό. Όταν αντιλαμβανόταν πως κάποιος στο χωριό είχε
ανάγκη, έβρισκε τρόπο να βοηθήσει αθόρυβα, χωρίς τυμπανοκρουσίες. Έγινε έτσι
ένας κρυφός ευεργέτης, ένας άνθρωπος που οι πράξεις του μιλούσαν πιο δυνατά από
τα λόγια.
Ο χαρακτήρας του Κόκου ήταν αυτός που τον ξεχώρισε.
Ευφυής και δυναμικός με ισχυρή προσωπικότητα μέσα στην απλότητά του, εργατικός,
δίκαιος, και κυρίως άνθρωπος με καλοσύνη. Ήταν άνθρωπος που, ενώ μπορούσε να
βλέπει όλους αφ’ υψηλού και θέση ισχύος, προτιμούσε να κάθεται στο ίδιο τραπέζι
μαζί τους, και να μοιράζεται τη ζιβανία και το μεράκι της.
Ο τίμιος
δικαστής
Ο Αντωνής του Μάυρου ήταν ένας από τους πιο μερακλήδες περβολάρηδες του
τόπου. Τα θερμοκήπιά του ήταν φροντισμένα με μεράκι και υπομονή. Οι ντομάτες
του έλαμπαν κατακόκκινες, τα αγγούρια του τραγανά και δροσερά. Κάθε που ο
Κυριάκος φόρτωνε το φορτηγό με τα προϊόντα του, ένοιωθε χαρά. Ήξερε πως στο
παζάρι δεν θα δυσκολευόταν να τα πουλήσει. Η φήμη της ποιότητάς τους προηγείτο.
Η Μαρία,
η μοναχοκόρη του Αντωνή, πήγε στην Κομοτηνή να σπουδάσει. Εκεί γνώρισε τον
Κώστα Σατολιά, έναν φοιτητή μετρημένο και φιλομαθή. Γρήγορα οι δυο τους
δέθηκαν, και ύστερα από τα χρόνια των σπουδών, παντρεύτηκαν. Ο Σατολιάς, παρ’
ότι ήταν από ξένο τόπο, μετακόμισε στην Κύπρο και άσκησε το επάγγελμα του
δικηγόρου. Ήταν εργατικός και πολυάσχολος, μα ποτέ δεν αρνήθηκε να βοηθήσει τον
πεθερό του στις συγκομιδές, στα φορτώματα, ακόμα και στις πιο κουραστικές
δουλειές, ήταν εκεί.
Η
φιλομάθειά του ήταν σπάνια. Από νεαρή ηλικία διακρίθηκε για την οξύνοιά του και
την ακεραιότητα του χαρακτήρα του, ώστε να διοριστεί δικαστής σε ηλικία που
άλλοι μόλις ξεκινούσαν να στεριώνουν στο επάγγελμά της. Δεν ήταν εύκολο με τα
δεδομένα της εποχής, να εμπιστευθούν σε νέο άνθρωπο τέτοιο αξίωμα. Και όμως, ο
Σατολιάς απέδειξε πως το άξιζε.
Μια φορά,
ο Κυριάκος (ξάδερφος του Αντωνή του Μάυρου) μπλέχτηκε σε μια υπόθεση. Δεν είχε
πληρώσει κάποιο ανάλογο αντίτιμο για το δημαρχείο, και καταγγέλθηκε. Η υπόθεση
οδηγήθηκε στο δικαστήριο. Όταν έμαθε πως δικαστής θα ήταν ο Σατολιάς,
ανακουφίστηκε.
«Δικός
μας άνθρωπος είναι», σκεφτόταν. «Δεν θα με καταδικάσει. Είμαστε οικογένεια».
Έτσι
μπήκε στην αίθουσα γεμάτος σιγουριά. Στάθηκε στο εδώλιο χαλαρός, δίχως αγωνία,
με την πεποίθηση πως η συγγένεια και η φιλία θα τον γλιτώσουν.
Η αίθουσα
βούιζε από ψιθύρους ώσπου άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο δικαστής. Ο Σατολιάς, με
το ήρεμο περπάτημά του, ανέβηκε στην έδρα. Δεν κοίταξε δεξιά και αριστερά,
μονάχα έσκυψε να διαβάσει την κατηγορία. Μόλις τελείωσε, σήκωσε το κεφάλι και
κοίταξε τον κατηγορούμενο.
Η φωνή
του ήταν ήρεμη, χωρίς ίχνος συναισθήματος:
-Ο
κατηγορούμενος είναι ξάδερφος του πεθερού μου, και ένεκα ηθικής
δεοντολογίας, αποφασίζω να μην εκδικάσω την υπόθεσή του και τον παραπέμπω σε
άλλον δικαστή.
Σιωπή
έπεσε στην αίθουσα. Ο Κυριάκος πάγωσε, το χαμόγελο της σιγουριάς χάθηκε απ’ τα
χείλη του. Τότε όλοι κατάλαβαν πως ο Σατολιάς δεν ήταν μονάχα νομομαθής, μα και
τίμιος. Δεν έβαζε πάνω από τη δικαιοσύνη ούτε φίλους, ούτε συγγενείς.
Και από
τότε, στο χωριό, κάθε που γινόταν λόγος για δικαστές, όλοι θυμούνταν τον
Σατολιά και τον αποκαλούσαν «ο Τίμιος Δικαστής».
Το χανουμάκι του γιαλού
Η Λέμπα ήταν τουρκικό χωριό,
γειτονικό με τη Χλώρακα. Δύο κοινότητες χτισμένες στις παρυφές της θάλασσας,
επάνω σ’ ένα οροπέδιο, με τον εύφορο κάμπο να απλώνεται από κάτω καλλιεργημένος
από τους κατοίκους και των δύο χωριών.
Κάτω στον
γιαλό του Πάρακα, ο γέρο-Βρυώνης είχε ένα χωράφι που το ρέντευε συχνά. Ήταν
πναστό και παρήγαγε εξαιρετικά προϊόντα. Εκεί φύτρωναν λαχανικά με ιδιαίτερη
γλυκύτητα, επειδή τα χώματα περιείχαν φυσικά σάκχαρα. Τα καρότα, οι
γλυκοπατάτες και τα παντζάρια από αυτά τα μέρη είχαν αποκτήσει όνομα μεγάλο στο
παζάρι. Γι’ αυτό ο Κυριάκος τον κρατούσε από κοντά, για να έχει το μονοπώλιο
της παραγωγής.
Ένα δειλινό,
ο γέρο-Βρυώνης κατέβηκε στο χωράφι μαζί με τον εγγονό του, τον μικρό Βρυώνη,
μόλις δεκατεσσάρων χρονών, για να μαζέψουν τη ρέντα και να ποτίσουν.
Ο ήλιος
έγερνε αργά, βάφοντας με ρόδινο φως τη θάλασσα, όταν ξαφνικά το νερό στο αυλάκι
σταμάτησε να κυλά.
-Άντε,
Βρυώνη, σείρε πάνω στο κιρίζι να δεις ποιος έκοψε το νερό, και γύρισε τη δισιά,
του είπε ο παππούς.
Ο μικρός
καβαλίκεψε το μικρό γαϊδουράκι και ξεκίνησε όπως του παράγγειλε ο γέρος. Και
εκεί, στην άκρη του άλλου χωραφιού, πέρα μακριά δίπλα στο κιρίζι, την είδε για
πρώτη φορά.
Ήταν η
Νεσρίν, η κόρη της Χαλιτές, μιας δυναμικής Τουρκάλας που όριζε σχεδόν τον μισό
κάμπο. Είχαν κατέβει κι αυτές να ποτίσουν και είχαν γυρίσει τη δισιά, γι’ αυτό
σταμάτησε το νερό.
Ήταν μόλις
δώδεκα χρονών, και όμως στο βλέμμα της έμοιαζε να κουβαλάει μυστικά αιώνων. Τα
μάτια της, μεγάλα και λαμπερά σαν πρωινός ουρανός, άφηναν μια γλυκιά θαλπωρή σε
όποιον τα συναντούσε. Τα σκούρα, μεταξένια μαλλιά της κυλούσαν στους ώμους της
και πλαισίωναν το λεπτό, σχεδόν αγγελικό της πρόσωπο. Και μέσα στο χαμόγελό της
υπήρχε ακόμη η αθωότητα της παιδικής ηλικίας, μαζί με μια υπόσχεση ομορφιάς που έμελλε να ωριμάσει με τον
καιρό.
Με ένα απλό «καλημέρα» που του είπε εκείνο το πρωινό, κατάφερε να
σφραγίσει την ψυχή του. Ήταν μια στιγμή τόσο σύντομη, που για έναν άλλο άνθρωπο
θα χανόταν την ίδια μέρα. Όμως ο Βρυώνης την κράτησε μέσα του σαν φυλαχτό.
Πενήντα
χρόνια αργότερα, όταν τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει και η ζωή είχε αφήσει πάνω
του τα σημάδια της, η μορφή της μικρής Τουρκάλας έμενε αναλλοίωτη στη μνήμη
του, σαν ένας ήλιος που δεν δύει ποτέ. Ο νεαρός είχε γίνει άντρας, είχε παλέψει
με τη φτώχεια, είχε δουλέψει σκληρά, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά και εγγόνια. Η
ζωή κύλησε με χαρές και λύπες, με βάσανα και κόπους. Μα ποτέ δεν ξέχασε εκείνη
τη μέρα κάτω στον γιαλό.
Στις ήσυχες
ώρες, όταν ο νους του ταξίδευε, πάντα εμφανιζόταν το ίδιο πρόσωπο. Η μικρή
Τουρκάλα με το λευκό μαντήλι στους ώμους και τα μάτια που έλαμπαν σαν τον
πρωινό ουρανό. Και τώρα, πενήντα χρόνια μετά, καθισμένος στο κατώφλι του σπιτιού
του, με τα μαλλιά του κάτασπρα και τα χέρια του γεμάτα ρόζους, εξακολουθεί να
θυμάται. Την «καλημέρα» της την άκουγε ακόμη καθαρά, σαν να του την ψιθύριζε το
αεράκι του γιαλού.
Δεν την
ξανάδε ποτέ. Δεν έμαθε αν ζει ή αν χάθηκε μέσα στα χρόνια και στους πολέμους.
Μα για εκείνον έμεινε πάντα ζωντανή, ένας θησαυρός κρυμμένος στη μνήμη.
Και ίσως να
ήταν καλύτερα έτσι. Γιατί μερικές φορές, οι πιο δυνατές αγάπες είναι εκείνες
που δεν προλαβαίνουν να γίνουν ιστορίες. Μένουν όνειρα ανεκπλήρωτα, εικόνες που
δεν αγγίχτηκαν ποτέ. Και γι’ αυτό αντέχουν περισσότερο.
Η μικρή
Τουρκάλα, το Χανουμάκι του γιαλού, έμεινε για πάντα δώδεκα χρονών στη σκέψη και
στην καρδιά του. Και η «καλημέρα» της ήταν η πιο όμορφη λέξη που είχε ακούσει
ποτέ.
Το μυστικό του γιαλού
Στην παραλία
του Κοττσιά, εκεί όπου η άμμος σμίγει με τον άνεμο και το κύμα, ξεφυτρώνουν τα
κρίνα του γιαλού. Λευκά, μεγάλα, ατίθασα άνθη που φυτρώνουν μέσα στη στείρα γη,
μα μοιάζουν σαν να είναι σπαρμένα από χέρι θεϊκό. Όταν πέφτει το βράδυ, το
άρωμά τους απλώνεται στην ατμόσφαιρα, μεθυστικό, σαν ψίθυρος που καλεί τις
ψυχές να θυμηθούν κάτι λησμονημένο.
Ο Πανίκος ήταν ψαράς, ήταν και
περβολάρης. Παρήγαγε κουνουπίδια και τα πουλούσε στον Κυριάκο. Μια φορά, μετά
το ξεφόρτωμα, κάθισαν να ξεκουραστούν και, στην κουβέντα επάνω, του εξήγησε πώς
από ψαράς κατέληξε και περβολάρης.
Η γυναίκα του, η Φκωνού, είχε
πολλά χωράφια και ήταν περβολάρισσα. Έτσι, βοηθώντας την, έγινε και ο ίδιος.
Και σαν παραμύθι διηγήθηκε στον Κυριάκο πώς τη γνώρισε και την παντρεύτηκε:
Με τη βάρκα του ξανοιγόταν στη
θάλασσα να ρίξει τα δίχτυα. Από το λιμάνι της Πάφου, ακολουθώντας τις ακτές,
έφτανε ως τη Χλώρακα και την Κισσόνεργα.
Εκείνη τη χρονιά που τη
γνώρισε, τέλη Αυγούστου και αρχές Σεπτέμβρη, όταν περνούσε ενωρίς τη νύχτα
ανοιχτά της Χλώρακας, έβλεπε τακτικά ένα φως να τρεμοπαίζει. Εκεί, δυτικά του
χωριού, πάνω στην ακτή του Κοττσιά, μέσα στις σκοτεινές νύχτες, έλαμπε κάτι σαν
άστρο που τον καλούσε.
Μαγεμένος, πολλές φορές
παράτησε το ψάρεμα κι έσυρε τα κουπιά προς τη στεριά. Και όμως, κάθε φορά που
πλησίαζε, το φως χανόταν, σβησμένο σαν όνειρο. Η περιέργεια γρήγορα έγινε
εμμονή. Ένιωθε πως κάποια δύναμη τον προσκαλούσε, ίσως μια λάμια της
θάλασσας, ίσως το ίδιο το πεπρωμένο.
Μια νύχτα αποφάσισε πως δεν
έπρεπε πια να αφήσει το μυστήριο άλυτο. Από το δείλι ανέβηκε σε έναν ψηλό βράχο
που αγνάντευε όλη την παραλία. Κρύφτηκε εκεί, με την καρδιά του να χτυπά
δυνατά, αποφασισμένος να περιμένει ώσπου να φανεί η πηγή του φωτός.
Όταν έδυσε ο ήλιος και
απλώθηκε η νύχτα, είδε μια νεαρή κοπέλα να κατεβαίνει από το χωριό. Ήταν
όμορφη, λυγερή κι αγέρωχη στο περπάτημά της. Στο χέρι κρατούσε έναν φανό
θυέλλης που η φλόγα του λαμπύριζε στο σκοτάδι σαν άστρο που τρεμοπαίζει. Χωρίς
φόβο, χωρίς δισταγμό, κατηφόριζε το στενό μονοπάτι ώσπου να φτάσει στην ακτή.
Ο Πανίκος με χίλιες σκέψεις
στο νου του, δεν άντεξε άλλο. Σηκώθηκε, της φώναξε και τη ρώτησε τι γυρεύει
μόνη της μέσα στη νύχτα.
Εκείνη τον κοίταξε χωρίς να
ταραχτεί, και στα μάτια της καθρεφτίστηκε το ίδιο σκίρτημα που φούντωνε και στη
δική του καρδιά.
-Έρχομαι κάθε βράδυ να μυρίσω
τα κρίνα του
γιαλού, του αποκρίθηκε. Τη
νύχτα είναι που σκορπούν την πιο βαθιά και σπάνια ευωδιά.
Και ήταν σαν εκείνα τα λόγια να σφράγισαν τη μοίρα
τους. Γνωρίστηκαν κάτω από τον ουρανό, ανάμεσα στα άνθη και το κύμα, και αγαπήθηκαν
κεραυνοβόλα, σαν να το είχε ορίσει η ίδια η φύση. Μεθυσμένοι από το άρωμα των
κρίνων, έμειναν ο ένας δίπλα στον άλλο αγαπημένοι, και αργότερα ενώθηκαν για
πάντα με τα δεσμά του γάμου.
Και από τότε, η ιστορία τους
έμεινε να λέγεται σαν παραμύθι. Οι μεγάλοι τη διηγούνται στα παιδιά κάθε φορά
που τα κρίνα ανθίζουν στον γιαλό και σκορπούν το μεθυστικό τους άρωμα.
Ο Θεοδόσης και ο όχλος
Το χωριό της
Χλώρακας άρχισε να διολισθαίνει στην αναρχία όταν οι περισσότεροι κάτοικοι
κυριεύτηκαν από έναν απερίσκεπτο και ανεξέλεγκτο
ρατσισμό που τους εμφύτευσαν επιτήδειοι εθνοπατέρες της κοινότητας. Ήταν μια
απόπειρα εξέγερσης, σχεδιασμένη από εθνικιστικά κόμματα που εντέχνως διέσπειραν
το μίσος εναντίον των προσφύγων που είχαν καταφύγει στη Χλώρακα, ύστερα από την
εκδίωξή τους από την πατρίδα τους τη Συρία.
Οι κάτοικοι, ξεχνώντας το
πρόσφατο παρελθόν τους, όταν και οι ίδιοι οι
συμπολίτες τους είχαν εκδιωχθεί από τα σπίτια τους από τους Τούρκους, βάλθηκαν
με μανία να τους κυνηγούν. Με βία, φωνές,
σιδερολοστούς, ακόμα και γυναίκες και μικρά παιδιά δεν γλίτωσαν. Το μίσος είχε
κυριεύσει το χωριό που άφηνε πίσω του μόνο
καταστροφή.
Ο Θεοδόσης, μικρό παιδί μαθητής
του
γυμνασίου, έφτιαχνε τους
καφέδες στο καφενείο του παππού του, παρατηρντας σιωπηλός τα όσα φρικτά
συνέβαιναν. Προσπαθούσε να καταλάβει γιατί οι άνθρωποι έκαναν τόσο κακό σε άλλους, αδύναμους και απροστάτευτους. Η καρδιά του γεμάτη ευαισθησία και
θλίψη, χτυπούσε με ανησυχία και οργή για την αδικία που έβλεπε γύρω του.
Δεν συζητούσε με τους θαμώνες, η
σιωπή του ήταν η γλώσσα της σκέψης του. Κάθε πράξη, κάθε κραυγή, κάθε χτύπημα
ήταν αποτύπωμα στο μυαλό του. Όμως, όταν
μια μέρα το πλήθος όρμησε στο διπλανό σπίτι που κατοικούσαν πρόσφυγες και
άρχισε να σπάει της πόρτες, κάτι μέσα του ξεχείλισε. Έτρεξε με θάρρος και
στάθηκε μπροστά στην πόρτα. Ήξερε ότι μέσα υπήρχαν παιδιά, αθώες ψυχές που
κινδύνευαν. Άνοιξε τα χέρια του, σαν μικρός φράκτης μπροστά στη μανία του
όχλου.
Οι άνθρωποι του πλήθους
πάγωσαν. Κάποιοι ήταν θαμώνες του καφενείου και αναγνώρισαν την αποφασιστικότητα
στα μάτια του. Κάνανε πίσω. Ο Θεοδόσης γλύτωσε, και γλύτωσαν και τα παιδιά.
Παρόλο που ήταν παιδί, η ψυχή
του έλαμπε με σπάνια ωριμότητα και ανθρωπιά. Η σιωπή του δεν ήταν αδυναμία, ήταν
παρατήρηση, κατανόηση, μια εσωτερική φωνή που δεν παρασυρόταν από το δηλητήριο
του μίσους. Είχε μέσα του μια αγνότητα που τον έκανε να βλέπει τον άνθρωπο, όχι
την καταγωγή ή το χρώμα του.
Η γενναιότητά του δεν
γεννήθηκε από τη δύναμη, αλλά από την πίστη στο δίκαιο και στην αξία της ζωής.
Σε μια εποχή που οι ενήλικες παρασύρονταν από τον θυμό, αυτός στάθηκε με θάρρος, δείχνοντας ότι η ανθρωπιά δεν έχει ηλικία, έχει καρδιά.
Ήταν η σιωπηλή φωνή της
συνείδησης του χωριού, ένα παιδί που με την πράξη του φώτισε την ασχήμια του
μίσους και απέδειξε ότι η αγάπη και η καλοσύνη μπορούν να νικήσουν ακόμα και
τον πιο άγριο όχλο. Εκείνη τη νύχτα, δεν σώθηκε μόνο ο ίδιος του,
σώθηκε και ένα κομμάτι ψυχής
της Χλώρακας.
Ο Κουρύσιης
Την περίοδο
πριν το ΄74 οι Μακαριακοί ακολουθούσαν τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο που στήριζε την
ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας και μια πιο μετριοπαθή πολιτική απέναντι
στην Ένωση με την Ελλάδα.
Οι Γριβικοί ήθελαν άμεση Ένωση
με την Ελλάδα και θεωρούσαν τον Μακάριο προδότη του ενωτικού αγώνα.
Υπήρχε βαθιά πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση,
με έντονη καχυποψία, διχασμό και εχθρότητα ανάμεσα στις δύο πλευρές.
Με το πραξικόπημα η Χούντα και η ΕΟΚΑ Β΄ ανέτρεψαν
τον Μακάριο, οδηγώντας σε εσωτερική αιματοχυσία και χάος. Αμέσως ακολούθησε η
Τουρκική εισβολή που προκάλεσε τεράστια τραγωδία και οδήγησε στη διχοτόμηση της
Κύπρου.
Μπροστά σε αυτή την καταστροφή, και οι μεν και οι
δε, ένιωσαν ενοχές. Ο διχασμός μετριάστηκε, όμως τα τραύματα και οι μνήμες
έμειναν βαθιά χαραγμένα.
Οι περισσότεροι σταμάτησαν την ανοιχτή αντιπαράθεση, αλλά κάποιοι, κυρίως
Μακαριακοί, νιώθοντας δικαιωμένοι, συνέχιζαν τα λεκτικά επεισόδια, κρατώντας
ζωντανή μια αχρείαστη ένταση.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, βρέθηκαν ευτυχώς
κάποιοι άνθρωποι που προσπάθησαν να γεφυρώσουν το χάσμα. Ανάμεσά τους ο
Κουρούσιης, οπλαρχηγός του Μακαρίου, γνωστός για τη σκληρότητα και την
αμείλικτη δράση του ενάντια στους Γριβικούς. Βλέποντας πως η διχόνοια έσπειρε
τον όλεθρο ακόμη και σε οικογένειες, πήρε την απόφαση να αλλάξει. Έκρινε ότι
όλοι έφεραν ευθύνη και πως εκείνος, από τη κοινωνική θέση που κατείχε,
όφειλε να συμβάλει στη συμφιλίωση. Με
την πειθώ και την αποφασιστικότητά του, μίλησε και στους μεν και στους δε και
κατάφερε στο χωριό του να αποκαταστήσει την ηρεμία.
Πολλά χρόνια αργότερα, καθισμένος στο
καφενείο, μεγάλος σε ηλικία πλέον, συζητούσε με τον Κυριάκο και
θυμόταν τα χαλεπά εκείνα χρόνια. Με φωνή βαριά από συγκίνηση έλεγε πως οι απλοί
άνθρωποι, παρασυρμένοι από φανατισμούς και επιτήδειους, έγιναν οι ίδιοι αίτιοι
της καταστροφής τους.
Και κατέληγε πάντα με την ίδια πικρή φράση, που την
είχε κάνει μάθημα ζωής:
-Η διχόνοια, Κυριάκο, είναι η πιο μεγάλη κατάρα του τόπου.
Δεν χρειάζονται όπλα οι ξένοι όταν εμείς οι ίδιοι σφαζόμαστε μεταξύ μας.
Μόνο αν σταθούμε ενωμένοι, μπορούμε να κρατήσουμε την πατρίδα μας ζωντανή.
Ο Παπάσταυρος -Το Κάλεσμα του
Αγίου-
Τον έλεγαν
Σταύρο, μα στο χωριό όλοι τον φώναζαν Σταύρακα. Ήταν ξάδερφος του Κυριάκου. Λιγνός και αδύνατος , αλλά με ψυχή μεγάλη
και φωτεινή. Από νέος έδειχνε πως το μυαλό του δούλευε ρολόι. Δραστήριος,
ευγενικός, γεμάτος καλοσύνη, μα και με μια σπάνια ικανότητα να πείθει τους
ανθρώπους. Έγινε ασφαλιστής, έστησε γραφείο, αντιπροσώπευε μεγάλες
εταιρείες, και με τον καιρό έγινε ο καλύτερος σε όλη την Κύπρο. Οι επιτυχίες
του ήταν πολλές. Τιμητικές διακρίσεις, βραβεία, έπαινοι. Και όμως, όσοι τον ήξεραν, τον
θυμούνταν περισσότερο για το ήσυχο χαμόγελο και τη βαθιά του πίστη, παρά για τα
επαγγελματικά του κατορθώματα.
Από παιδί
είχε την καρδιά του στραμμένη στην εκκλησία. Ήθελε, λέει, να γίνει παπάς. Μα η
ζωή, όπως κάνει συνήθως, τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε αλλού. Έγινε
επιχειρηματίας, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά, και
κατοίκισε στη
Γεροσκήπου. Κάθε Κυριακή όμως, φορτώνονταν όλοι στο αυτοκίνητο και
τραβούσαν για την Παναγία της Χλώρακας. Ήταν το ιερό του τελετουργικό, η δική
του συμφιλίωση με το Θεό. Ίσως έτσι, μέσα από τη σιωπή της λειτουργίας και το
άρωμα του λιβανιού, να γλύκαινε λίγο το ανεκπλήρωτο παιδικό του όνειρο.
Τα χρόνια
πέρασαν. Τα παιδιά μεγάλωσαν, έφυγαν, έστησαν τη δική τους ζωή. Ο Σταύρος
γέρασε μέσα στην ευμάρεια και την ευπρέπεια. Μα κάπου βαθιά μέσα του, ένα
σκοινί που χρόνια ήταν τεντωμένο, άρχισε να πάλλεται ξανά.
Μια
νύχτα, αργά στο γραφείο, τον επισκέφθηκε το άγνωστο.
Άκουσε
πατήματα στην αυλή. Νόμισε πως ήταν κλέφτης. Πήρε τον ασύρματο να ειδοποιήσει την
ασφάλεια, αλλά διαπίστωσε πως δεν λειτουργούσε.
Βγήκε έξω
και τον τύλιξε ένα φως. Και από το φως αναδύθηκε μια μορφή ανθρώπινη, γαλήνια, στολισμένη με
μια λάμψη ουράνια.
Δεν ένιωσε
φόβο, αντίθετα, ένιωσε μια γλυκιά σιγουριά να τον πλημμυρίζει. Αναγνώρισε
τη μορφή, ήταν ο Άγιος Στέφανος, εκείνος στο εικόνισμα του μικρού ξωκλησιού στη
Λέμπα.
-Γιατί
φοβάσαι να γίνεις παπάς; τον ρώτησε η μορφή με φωνή ήσυχη σαν προσευχή.
-Πέρασαν
τα χρόνια, Άγιε μου. Δεν είναι για μένα πια, απάντησε ο Σταύρος
.Ο Άγιος
τον κοίταξε με συμπόνια.
-Πόσα
χρόνια θες ακόμα να ζήσεις για να υπηρετήσεις τα θεία;
Κι έπειτα
το φως έσβησε.
Ο
ασύρματος που πριν δεν λειτουργούσε, τώρα δούλευε ξανά. Το θαύμα είχε αφήσει
πίσω του σιωπή, μα και μια βεβαιότητα. Ο Σταύρος δάκρυσε. Ήξερε τι έπρεπε να
κάνει.
Όταν το
ανακοίνωσε, το χωριό αναστατώθηκε.
-Μα τώρα,
στα γεράματα; έλεγαν οι μισοί.
-Είναι
ευλογημένος άνθρωπος, απαντούσαν οι άλλοι.
Ο
Κυριάκος, τον κάλεσε στο γραφείο.
«Σταύρο είσαι
πενήντα χρονών, έχεις παιδιά και εγγόνια, μια καλή δουλειά. Γιατί τώρα; Δεν
χρειάζεται να φορέσεις ράσα για να είσαι κοντά στο Θεό.
Ο Σταύρος
τον κοίταξε ήρεμα
.-Όταν
σου μιλήσει ο Θεός, δεν μπορείς να κάνεις πως δεν άκουσες, του είπε μόνο.
Και έτσι,
ο Σταύρακας έγινε Παπά-Σταύρος.
Στο μικρό
εκκλησάκι του Αγίου Στεφάνου στη Λέμπα, κάθε Κυριακή, η φωνή του αντιλαλούσε
ψαλμωδίες που έμοιαζαν να γεννιούνται μέσα από την ίδια του την ψυχή. Οι
χωριανοί πήγαιναν να τον ακούσουν, άλλοι από περιέργεια, άλλοι από πίστη. Μα
όλοι έφευγαν με μια περίεργη γαλήνη, σαν να τους είχε ακουμπήσει κάτι ιερό.
Και λένε
πως όποιος τον έβλεπε να λειτουργεί, δεν έβλεπε πια τον ασφαλιστή Σταύρακα,
αλλά τον άνθρωπο που τελικά βρήκε το δρόμο του, εκείνον που άργησε, μα έφτασε εκεί που πάντα
ποθούσε η ψυχή του.
Παπάχαμπης, ο τρακτεράς του θεού
Ο Ναπολής
ήταν ενοικιαστής του Κυριάκου. Είχε νοικιάσει ένα μικρό κατάστημα στην άκρη του
χωριού και έψηνε σουβλάκια. Το σπίτι του βρισκόταν δίπλα σ’ ένα χωράφι του
Κυριάκου, και ένα βράδυ του μπήκε στο μυαλό μια ιδέα, να προτείνει
συνεταιρισμό.
-Εσύ, Κυριάκο, να βάλεις το κεφάλαιο
κι εγώ τον κόπο, του είπε.
-Και τι να κάμουμε;
-Ένα θερμοκήπιο. Να βγάζουμε
λαχανικά τον χειμώνα και να μοιραζόμαστε τα κέρδη.
Ο Κυριάκος, πρακτικός και
ανοιχτόμυαλος άνθρωπος, δέχτηκε. Την άλλη κιόλας μέρα φώναξαν τον Παπά-Χαμπή να
οργώσει το χωράφι.
Ο Παπά-Χαμπής δεν ήταν ένας
συνηθισμένος παπάς. Ήταν και τρακτεράς, ήταν και παπάς. Ήρθε πρωί-πρωί με το
παλιό του τρακτέρ που βούιζε σαν μέλισσα στην κοιλάδα. Έβαλε το σταυρό του,
γύρισε το κλειδί, και το σίδερο έμπηξε στη γη βαθιά, σαν να την ευλογούσε.
Όταν τελείωσε τη δουλειά, πήγε
στο γραφείο του Κυριάκου να πληρωθεί. Εκείνος τον κέρασε καφέ, και όσο έπιναν,
η κουβέντα ξέφυγε πίσω, στα δύσκολα εκείνα χρόνια, τότε που η Κύπρος είχε
χωριστεί στα δύο, στους Μακαριακούς και στους Γριβικούς.
Ο Παπά-Χαμπής αναστέναξε.
-Κυριάκο, εγώ δεν ανακατώθηκα
με τα πολιτικά. Μονάχα υποστήριξα τη νομιμότητα. Δεν έβλαψα κανένα. Ο Θεός
ξέρει πως έγινα παπάς όχι από φιλοδοξία, αλλά από ανάγκη. Η φτώχια βλέπεις…
Ήμουν ψάλτης χρόνια, ήξερα τη λειτουργία. Όταν ο παπάς του χωριού ο Παπάνδρεας
έφυγε, με πρότειναν. Είπα ναι, γιατί έπρεπε να ζήσω τα παιδιά μου.
Ο Κυριάκος σώπασε. Η μνήμη του
γύρισε πίσω, στα χρόνια της διχόνοιας. Θυμήθηκε τα σπίτια που κάηκαν, τους
συγγενείς που δεν μιλιόνταν, το μίσος που χώριζε ακόμα και αδέρφια. Θυμήθηκε
και τους δικούς του, που τότε κατηγορούσαν τον Παπά-Χαμπή.
-Πρόδωσε τον συγγενή μας τον παπά, έλεγαν.
Μα ο Κυριάκος ποτέ δεν το
πίστεψε.
Ήξερε τον Χαμπή χρόνια:
Ύσυχος, πράος, τίμιος. Άνθρωπος του μόχθου, γεωργός και πατριώτης. Είχε
πολεμήσει με την οικογένειά του στην ΕΟΚΑ, είχε περάσει κρατητήρια στην
Κοκκινοτριμιθιά και στην Πύλα, και όμως, ποτέ δεν μίλησε για όσα έζησε εκεί. Ούτε
παράπονο, ούτε περηφάνια. Δεν έγραψε βιβλία, δεν γύρεψε τιμές. Κράτησε μέσα του
τον πόνο, σαν προσευχή.
Δεν είπε κακό λόγο για
κανέναν, όσο και αν κάποιοι μπορεί να μην τον ήθελαν. Ποτέ δεν κατηγόρησε
άνθρωπο, ακόμα και εκείνους που τον αδίκησαν. Συνεργάστηκε άψογα με τον
Παπα-Ανδρέα όταν επέστρεψε μετά τη συμφιλίωση, πάντα με γαλήνη και αξιοπρέπεια.
Μια φορά, έγινε και αυτό:
Ένας άντρας που τον μισούσε
πολύ, ετοίμαζε να χαρτώσει την κόρη του. Ο γαμπρός, από άλλο χωριό της Πάφου,
ήρθε στη Χλώρακα να ρωτήσει για την κοπέλα και την οικογένεια. Έτυχε να πέσει
πάνω στον Παπά-Χαμπή. Χωρίς δεύτερη σκέψη, του είπε τα καλύτερα λόγια για την
κοπέλα, για την οικογένεια, για όλους. Και το συνοικέσιο έγινε.
Ήξερε πως ο πατέρας της τον μισούσε και πως ήθελε να του κάνει κακό, και όμως,
δεν είπε τίποτα κακό. Τέτοια ψυχή είχε.
Ο Κυριάκος τον κοίταξε με
σεβασμό.
-Παπά-Χαμπή, του είπε, ό,τι
έγινε, έγινε. Αυτά τα χρόνια πρέπει να μείνουν πίσω. Η διχόνοια έφαγε ψυχές και
σπίτια. Αν δεν συμφιλιωθούμε, τα παιδιά μας θα πληρώσουν τα λάθη μας.
Ο παπάς έγνεψε καταφατικά.
-Έχεις δίκιο, Κυριάκο. Ο
εμφύλιος είναι κατάρα. Δεν αφήνει νικητές, μόνο πληγές.
Έμειναν για λίγο σιωπηλοί. Ο
ήλιος έγερνε στη θάλασσα και το φως του έπεφτε πάνω στο φρεσκοοργωμένο χώμα.
Ήταν σαν η ίδια η γη να τους άκουγε και να συγχωρούσε και εκείνη.
Η χήρα Ρεβέκκα
Η Ρεβέκκα
χήρεψε πριν καλά καλά προλάβει να γευτεί τη συζυγική ζωή. Ο άντρας της,
παλικάρι γερό και λεβέντης, βρέθηκε άδικα νεκρός ένα βράδυ στο καφενείο του
χωριού. Κουκουλοφόροι, μεθυσμένοι από βία κι αντάρα, εισέβαλαν για να σπείρουν
φόβο. Ένας πυροβολισμός στον αέρα, μια σφαίρα που βρήκε τον τοίχο και εξοστρακίστηκε,
και εκεί, μπροστά στα μάτια των συγχωριανών, ο νέος άντρας έπεσε σαν δέντρο
κομμένο από κεραυνό.
Η Ρεβέκκα δεν πρόλαβε να θρηνήσει όπως έπρεπε. Ο
πόνος της έμεινε άφωνος, βουβός, γιατί αμέσως υψώθηκε μπροστά της ένα βάσανο
πιο μεγάλο και από τον θάνατο. Τέσσερα μικρά παιδιά, τέσσερα στοματάκια πεινασμένα
που γύρευαν μάνα και πατέρα, αλλά εύρισκαν μόνο μητέρα. Οι καιροί ήταν
δύσκολοι, η φτώχεια μάστιζε το χωριό, και οι χωριανοί, όσο και αν την
αγαπούσαν, δεν είχαν απόθεμα να της σταθούν.
Έμεινε λοιπόν η Ρεβέκκα μόνη σαν καλαμιά στον
κάμπο, να παλεύει με νύχια και με δόντια. Έπιανε δουλειά όπου έβρισκε. Στο
μάζεμα των τερατσιών, στη συσκευασία των σταφυλιών, ακόμη και σε δουλειές που
δεν ταίριαζαν σε γυναίκα αδύναμη και χλωμή σαν εκείνη. Και όλη νύχτα
ξαγρυπνούσε στον αργαλειό να υφάνει πέφτσια για τους χωριανούς. Μα δεν
λογάριαζε τίποτα, Ήξερε μόνο πως έπρεπε να γεμίσει τα πιάτα των παιδιών της. Οι
μισθοί ήταν πενιχροί, μα κάθε δεκάρα έπιανε τόπο.
Η ζωή της έγινε μια αλυσίδα από κόπους και στερήσεις.
Δεν γνώρισε χαρές, δεν απόλαυσε γιορτές. Όλη της η ύπαρξη αφιερώθηκε στα παιδιά
της, και αυτό το φορτίο το σήκωσε με σιωπηλή αξιοπρέπεια. Και στο τέλος, όταν
τα είδε να στέκονται όρθια, χρήσιμα μέλη της κοινωνίας, ένιωσε μια γλυκιά
δικαίωση να φωτίζει το ταλαιπωρημένο της πρόσωπο. Δεν έζησε πολλά χρόνια, έζησε
όμως όσο χρειαζόταν για να καμαρώσει τον αγώνα της να δικαιώνεται.
Συχνά τη βοηθούσε ο Κυριάκος, συγγενής της και η
μάνα του παιδική της φίλη. Κάθε φορά που χρειαζόταν χέρια στη δουλειά, τη φώναζε.
Ήξερε πως η Ρεβέκκα ήταν γρήγορη, καπάτσα, με χέρια που δούλευαν σαν μαγεμένα.
Ιδίως όταν συσκεύαζε τις μπανάνες στα κιβώτια, τις τακτοποιούσε με τέτοια
φροντίδα, λες και έπλαθε έργα τέχνης. Και όταν σχόλαγε, εκτός από τον μισθό, της
έδινε και ένα σωρό ζαρζαβατικά. Εκείνη τον ευχαριστούσε υπερβολικά, με τόση συγκίνηση,
που συχνά ο Κυριάκος κοκκίνιζε.
Ήξερε καλά πως την άλλη μέρα θα τα πήγαινε στην
αγορά της Πάφου για να τα πουλήσει, μπας και μαζέψει λίγα ακόμη χρήματα. Δεν
της είπε ποτέ πως στεναχωριώταν για δαύτην, γιατί ήξερε την περηφάνεια της. Αν
της πρόσφερε ελεημοσύνη, θα την πλήγωνε. Έτσι προτιμούσε να της δίνει την
ευκαιρία να κερδίσει κάτι παραπάνω με τον κόπο της.
Μ’ αυτόν τον τρόπο, ένιωθε ευχαριστημένος με τη
συνείδησή του, και εκείνη δεν αισθανόταν ταπεινωμένη. Έστεκε πάντα με το κεφάλι
ψηλά, σαν γυναίκα που, παρόλο η ζωή τη χτύπησε αλύπητα, κατάφερε να τη νικήσει
με τον δικό της αθόρυβο, ανυποχώρητο αγώνα. Από τη στάχτη του δικού της πόνου,
έπλασε το μέλλον των παιδιών της.
Η Πατού του Νίκολου
Ήταν χρόνια
δύσκολα, φορτισμένα με πάθη και ιδεολογίες. Στην Κύπρο του 1955, ο αέρας μύριζε
μπαρούτι και προσμονή. Ο απελευθερωτικός αγώνας της ΕΟΚΑ είχε μόλις ξεκινήσει,
και ο κόσμος χωρίστηκε σε στρατόπεδα, άλλοι φώναζαν «Ένωση και μόνο Ένωση»,
άλλοι ζητούσαν δικαιοσύνη και κοινωνική ισότητα μέσα από διαφορετικούς δρόμους.
Ο Χαμπής και ο Νίκολος ήταν
φίλοι από παιδιά. Ο πρώτος, μετριοπαθής δεξιός, άνθρωπος ήσυχος και δουλευτής,
πίστευε στη λευτεριά της Κύπρου και στην Ένωση με την Ελλάδα, μα δεν αγαπούσε τις
ακρότητες. Ο δεύτερος, φανατικός αριστερός και μέλος του ΑΚΕΛ, έβλεπε αλλιώς
τον κόσμο, πίστευε στην ισότητα, στο δίκιο του εργάτη, μα αντιδρούσε στον
ένοπλο αγώνα, θεωρώντας τον μάταιο και επικίνδυνο.
Παρά τις
διαφορές τους, η φιλία τους είχε σταθεί βράχος στις θύελλες των χρόνων. Έτρωγαν
μαζί, γελούσαν, βοηθούσαν ο ένας τον άλλο στις δουλειές, και είχαν αποφασίσει
πως ο Νίκολος θα γινόταν κουμπάρος του Χαμπή, θα βάφτιζε την κόρη του.
Όταν ήρθε
η ώρα, οι συγγενείς του Χαμπή, άνθρωποι δεξιοί και πολλοί απ’ αυτούς αγωνιστές
της ΕΟΚΑ, του είπαν πως το κορίτσι έπρεπε να πάρει το όνομα Ελλάδα, για να
τιμήσει τη μητέρα πατρίδα, να είναι σύμβολο του αγώνα και της πίστης στην
Ένωση.
Ο Νίκολος όμως, πεισματάρης και
ιδεολόγος, αντέδρασε.
-Ελλάδα να τη βαφτίσω; Όχι, Χαμπή μου. Εγώ δεν κάνω σύμβολα από παιδιά. Θέλω να
ζήσει ελεύθερη, όχι να κουβαλά το βάρος πολιτικών ονομάτων.
Ο Χαμπής τον κοίταξε. Ήξερε
πως ο φίλος του ήταν πεισματάρης, αλλά δεν ήταν κακός άνθρωπος. Μα τα χρόνια
εκείνα δεν συγχωρούσαν τέτοιες κουβέντες. Οι συγγενείς του φούντωσαν, άλλοι τον
πίεζαν να αλλάξει κουμπάρο, άλλοι να ματαιώσει τη βάφτιση. Μα ο Χαμπής δεν
ήθελε να χαλάσει μια φιλία ζωής για την πολιτική.
Και έτσι, ύστερα από πολλές
κουβέντες και πείσματα, βρήκαν τη μέση λύση.
-Θα τη βγάλουμε Έλλη, Νίκολε.
Να ’χει μέσα της και τη ρίζα της Ελλάδας, μα κι εσύ να είσαι ήσυχος, είπε ο
Χαμπής.
Ο Νίκολος χαμογέλασε για πρώτη
φορά.
-Έλλη λοιπόν. Να μεγαλώσει με
μυαλό καθαρό, να αγαπά τους ανθρώπους, όχι τα στρατόπεδα.
Η βάφτιση έγινε ένα ήσυχο
απόγευμα, με λίγους και καλούς. Μα όσο οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα, έξω
στον κόσμο οι ιδεολογίες συνέχιζαν να χωρίζουν ανθρώπους και φίλους. Ο
φανατισμός είχε ήδη ριζώσει βαθιά, μα εκείνη τη μέρα, ο Χαμπής και ο Νίκολος
είχαν δείξει πως η αγάπη μπορούσε ακόμα να γεφυρώνει ό,τι η πολιτική χώριζε.
Τα χρόνια κύλησαν σαν το νερό
του ποταμού. Ο Χαμπής και ο Νίκολος έφυγαν και οι δυο από τη ζωή, ο καθένας
ήσυχα, όπως έζησε. Ο ένας με το κερί της πίστης στην πατρίδα να σιγοκαίει, ο
άλλος με το βλέμμα στραμμένο στη δικαιοσύνη και στη λευτεριά των ανθρώπων. Μα
και οι δυο πήραν μαζί τους μια εποχή, εκείνη τη σκληρή, την πληγωμένη, που
άφησε πίσω της ρωγμές στις ψυχές και στους τόπους.
Έμεινε μονάχη η Πατού, η
γυναίκα του Νίκολου. Γριά πια, με τα χέρια ροζιασμένα και τη ράχη σκυφτή,
περνούσε τις ώρες της στο μικρό χωραφάκι τους, την Καυκάλα. Ήταν φτανοχώραφο,
και εκεί ανάμεσα στις πρασινάδες καρπούσαν τα φασολάκια, που τα φρόντιζε σαν
παιδιά της. Το χώμα, το νερό, και ο ήλιος ήταν η παρέα της.
Δίπλα στις αποθήκες του Κυριάκου,
του γιου του Χαμπή, η Πατού έβρισκε συντροφιά. Όταν ο Κυριάκος πήγαινε να
φορτώσει τα προϊόντα της, έπιαναν την κουβέντα. Καθόντουσαν στη σκιά του
δέντρου και μιλούσαν για τα παλιά. Για τα χρόνια του αγώνα, για τις κόντρες και
τα μίση, για τους ανθρώπους που χάθηκαν και για τις κουβέντες που ειπώθηκαν με
θυμό και δεν ξαναμαζεύτηκαν ποτέ.
-Τι να τα κάμεις, Κυριάκο μου;
έλεγε η Πατού, σκουπίζοντας τον ιδρώτα με το μαντήλι της. Τότες ήμασταν όλοι
φλογεροί. Ο Νίκολος έλεγε πάντα:
“Με τα μυαλά που έχουμε, θα μας πιάσουν οι Τούρκοι μια μέρα.” Και εγώ γελούσα.
Μα ποιος να τό ’ξερε πως θα ’βγαινε αληθινός;
Ο Κυριάκος κατέβαζε το κεφάλι.
Η σκέψη του έτρεχε πίσω, στα χρόνια που οι άνθρωποι χώριζαν για κόμματα και σημαίες,
που η φιλία του πατέρα του με τον Νίκολο θεωρούνταν παράδοξο, σχεδόν ύποπτο.
Και τώρα, όλα φαίνονταν τόσο μικρά, τόσο μάταια.
Η Πατού χαμογελούσε πικρά.
-Τους έφαγε ο φανατισμός,
Κυριάκο μου. Αν είχαν τότε λίγη αγάπη παραπάνω, μπορεί και να μην είχαμε πάθει
όσα πάθαμε.
Και έτσι, κάτω απ’ τον ήλιο
της Καυκάλας, ανάμεσα στα φασολάκια και στις σκόνες του δρόμου, ο Κυριάκος και
η Πατού, ξόρκιζαν τη λησμονιά με κουβέντες απλές, ανθρώπινες. Γιατί ό,τι δεν
ένωσε η πολιτική, το ένωναν πια οι αναμνήσεις και η πίκρα της σοφίας.
Τα χρόνια πέρασαν κι άλλο. Η
Πατού δεν κατέβαινε πια στο μικρό χωραφάκι. Τα πόδια δεν την βαστούσαν, και
έμενε τις πιο πολλές ώρες καθισμένη στη μικρή αυλή της, κάτω από την
κληματαριά. Ο Κυριάκος την επισκεπτόταν κάθε τόσο να τη δει, μα περισσότερο πήγαινε
για την κουβέντα, εκείνη τη ζεστή, παλιά κουβέντα που μοσχοβολούσε από τα
χρόνια του πατέρα του.
Μια μέρα ήρθε και η Έλλη, η
βαφτιστικιά του Νίκολου. Ήταν πια ώριμη γυναίκα, και έφερε μαζί τις κόρες της
να γνωρίσουν την νοννά της. Όταν την είδε, η γριά άπλωσε τα τρεμάμενα χέρια
της.
-Να τη, η μικρή μου Έλλη… που τότε για χάρη της παλέψαμε να βρούμε τη μέση οδό!
Γέλασαν και οι δυο, και ο
Κυριάκος στάθηκε λίγο πιο πέρα, χαμογελώντας και εκείνος.
Κάθισαν όλοι μαζί στον ίσκιο.
Η Έλλη άκουγε σιωπηλή καθώς η Πατού διηγόταν τα παλιά, τη φιλία του Χαμπή και
του Νίκολου, τη βάφτιση, τους καυγάδες, τις ιδεολογίες που χώριζαν τους ανθρώπους.
Και ύστερα είπε σιγανά:
-Ξέρετε… εγώ πιστεύω πως
τελικά ο Χαμπής και ο Νίκολος, είχαν και οι δυο δίκιο. Ο ένας ήθελε την ελευθερία
του τόπου, ο άλλος την ελευθερία του ανθρώπου. Και χωρίς το ένα, το άλλο δεν
στέκει.
Ο Κυριάκος την κοίταξε συγκινημένος.
Ήταν σαν να άκουγε τη φωνή του πατέρα του μέσα της.
-Μακάρι να τα ’βλεπαν έτσι και
οι παλιοί, Έλλη μου, είπε. Θα ’χαμε γλιτώσει πολλές πληγές.
Και αναστενάζοντας συνέχισε,
-Μπορεί να μην τα πρόλαβαν
αυτοί, μα τα προλάβατε εσείς. Εσύ και ο Κυριάκος. Δυο παιδιά τους, που τώρα
κάθονται δίπλα-δίπλα χωρίς να μετράνε σε ποιο κόμμα ανήκαν οι γονιοί τους.
Έπεσε σιωπή. Μόνο ο άνεμος
περνούσε ανάμεσα στα φύλλα της κληματαριάς, σαν να ψιθύριζε συμφιλίωση. Ο
Κυριάκος έσκυψε και χάιδεψε τα χέρια της Πατούς.
-Έτσι να μείνει, θειά Πατού.
Να τελειώσουν εδώ τα μίση. Από δω και πέρα, μόνο μνήμη και αγάπη.
Η Πατού χαμογέλασε με μάτια
θολά, μα γαλήνια.
-Αυτό είναι που ήθελε και ο Νίκολος, Κυριάκο. Να ’ρθει μια μέρα που δε θα
χωρίζει τίποτε τους ανθρώπους. Μόνο να τους ενώνει το χώμα που τους μεγάλωσε.
Και έτσι, εκείνη τη μέρα, κάτω
από τον ίσκιο της κληματαριάς, κύλησε η τελευταία σελίδα μιας παλιάς ιστορίας.
Μιας ιστορίας που ξεκίνησε με φανατισμό, μα τέλειωσε με κατανόηση. Γιατί καμιά
ιδεολογία, όσο δυνατή και αν είναι, δεν μπορεί να σταθεί πάνω από την καρδιά.
Νίκος Τσιάκκος Πενταράς
Ο Νίκος ήταν
άνθρωπος γραμματιζούμενος, με διάνοια οξυδερκή και σπάνια. Γεννήθηκε σε φτωχικό
σπίτι. Γιος του Κωστή του Τσιάκκου γεωργού απλοϊκού και δουλευταρά που μόχθησε
μια ζωή για να θρέψει τη φαμίλια του με το ξεροκόμματο της γης. Από μικρός, ο
Νίκος έδειξε πως η μοίρα του ήταν διαφορετική. Τα βιβλία έγιναν γι’ αυτόν οι
πιο πιστοί του φίλοι, και η μελέτη άνοιξε δρόμους που το μικρό χωριό του δεν
μπορούσε να του χαρίσει.
Με το που
τελείωσε τη θητεία του στον στρατό, πήρε τον δρόμο για τη Θεσσαλονίκη. Εκεί,
μέσα στη βοή και στο πλήθος της μεγάλης πόλης, έδωσε τον αγώνα του. Σπούδασε με
πάθος, έλαμψε στην Ελληνική Φιλολογία και αποφοίτησε με άριστα. Δεν άργησε να
διοριστεί καθηγητής. Φόρεσε το κοστούμι του δασκάλου και μπήκε στον κύκλο των
καταξιωμένων. Παντρεύτηκε, έκανε παιδιά, και για χρόνια πίστεψε πως η ζωή του
είχε βρει την πεπατημένη: οικογένεια, εργασία, μια καθημερινότητα ήσυχη, μα
κιόλας μονότονη.
Ώσπου,
μια μέρα, χάθηκε. Χάθηκε σαν να τον κατάπιε η γη. Ούτε φίλοι ούτε συγγενείς από
το νέο του περιβάλλον έμαθαν πού πήγε. Στην αρχή πολλοί τον αναζήτησαν, μα όσο κυλούσε
ο καιρός, η μνήμη του ξεθώριασε. Ο κόσμος γρήγορα ξεχνά εκείνους που δεν
βλέπει. Λησμονούνται οι φιλίες, σβήνουν οι αγάπες, κι οι σχέσεις που κάποτε
έμοιαζαν άρρηκτες, σκορπίζονται σαν καπνός. Έτσι και ο Νίκος, έμεινε μια ανάμνηση.
Κι όμως, η αλήθεια ήταν άλλη.
Μέσα του έκαιγε πάντα μια φλέβα μοναχικότητας. Δεν ήταν άνθρωπος των
συναναστροφών, δεν έβρισκε χαρά στη βοή των πόλεων, ούτε στις τυπικές,
επαγγελματικές σχέσεις, όπου οι άνθρωποι μιλούν και κινούνται μηχανικά, αδιάφορα.
Η ρουτίνα τον είχε κουράσει, και η ψυχή του γύρεψε κάτι καθαρότερο,
αληθινότερο.
Έτσι, πήρε τη μεγάλη απόφαση.
Παράτησε καριέρα, μισθούς, τιμές και φιλοδοξίες. Γύρισε πίσω στο χωριό του, στο
πατρικό σπίτι με τη μικρή αυλή, εκεί όπου η θαλασσινή ανάσα το αγκάλιαζε κάθε
πρωί και κάθε δειλινό. Έστησε ξανά τη ζωή του με ταπεινότητα: φύτευε τη γη,
τέχνη που την ήξερε από παιδί, και το έκανε με επιστημονική ακρίβεια. Έβαζε
σπόρους όλων των ειδών, χωρίς φάρμακα, και τα φθαρτά που παρήγαγε τα προμήθευε
στον καινούργιο του φίλο, τον Κυριάκο τον φθαρτέμπορο του χωριού.
Γεννημένος δίπλα στη θάλασσα,
τη γνώριζε καλά, από την καλή και την κακή της. Τις αυγινές ώρες, όποτε το
επέτρεπε ο καιρός, έβγαινε με τη βάρκα του και ψάρευε με τις ώρες. Στο καΐκι του
έβρισκε τη σιωπή που του ταίριαζε, ακούγοντας μονάχα το κύμα και το τραγούδι
των γλάρων.
Μα περισσότερο απ’ όλα
αγαπούσε τα δειλινά. Καθόταν στην άκρη του γιαλού και αγνάντευε τον ήλιο να
σβήνει σιγά σιγά πίσω απ’ τον ορίζοντα. Εκείνες τις ώρες ένιωθε ειρήνη στην
ψυχή του, καθώς ο ουρανός γέμιζε χρώματα και ο ήλιος αποκοιμιόταν στα βαθιά,
αχνά νερά της θάλασσας της Χλώρακας.
Για συντροφιά είχε λίγους
απλούς χωριανούς, αγράμματους μα τίμιους, ανθρώπους που μιλούσαν λίγο και
ζούσαν πολύ. Δεν του χρειάζονταν περισσότερα.
Ήξερε καλά πως θα μπορούσε να
είχε τα πάντα: είχε μυαλό, γνωριμίες, σεβασμό. Θα μπορούσε να πλουτίσει, να
ανέβει ψηλά. Μα δεν θέλησε τίποτα από όλα αυτά. Διάλεξε τη μικρή του παραλία,
την ήσυχη ζωή, την απέριττη. Μια ζωή χωρίς έγνοιες για το αύριο, χωρίς μάταιους
υπολογισμούς και βαριές ευθύνες. Μια ζωή σαν των πετεινών του ουρανού και των
κρίνων του αγρού, που δεν σπέρνουν ούτε θερίζουν, κι όμως ο Θεός φροντίζει γι’
αυτά.
Έτσι και εκείνος, άφησε την
πρόνοια του Θεού να τον οδηγήσει. Έμαθε να ζει την κάθε μέρα ξεχωριστά, σαν
δώρο μοναδικό. Και αν για τον κόσμο χάθηκε, για τον ίδιο βρέθηκε. Βρήκε την
ησυχία που χρόνια ποθούσε, εκεί, στην άκρη της θάλασσας, παρέα με τον εαυτό του
και την απεραντοσύνη του κόσμου.
Ο ρομαντικός ποιητής της
Χλώρακας
Η Χλώρακα
δεν είχε να επιδείξει πολλούς μεγάλους άνδρες. Ήταν λίγοι, μετρημένοι. Ανάμεσα
τους ένας που έμελλε να γίνει ποιητής, ο Νίκος Πενταράς.
Γιος
αγωνιστών της ΕΟΚΑ, γεννημένος μέσα στη φωτιά των ονείρων για λευτεριά, κουβαλούσε
από μικρός στις φλέβες του ήχους τραγουδιών πατριωτικών και στις φωνές του
στίχους αυτοσχέδιους. Έπλαθε ποιήματα όπως άλλοι πλάθουν ψωμί, με απλά υλικά,
μα με αγάπη και πάθος. Στις αυλές και στα σοκάκια αντηχούσε η φωνή του για την
πατρίδα, για τη μάνα, για τη θάλασσα, για τον μόχθο που πλάθει τον άνθρωπο.
Η ζωή δεν
του χάρισε εύκολους δρόμους. Ορφανός από την παρουσία του πατέρα, στάθηκε νωρίς
στήριγμα στο σπίτι. Τα πρωινά διάβαζε με ζήλο στο σχολείο, κι όταν έπεφτε ο
ήλιος έτρεχε στα περβόλια, να ποτίσει, να δουλέψει, να βοηθήσει. Η φτώχεια δεν
τον τσάκισε, αντίθετα, τον ατσάλωσε. Ούτε οι δυσκολίες, ούτε οι κακουχίες
μπόρεσαν να σβήσουν από το πρόσωπό του το χαμόγελο που φώτιζε τους γύρω του.
Σπούδασε
δάσκαλος και γύρισε στο ίδιο χώμα, να διδάξει γενιές παιδιών. Μα ποτέ δεν
σταμάτησε να γράφει. Τα ποιήματά του έγιναν βιβλία, και τα βιβλία φως για όσους
τα διάβαζαν. Στο πρόσωπό του οι άνθρωποι έβλεπαν έναν δικό τους. Οι φίλοι τον
εκτιμούσαν, οι άγνωστοι τον σεβόντουσαν, ακόμα και οι εχθροί του δεν μπορούσαν
να αρνηθούν τη λάμψη του λόγου του.
Τα χρόνια
πέρασαν. Έκανε οικογένεια, χάρηκε χαρές, βίωσε λύπες, κι όμως δεν έπαψε ποτέ να
κρατά χαρτί και μολύβι. Ακόμα και τώρα, με τα μαλλιά του να έχουν ασπρίσει,
συνεχίζει να γράφει και να εκπλήσσει, λες κι η πένα του αντλεί δύναμη από μια
πηγή ανεξάντλητη, βαθιά κρυμμένη στο χώμα της Χλώρακας.
Με τον
Κυριάκο, τον έδενε μια αδερφική φιλία. Μια σχέση άρρηκτη, φτιαγμένη από τα ίδια
υλικά. Αγάπη για τη φύση, για το άγριο περιβάλλον, για τις ευωδιές της θάλασσας
για τις μυρωδιές του βουνού. Αγαπούσαν τα γράμματα και την αληθινή ιστορία των
προγόνων τους και του τόπου τους, αυτή που δεν γράφεται με στεγνούς αριθμούς
αλλά με αίμα, δάκρυα και αγώνες.
Και όταν
ο Κυριάκος μια μέρα του ζήτησε να γράψει ένα ποίημα για τα κυκλάμινα, ο Νίκοςς δεν
αρνήθηκε. Έσκυψε πάνω στο χαρτί και, σαν να έγραφε με την ίδια του την ψυχή,
γέννησε το ποίημα:
Το
τελευταίο κυκλάμινο
Με τις
πρώτες βροχές
σκουροπράσινα φύλλα
σαν καρδιές να γυαλίζουν στο φως
κι ένα κεφάλι στην απόχρωση του ροζ
να κοιτάζει τον ήλιο κατάματα
ξεπρόβαλαν
απ’ το στήθος του βράχου.
Ήταν το τελευταίο κυκλάμινο.
Με τις
πρώτες βροχές
η ακόρεστη βουλιμία των εκσκαφέων
συντρίβει τον βράχο.
Θραύσματα πληγώνουν θανάσιμα
τα σκουροπράσινα φύλλα
και το κεφάλι
στην απόχρωση του ροζ
γέρνει άψυχο στο πλάι.
Ήταν το τελευταίο κυκλάμινο.
Ο Κυριάκος
διάβασε και συγκινήθηκε. Το κυκλάμινο του Νίκου δεν ήταν απλώς ένα λουλούδι,
ήταν σύμβολο ζωής, αντίστασης, ομορφιάς μέσα στην καταστροφή. Ήταν ο ίδιος ο
ποιητής, που άνθιζε πεισματικά μέσα από τις δυσκολίες.
Και έτσι,
με χαμόγελο και δάκρυ στα μάτια, γύρισε και του είπε:
-Εσύ,
Νίκο, είσαι ο ρομαντικός ποιητής της Χλώρακας».
Και ο
τίτλος αυτός έμεινε. Σαν σφραγίδα, σαν τραγούδι, σαν ευλογία. Έμεινε και θα
μένει, όσο οι βράχοι της Χλώρακας θυμούνται, και όσο ένα τελευταίο κυκλάμινο
ανθίζει μέσα από τις ρωγμές τους.
Οι
χωριανοί λένε πως στα βράχια της Χλώρακας φυτρώνει πάντα ένα κυκλάμινο λίγο πιο
ροζ, λίγο πιο φωτεινό από τα άλλα. Κανείς δεν το κόβει. Όλοι ξέρουν πως είναι ο
στίχος του Νίκου που άνθισε μέσα στη γη του.
Και ο ποιητής
όταν περπατά αργά στα σοκάκια με το βλέμμα του στραμμένο στον ορίζοντα, τα
παιδιά τον χαιρετούν, οι γέροι τον σέβονται, και οι φίλοι του γελούν μαζί του
όπως παλιά.
Μα
εκείνος, μες στην καρδιά του, κρατά τον τίτλο που του χάρισε ο Κυριάκος: «Ο
Ρομαντικός Ποιητής της Χλώρακας».
Και αυτός
ο τίτλος, όπως και το τελευταίο κυκλάμινο, δεν θα μαραθεί ποτέ.
Ο Θεωράτσιης
Αν
αγαπήσουμε μόνο το άνθος του φυτού και όχι τις ρίζες του, το φθινόπωρο θα
απογοητευτούμε. Αν όμως αγαπήσουμε και το φυτό, θα βλέπουμε και θα χαιρόμαστε
το άνθος κάθε Άνοιξη.
Από μικρός ο Κυριάκος μεγάλωσε μ’ εκείνες τις
κου-βέντες του θειού του, του Θεωρή.
-Αν έχεις ρίζες, γιε μου, μην φοβάσαι. Θα ριζώσεις
και θα προκόψεις.
Τις άκουγε συχνά, τόσο που έγιναν σχεδόν προσευχή
μέσα του, ρυθμός καρδιάς.
Ο Θεωρής ήταν άνθρωπος βαρύς, λιγομίλητος, με
βλέμμα που ζύγιζε τα πράγματα πριν μιλήσει. Δεν ή-ταν από εκείνους που
σκορπούσαν τα λόγια, μα από εκείνους που τα ’διναν σαν σπόρους, λίγα και
καρπο-φόρα. Έλεγε πάντα πως ο άνθρωπος πρέπει να κοιτά-ζει βαθιά, όχι στα άνθη
της στιγμής, μα στις ρίζες που κρατούν όρθιο το δέντρο της ζωής.
Ήταν φράσεις που δεν άφησαν ποτέ τον Κυριάκο. Ήρθε
από τη ξενητιά με περισσότερη γνώση, και τις φράσεις που δεν τον άφησαν ποτέ. Έστησε
τη δουλειά του με φροντίδα και νου, μάζεψε γύρω του ανθρώπους τίμιους, με
θεμέλια γερά, με αξίες που δεν τις έπαιρνε ο άνεμος. Σιγά σιγά, όλο το χωριό
έγινε πελάτης του. Όλοι, εκτόςαπό έναν. Τον ίδιο τον Θεωρή.
Αυτό τον βασάνιζε κάπως. Δεν παραπονέθηκε ποτέ, μα
μέσα τον έτρωγε η απορία. Έδινε τα λίγα οπωρικά του σ’ έναν ξένο, από άλλη
επαρχία, τον Χριστόφορο.
-Γιατί άραγε; αναρωτιόταν. Οι τιμές μου είναι
καλές, οι σχέσεις μας άριστες, και τα παιδιά του καλαδέρφια μου. Τι να κρύβεται
πίσω απ’ αυτό;
Και όμως, κάθε φορά που τον συναντούσε, του προ-σηκονώταν,
τον χαιρετούσε με σεβασμό, του κερνού-σε τον καφέ στο καφενείο και δεν άφηνε
ποτέ να φα-νεί το παράπονό του. Μονάχα το κρατούσε μέσα του, σαν πέτρα σε
πηγάδι.
Τα χρόνια κύλησαν. Ο Θεωρής έφυγε ήσυχα, όπως
έζησε. Και μια μέρα, στο καφενείο, συνάντησε τον γιο του Θεω-ρή, τον Γιώργο,
που είχε κατέβει για λίγες μέρες. Και εκεί, ανάμεσα σε δυο ζιβανίες και μισή
νοσταλγία, η κουβέντα πήγε στον παλιό καιρό.
-Ξέρεις γιατί ο πατέρας μου δεν έδινε τα προϊόντα του
σε σένα; τον ρώτησε ο Γιώργος.
Ο Κυριάκος σήκωσε τα φρύδια, περιμένοντας.
-Είχε μια παλιά υποχρέωση στον Χριστόφορο όταν μαζί
δίπλα-δίπλα πολέμησαν στον β΄παγκόσμιο πόλεμο. Του στάθηκε τότες όταν είχε
ανάγκη, και δεν το ξέχασε ποτέ. Εξάλλου, έλεγε πάντα πως εσύ είσαι με-γάλος
έμπορος, έχεις τις άκρες σου, δε σε φοβάται η φτώχεια. Ο άλλος όμως… είχε
ανάγκη.
Ο Κυριάκος έμεινε σιωπηλός. Κοίταξε έξω απ’ το
πα-ράθυρο το χωράφι που κιτρίνιζε απ’ το φως του απο-γεύματος. Κάτι μέσα του
γλύκανε.
Κατάλαβε.
Ο Θεωρής δεν του έδινε απλώς μαθήματα λόγου, τα
ζούσε. Είχε ρίζες βαθιές, ρίζες που ήξεραν να κρα-τούν, να θυμούνται, να τιμούν
το παλιό καλό.
Και τότε ο Κυριάκος ένιωσε πως ο θειός του ο
Θεω-ρής τον είχε διδάξει για τελευταία φορά μέσα από τον τάφο, πως όσο υπάρχουν
ρίζες, θα έρχεται πάντα η Άνοιξη.
Χριστάκης
Ταπακούδης, ο συγγραφέας
Ο Χριστάκης,
ο μεγάλος αδερφός του Κυριάκου, από μικρός αγαπούσε να γράφει ιστορίες και
διηγήματα.
Ο Κυριάκος, σαν μαγεμένος, διάβαζε όσα έγραφε και ήθελε να του μοιάσει.
Ονειρευόταν
από μικρός, όταν θα μεγάλωνε, να τα κατάφερνε και εκείνος το ίδιο καλά.
Ο Χριστάκης, τελικά, έγινε
άνθρωπος της πόλης. Μόλις τελείωσε το σχολείο, έπιασε δουλειά στην πρωτεύουσα.
Έζησε ανάμεσα σε τσιμέντο και διαφημιστικές πινακίδες, μέσα σε ένα περιβάλλον
που έτρεχε πιο γρήγορα και από τις σκέψεις του.
Διάβασε, σπούδασε, έμαθε πολλά
και βρέθηκε να εργάζεται σε ένα νευραλγικό πόστο με τεράστιες ευθύνες, αφού
είχε να κάνει με την ανθρώπινη ζωή, την υγεία.
Ήταν γραμματιζούμενος, καλλιεργημένος,
μα κάθε μέρα ένιωθε την ψυχή του να μαραίνεται από το άγχος και το στρες της
πόλης.
Όταν ήρθε η ώρα της πρόωρης
συνταξιοδότησης, δεν το σκέφτηκε πολύ. Ήταν ένα όνειρο που σχεδίαζε από
δεκαετίες, ένα όνειρο ζωής. Σαν να τον καλούσε μια φωνή από μακριά. Ήταν η φωνή
της γης που τον γέννησε.
Έτσι, με στωική υπομονή σαν
του Ηώβ, όταν ήρθε ο καιρός, μάζεψε τα πράγματά του, έκλεισε τις πόρτες πίσω
του και πήρε τον δρόμο για το χωριό.
Ήθελε να αναπνεύσει ξανά καθαρό αέρα, να ακούσει το νερό, να δει τα άστρα.
Μαζί με τη γυναίκα του,
εγκαταστάθηκαν σ’ ένα απλό σπιτάκι, μέσα σε έναν μικρό ελαιώνα, που τον
περικύκλωνε παρθένα γη.
Το πρώτο πρωί ήταν αλλιώτικο.
Δεν υπήρχε θόρυβος ούτε φασαρία, μόνο το κελάηδισμα των πουλιών και το φως που
έλουζε τα δέντρα.
Εκεί, ανάμεσα στα λιόδεντρα
και τις μυρωδιές της γης, ο Χριστάκης ένιωσε κάτι που είχε ξεχάσει, την ειρήνη.
Έπιασε ένα μικρό κομμάτι
χωράφι και το καλλιέργησε με τα ίδια του τα χέρια.
Το σώμα του κουράστηκε, μα το
πνεύμα του ξεκουράστηκε.
Η κοπιαστική δουλειά τον γυμναζε και τον γέμιζε δύναμη. Έτρωγε από τη γη του
χωρίς συντηρητικά, χωρίς ψεύτικες γεύσεις, και ένιωθε το σώμα του να δυναμώνει,
το αίμα του να καθαρίζει, το πνεύμα του να ξεκαθαρίζει.
Οι μέρες του κυλούσαν απλά.
Ήλιος, ιδρώτας, ξεκούραση κάτω από τη σκιά, και τα βράδια, στην αυλή, το βλέμμα
του χανόταν στον ουρανό που είχε ξεχάσει πως είναι τόσο βαθύς και καθαρός.
Μα ο Χριστάκης δεν ήταν μόνο
γεωργός, ήταν και άνθρωπος του νου και του λόγου.
Από παιδί ονειρευόταν να γίνει
συγγραφέας, να γράφει ιστορίες για ανθρώπους, για τη ζωή, για την αλήθεια.
Στην πόλη ποτέ δεν είχε τον χρόνο, τον κατάπιναν οι υποχρεώσεις, οι
λογαριασμοί, η δουλειά.
Τώρα, με τη γαλήνη της
υπαίθρου, το όνειρο ξαναξυπνούσε μέσα του.
Τα βράδια, ύστερα από τη
δουλειά στο χωράφι, καθόταν μπροστά στον υπολογιστή. Έγραφε για τη γη, για τον
ιδρώτα, για τον ήλιο, για τους απλούς ανθρώπους που δεν ξέχασαν να χαμογελούν,
έγραφε και για τους κακούς.
Έγραφε ώρες ατέλειωτες, μα δεν
κουραζόταν. Το γράψιμο του έδινε ανάσα, του έδινε ζωή. Έγραφε ώσπου να
ξημερώσει. Έγραφε βιβλία, αφηγήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα, έγραφε ιστορία.
Και καθώς η μία σελίδα
διαδεχόταν την άλλη και τις διάβαζε ξανά, η ευχαρίστησή του ήταν μεγάλη. Και
ένιωθε ικανοποιημένος, και η αγαλλίαση τον πλημμύριζε, ήταν η χαρά εκείνου που
επιτέλους κάνει αυτό που αγαπά.
Και όσο περνούσε ο καιρός, τα
γραπτά του πλήθαιναν. Δημοσίευσε το πρώτο του έργο, «Εκείνοι δεν άκαμαν
τον πόλεμο», ένα πεντάτομο, πολυσέλιδο βιβλίο που, στην πρώτη του δημόσια
παρουσίαση, συγκίνησε και εντυπωσίασε.
Οι κριτικές ήταν τόσο καλές,
που του έδωσαν δύναμη να συνεχίσει.
Ακολούθησαν και άλλα.
Μυθιστορήματα, διηγήματα,
χρονικά, μικρές και μεγάλες ιστορίες.
Οι άνθρωποι τα διάβαζαν και
έλεγαν:
+Να, ένας γεωργός που έγινε
λόγιος. Που έμαθε απ’ τη γη περισσότερα
απ’ ό,τι τα βιβλία του έμαθαν ποτέ.
Ο Χριστάκης δεν ξανακοίταξε
πίσω. Δεν του έλειπε η πόλη, τα φώτα, οι βιαστικοί άνθρωποι.
Είχε γίνει άλλος, γαλήνιος, γεμάτος, ελεύθερος.
Το άγχος που κάποτε του ρήμαζε
τα σωθικά είχε φύγει.
Αντί για το γκρίζο των τσιμέντων, είχε το πράσινο των χωραφιών.
Αντί για τον θόρυβο των
μηχανών, είχε το τραγούδι των τζιτζικιών.
Η γη τον αντάμειψε.
Του χάρισε υγεία, δύναμη,
μακροζωία, και, πάνω απ’ όλα, φαντασία.
Και μέσα από τη συγγραφή, του
χάρισε και κάτι ακόμη πιο πολύτιμο:
την αθανασία του λόγου.
Επίλογος
Ο Κυριάκος, καθισμένος κι
αυτός στη δική του αυλή, είχε στο τραπέζι ανοιγμένο το τελευταίο βιβλίο του
Χριστάκη.
Το διάβαζε αργά, προσεκτικά,
σαν να μιλούσε μαζί του μέσα από τις λέξεις.
Χαμογέλασε και σκέφτηκε, πως,
τελικά, του έμοιασε.
Και εκείνος τελικά έμαθε να γράφει. Έγινε και αυτός συγγραφέας, απλός, μα
αληθινός. Έγραφε όχι για τη δόξα, αλλά για τη χαρά του λόγου, για τη μνήμη, για
την ψυχή.
Και όσο έγραφε, ένιωθε τον
αδελφό του κοντά, σαν να του κρατούσε το χέρι πάνω στο πληκτρολόγιο, και τον
οδηγούσε ήσυχα, όπως τότε που, παιδί ακόμη, του διάβαζε τις πρώτες ιστορίες.
Και εκεί, μέσα στο φως του
δειλινού, ο Κυριάκος ένιωσε ευτυχισμένος.
Γιατί, με τον δικό του τρόπο,
συνέχισε το όνειρο του Χριστάκη.
Και έτσι, τα δύο αδέρφια έμειναν δεμένα για πάντα, με το μελάνι και την αγάπη
για τη γη, την καρποφόρα και ζωοδόχο.
Ουδείς προφήτης στον τόπο του
Τα απογεύματα στο καφενείο του Λιασίδη, όπου ο θαλασσινός αγέρας δρόσιζε την αυλή, ήταν τόπος όπου
μαζεύονταν οι παλιοί, άλλοι για τάβλι, κι άλλοι για να περάσει η ώρα, για
κουβέντα, για να μάθουν τα καινούργια νέα.
Εκεί σύχναζε και ο Κυριάκος, πενηνταπεντάρης τότε, που ’χε πάρει την
παράξενη απόφαση να παρατήσει τα εμπορικά και να στραφεί στα γράμματα. Εξέδιδε
την εφημερίδα της Χλώρακας. Μικρή, τοπική, μα με αγάπη γραμμένη. Για τους
ανθρώπους, τη γη, τις παλιές ιστορίες που σιγά σιγά χάνονταν.
Με τον Μαυρονικόλα, όμως, -κι αυτόν Κυριάκο τον έλεγαν-, είχε κάτι
παραπάνω από γνωριμία. Ήταν φιλία που γεννήθηκε απρόσμενα, όταν ο γέρος πλέον ο
Μαυρονικόλας, εγκατέλειψε
τη δουλειά του γεωργού και βρήκε στο καφενείο το δεύτερο σπίτι του. Παρότι ποτέ
δεν είχαν συνεργαστεί, -ο ένας φθαρτέμπορος, ο άλλος παραγωγός-, μια
συμπάθεια ρίζωσε ανάμεσά τους.
Ο Μαυρονικόλας είχε φτάσει στα ογδόντα, μα το πνεύμα του έμενε ζωηρό. Ήταν, όπως έλεγε
ο ίδιος με καμάρι, «αθκιασερός», δηλαδή αργόσχολος πια, χωρίς έγνοιες, με τον χρόνο να του ανήκει.
Καθόταν στο ίδιο τραπεζάκι κάθε απόγευμα, κοιτώντας τη θάλασσα και διηγούμενος
όσα ήξερε για τα παλιά.
Ο Κυριάκος τον πλησίασε από περιέργεια στην αρχή. Ήθελε να μάθει, να
γράψει, να μαζέψει τις ιστορίες των γερόντων όσο προλάβαινε. Μα όσο τον άκουγε,
τόσο ένιωθε πως δεν ήταν απλώς αφηγητής, αλλά κομμάτι της ίδιας της μνήμης του
τόπου.
-Άκου να δεις, του είπε ένα απόγευμα. Εκεί κάτω, στη θάλασσα του
Πάρακα... όχι μακριά από την ακτή...
-Ναι; έκανε ο Κυριάκος, σκύβοντας λίγο μπροστά.
-Υπάρχει ένα σημείο που, άμα κολυμπήσεις, βγαίνει νερό από τον βυθό.
Παγωμένο σαν πάγος. Ένα συντριβάνι ολόκληρο, που ανεβαίνει ως την επιφάνεια.
-Νερό από τον βυθό;
-Ναι. Και πιο πέρα, στις ξέρες του Φουρφουρή, είδα με τα μάτια μου
αστακούς, Κυριάκο μου, μεγάλους, μα πολύ μεγάλους. Τέτοιο πράμα δεν νομίζω
να το έχει άλλη
θάλασσα.
Ο Κυριάκος σώπασε. Είχε διαβάσει αρκετά για να υποψιαστεί κάτι. Του φάνηκε
πως το «συντριβάνι» που περιέγραφε, δεν ήταν νερό, μα φυσικό αέριο που
ανάβλυζε από τα βάθη της γης. Και εκείνοι οι τεράστιοι αστακοί, ίσως
αποτέλεσμα των ψυχρών νερών που δημιουργούνται από τη ροή των υδρογονανθράκων. Ήξερε πως σε πολύ
ψυχρά νερά, οι αστακοί μεγαλώνουν πέραν του φυσικού.
Εκείνο το βράδυ, πίνοντας τον καφέ τους, τόλμησε να το πει.
-Ξέρεις τι νομίζω, Κυριάκο Μαυρονικόλα; Μπορεί κάτω από τη θάλασσά μας
να έχει
φυσικό αέριο. Υδρογονάνθρακες, όπως τους λένε.
Ο γέρος χαμογέλασε με συγκατάβαση, και οι διπλανοί γέλασαν φωναχτά.
-Ε, καλά Κυριάκο, είπε κάποιος. Άμα βρεις και πετρέλαιο, φώναξέ μας να
γεμίσουμε τα ντεπόζιτα!
Ο Κυριάκος δεν απάντησε. Ούτε και θύμωσε. Ήξερε πως τέτοιες κουβέντες
μοιάζουν αλλόκοτες στ’ αυτιά των ανθρώπων που δεν πιστεύουν πως κάτω από τη γη
μπορεί να κρύβεται χρυσός.
Πέρασε καιρός. Οι κουβέντες ξεχάστηκαν, όπως ξεχνιούνται όλα τα
απογευματινά λόγια του καφενείου. Μα μια μέρα, ανοίγοντας την εφημερίδα, ο
Κυριάκος διάβασε μια μικρή είδηση:
«Πιθανή ύπαρξη υδρογονανθράκων στις νότιες θάλασσες της Κύπρου. Έρευνες
ξεκινούν σύντομα».
Έμεινε να την κοιτά, χωρίς να χαμογελάσει. Μόνο γύρισε το βλέμμα του
προς τη μεριά εκείνη, όπου άλλοτε καθόταν ο Μαυρονικόλας. Αλλά δεν
ήταν εκεί. Είχε πια σταματήσει τις επισκέψεις του στο καφενείο, είχε γεράσει
πολύ. Και η καρέκλα εκεί, λες και ακόμη τον περίμενε για τον απογευματινό καφέ.
Χρόνια αργότερα, όταν ανακοινώθηκαν επίσημα τα πλούσια κοιτάσματα
φυσικού αερίου, ο Κυριάκος καθόταν στο ίδιο τραπέζι, με μιαν άλλη εφημερίδα στο
χέρι. Την άνοιξε αργά, διάβασε τον τίτλο, και έγειρε λίγο πίσω, κοιτάζοντας τη
θάλασσα κάτω
μακριά να λαμπυρίζει καθώς ο ήλιος έγερνε να δύσει.
-Ουδείς προφήτης στον τόπο του, ψιθύρισε.
Και ύστερα, σαν να τον άκουσε ο άνεμος, ένα αλαφρύ ρίγος πέρασε πάνω από το νερό, εκεί,
στα βάθη του Πάρακα, όπου ένα παγωμένο συντιβάνι συνέχισε να αναβλύζει από τη γη,
κουβαλώντας μέσα του το παλιό μυστικό του τόπου.
