Ο ΠΡΑΤΗΣ / ΜΕΡΟΣ 6, μπουάτ Ορφέας

Ο ιερός τόπος του Κυριάκου

Ο Κάμπελ είπε πως ο ιερός τόπος του ανθρώπου είναι εκεί όπου μπορεί να βρίσκει τον εαυτό του, ξανά και ξανά.

Για τον Κυριάκο, αυτός ο τόπος ήταν η μπουάτ του. Μετά από κάθε κουραστική εβδομάδα, άνοιγε το μαγαζί όχι για τους άλλους, αλλά για τον εαυτό του. Ήταν ο χώρος όπου ένιωθε ολόκληρος, αυθεντικός, ήρεμος. Εκεί, ανάμεσα στα φώτα που χαμήλωναν και στις χορδές της κιθάρας του Ανδρέα που δονούσαν τον αέρα, έβρισκε το νόημα της ύπαρξής του.

Η δουλειά του σαν πράτης ήταν σκληρή, δύσκολη, εξαντλητική. Η γυναίκα του, πάντα στο πλευρό του, δεν παραπονιόταν ποτέ. Μα και εκείνη είχε ανάγκη από ανάσα. Έτσι, αποφάσισαν να φτιάξουν κάτι δικό τους, ένα μικρό καταφύγιο με ζωντανή μουσική, για να περνούν τα Σάββατά τους με ψυχή και τραγούδι.

Το άνοιξαν τον Φεβρουάριο του 1991. Το ονόμασαν μπουάτ «Ορφέας».

Χαμηλός φωτισμός, μαλακά καθίσματα, ήχοι που δεν ξεπερνούσαν τη φωνή της καρδιάς. Στους τοίχους, ζωγραφιές από καλλιτέχνες φίλους. Στις παρέες, άνθρωποι που αγαπούσαν το καλό τραγούδι και το λίγο κρασί.

Το εγχείρημα ήταν ριψοκίνδυνο, μα πέτυχε. Ο Ορφέας έγινε φήμη πέρα από τη Χλώρακα, πέρα από την Πάφο. Ένας τόπος ζεστός, ανθρώπινος, που μάζευε κόσμο από όλη την Κύπρο και την Ελλάδα. Ένα μαγαζί που χάριζε τέρψη και κέρδος μαζί.

Μα, όπου υπάρχει φως, γεννιέται και φθόνος. Κάποιοι δεν άντεξαν την επιτυχία του Κυριάκου. Ένας απ’ αυτούς, ίσως αντίζηλος, αδίστακτος, αποφάσισε να του κάνει κακό. Έστειλε ένα βράδυ τρεις πληρωμένους να ταράξουν τη γαλήνη του μαγαζιού.

Άρχισαν να φωνάζουν, να διαμαρτύρονται για ανύπαρκτα προβλήματα, να ενοχλούν τους άλλους. Είπαν πως το γκαρσόνι άργησε, πως τα ποτά ήταν νοθευμένα. Μα ο Κυριάκος κατάλαβε. Δεν ήταν πελάτες, ήταν όργανα άλλου.

Με ψυχραιμία τούς πλησίασε, τους μίλησε, και όταν είδε πως δεν έμπαινε λογική, τους οδήγησε έξω. Μα από το παράθυρο είδε πως τηλεφωνούσαν και φωνασκούσαν. Κατάλαβε πως θα γύριζαν πίσω.

Εκείνη την στιγμή ο Ανδρέας Αρτέμης ο τραγουδιστής, η ψυχή του μαγαζιού, τραγουδούσε το Κρητικό τραγούδι «βάνω καυγά στη σκέψη μου». Ο Κυριάκος μέσα στην ανυσηχία του χαμογέλασε αδρά, και σκέφτηκε πως αυτό δεν ήταν σύμπτωση, αλλά ήταν του διαβόλου. Και αποφάσισε πως θα τον εξορκίσει.

Δεν ήταν άνθρωπος του καβγά, αλλά ούτε και τον φοβόταν. Η ζωή τον είχε μάθει πως όποιος κάνει πίσω από φόβο, μένει για πάντα χαμένος. Άρπαξε τότε το ρόπαλο που κρατούσε για ώρα ανάγκης, και στάθηκε στην πόρτα. Έκλεισε το ένα φύλλο, να μπαίνουν ένας-ένας.

Ο πρώτος έπεσε με το πρώτο χτύπημα. Ο δεύτερος τον ακολούθησε. Ο τρίτος, βουνό ολόκληρο από μύες και κόκαλα, σωστό ντουβάρι, δεν έπεσε, όρμησε πάνω του. Τον άρπαξε, τον έριξε κάτω. Για μια στιγμή, ο Κυριάκος ένιωσε πως όλα τέλειωσαν.

Και εκεί, μέσα στη βοή του μαγαζιού, είδε τη γυναίκα του να ορμά. Άρπαξε το ρεμάλι από τα μαλλιά, τον τράβηξε με δύναμη, και ο Κυριάκος πρόλαβε να σηκωθεί. Σήκωσε το ρόπαλο και χτύπησε. Μια φορά. Δεύτερη. Ο άντρας κλονίστηκε, υποχώρησε. Και ζαλισμένοι και οι τρεις, βγήκαν έξω παραπατώντας. Δεν ξαναγύρισαν ποτέ.

Οι πελάτες είχαν μείνει άφωνοι. Κανείς δεν μίλησε, κανείς δεν επενέβη. Μα όταν όλα τέλειωσαν, πλησίασαν τον Κυριάκο, του έσφιξαν το χέρι.
-Καλά έκανες,
του είπαν, τέτοιοι δεν αξίζουν να πατούν σ’ αυτόν τον τόπο.

Το βράδυ, μετά που έκλεισαν, η ανησυχία σκίαζε τα πρόσωπά τους. Φοβήθηκαν μήπως τα νέα διαδοθούν, μήπως χαλάσει η φήμη του μαγαζιού. Μα λίγες μέρες αργότερα, στο παζάρι, άκουσαν να λένε άλλα, πως ο Ορφέας είναι μαγαζί για καλό κόσμο, πως εκεί νιώθεις ασφάλεια, γιατί ο Κυριάκος φυλάει τον τόπο του σαν ιερό.

 

Ανδρέας Αρτέμης  

Ο Ανδρέας Αρτέμης είναι μια από τις πιο σπουδαίες προσωπικότητες της ελληνικής μουσικής και πνευματικής ζωής στη Πάφο. Δεν είναι μόνο μεγάλος συνθέτης, αλλά και άνθρωπος με καλλιτεχνικό ήθος και ξεχωριστή προσωπικότητα. Με βαθιά ευαισθησία έστεκε απέναντι στην ανθρώπινη ψυχή καθώς ο ίδιος είχε αγνή ψυχή.

Γεμάτος από αυτά τα συναισθήματα, έβλεπε την τέχνη σαν καταφύγιο από την ασχήμια της κοινωνίας, και αυτό αποτυπωνόταν στην ποίηση και στη μουσική του, που συνδύαζαν το ονειρικό με το ρεαλιστικό.

Ήταν άνθρωπος με ισχυρή προσωπικότητα και άκαμπτη στάση απέναντι σε ό,τι θεωρούσε ψεύτικο ή ευτελές. Δεν δίσταζε να συγκρουστεί με τα κατεστημένα, είτε καλλιτεχνικά είτε προσωπικά. Είχε χιούμορ, αυτοσαρκασμό, αλλά και μια αυστηρότητα που πολλές φορές σόκαρε. Ταυτόχρονα, πίσω από αυτήν την αυστηρότητα έκρυβε μια μεγάλη τρυφερότητα.

Η συμπεριφορά του ήταν συχνά αντισυμβατική. Αρνιόταν να γίνει μέρος της βιομηχανίας του θεάματος ή να ενταχθεί σε ρόλους που δεν του ταίριαζαν. Μιλούσε πάντα με ειλικρίνεια, ακόμα κι όταν ήξερε ότι θα προκαλέσει αντιδράσεις. Στους φίλους και στους συνεργάτες του έδειχνε γενναιοδωρία, ενώ με το κοινό του ήταν αυστηρά απαιτητικός. Ζητούσε προσοχή, σεβασμό και αληθινό ενδιαφέρον.

Η μουσική του δεν έμπαινε σε κουτιά. Ακροβατώντας ανάμεσα στη κλασσική παράδοση και τη λόγια δυτική μουσική, δημιουργούσε εντελώς δικούς του δρόμους. Έγραψε τραγούδια παραδοσιακά, και κύκλους τραγουδιών που μοιάζουν με μικρές ποιητικές συλλογές.

Η μουσική του είναι λυρική, ποιητική, μελαγχολική αλλά και φωτεινή, γεμάτη χρώματα και αντιθέσεις. Βαθιά προσωπική, αλλά ταυτόχρονα παγκόσμια και διαχρονική. Γεμάτη λυρισμό, φαντασία και αλήθεια.

Η μπουάτ του Κυριάκου μάζευε κόσμο καλό, κουλτουριάρηδες και μορφωμένους. Μάζευε και απλούς ανθρώπους, καλούς, που σέβονταν τον χώρο. Όλοι οι πελάτες του φθαρτεμπορίου τον στήριξαν και τον υποστήριξαν.

Με το λαϊκό τραγούδι να κυλάει στις νύχτες, ο χορός και η διασκέδαση δεν άργησαν να κάνουν φήμη. Τόσο που κάθε βράδυ το μαγαζί έσφυζε από κόσμο.

Μια μέρα, ανάμεσα στους θαμώνες, καθόταν μόνος του ένας άντρας. Ήσυχος, προσηλωμένος, άκουγε το μπουζούκι να σπαράζει με ρεμπέτικα, χασικλίδικα και βαριά λαϊκά άσματα. Ο Κυριάκος, που πρόσεξε τη μοναχική του φιγούρα, τον πλησίασε και έπιασε κουβέντα. Ο ξένος ήταν ο Ανδρέας Αρτέμης. Τού εκμυστηρεύτηκε πως ήταν μουσικός και πως μόλις είχε επιστρέψει από την Αθήνα.

-Θέλεις να μας παίξεις λίγο; τον ρώτησε ο Κυριάκος.

Και εκείνος ανέβηκε στη σκηνή, κρατώντας μόνο την κιθάρα του. Όταν άρχισε να τραγουδά, η φωνή του γέμισε τον χώρο μελωδίες αλλιώτικες, ποιητικές, γεμάτες ποιότητα και συναίσθημα. Το κοινό σώπασε μαγεμένο, και ο Κυριάκος ένιωσε να του ανοίγεται ένας άλλος κόσμος. Εντυπωσιασμένος, του πρότεινε συνεργασία.

Από εκείνη τη μέρα ξεκίνησε μια δυνατή καλλιτεχνική συντροφιά, που κράτησε χρόνια. Και έτσι ο Κυριάκος μυήθηκε στην έντεχνη και ποιοτική μουσική -το είδος του ελληνικού τραγουδιού που συνδυάζει την ποίηση με τη μελωδία και ανυψώνει το τραγούδι σε ανώτερο καλλιτεχνικό επίπεδο. Από τότε υποσχέθηκε στον εαυτό του  ότι ως το τέλος της ζωής του, δεν θα άκουγε τίποτε άλλο.

 

Μετά από 30 χρόνια

Ο Κυριάκος ήταν μαθητής όταν η καρδιά του άρχισε να χτυπάει με δικό της ρυθμό, ανεξάρτητο από κάθε λογική. Η ντροπή και η παιδική ηθική τον κράταγαν δεμένο, φοβόταν την άρνηση, το «όχι», πιο πολύ κι από το σκοτάδι που σκέπαζε τα βράδια το χωριό. Και όμως, εκείνη η πρώτη ματιά ήταν σαν κεραυνός που έσπασε τη γαλήνη του κόσμου του.

Τα μάτια της είχαν φως που έκανε τη μέρα πιο φωτεινή. Ένα χαμόγελο που του γέμιζε την ψυχή με άνοιξη. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, σαν να ήθελε να ξεφύγει από το στήθος του και να την αγκαλιάσει. Αλλά η ντροπή τον κράτησε σιωπηλό. Οι μέρες περνούσαν, και κάθε συνάντηση γεννούσε μια μικρή ελπίδα.

Την γνώρισε σιγά-σιγά, σαν ψίθυρο που ταξιδεύει με τον άνεμο. Μοιράστηκαν γέλια, μυστικά, στιγμές που για τους άλλους ήταν ασήμαντες, αλλά για τον Κυριάκο ήταν ολόκληρος κόσμος. Κάθε λέξη της, κάθε φράση, κάθε βλέμμα, γέμιζε την καρδιά του με φως και ταυτόχρονα με πόνο. Γιατί η αγάπη του έμενε κρυφή, σαν λουλούδι που ανθίζει στο σκοτάδι.

Κάθε μέρα, μετά το σχολείο, ο Κυριάκος καβαλούσε το ποδήλατό του και κατέβαινε στην πόλη για να τη δει. Την περίμενε, υπομονετικά, με καρδιά γεμάτη προσμονή. Περπατούσαν μαζί στα σοκάκια, κουβεντιάζοντας για τα πάντα, εκτός από τον έρωτα που έκαιγε μέσα του. Οι καρδιές τους τραγουδούσαν σιωπηλά, και ονειρευόταν μια αγάπη που δεν τόλμησε ποτέ να εκφράσει.

Και ένιωθε πως κάθε στιγμή μαζί της ήταν ένα μικρό θαύμα. Η φιλία τους ήταν γεμάτη φως, αλλά πίσω από αυτό υπήρχε μια σιωπηλή θλίψη, η θλίψη της αγάπης που δεν έχει όνομα.

Πίστευε πως δεν ήταν αρκετός, πως μια κοπέλα σαν εκείνη, η ωραιότερη και πιο λαμπερή του σχολείου, δεν θα μπορούσε ποτέ να κοιτάξει έναν απλό νεαρό από το χωριό. Και κάθε μέρα επέστρεφε στο σπίτι του με το μυαλό του γεμάτο από εκείνην, σαν ένα φως που ακολουθεί το ποτάμι της μοναξιάς του. 

Τα χρόνια πέρασαν γρήγορα και αδυσώπητα. Τελείωσαν το σχολείο, οι δρόμοι τους χώρισαν. Ο Κυριάκος ακολούθησε μονοπάτια γεμάτα υποχρεώσεις, ξενητιά, δουλειά, οικογένεια, και εκείνη ακολούθησε τα δικά της, σπουδές, δουλειές, δημιουργώντας μια ζωή γεμάτη φως και άνεση.

Η αγάπη τους έμεινε αναστεναγμός ανάμεσα στο χθες και το σήμερα, σαν άνεμος που περνάει ανάμεσα από δέντρα χωρίς να αφήνει ίχνη. Οι στιγμές που είχαν ζήσει παρέμεναν ζωντανές μέσα τους, σαν σκιές που φωτίζονται μόνο από τη μνήμη. Και όμως, μέσα σε κάθε ανάμνηση, μέσα σε κάθε μοναχική νύχτα, υπήρχε η γλυκεια εκείνη ανάμνηση σαν μια φωνή που ψιθυρίζει μέσα στο σκοτάδι. Η καρδιά του Κυριάκου, ακόμα και μετά από δεκαετίες, χτυπούσε για εκείνην σαν την πρώτη φορά που την είδε.

 

Τα δεκαεφτά τους χρόνια έγιναν πενήντα, και η μοίρα τους έφερε ξανά κοντά. Μια νύχτα, η πόρτα του μαγαζιού άνοιξε, και μπήκε μέσα εκείνη. Το μισοσκόταδο αγκάλιαζε τους τοίχους, και η κιθάρα του Ανδρέα Αρτέμη σιγοτραγουδούσε μελωδίες από παλιά χρόνια, σαν ψίθυρους που είχαν χαθεί στον χρόνο.

Κάθισαν στο ίδιο τραπέζι. Οι λέξεις τους έπεφταν σαν πέταλα λουλουδιών σε ήρεμο ποτάμι, και οι καρδιές τους άνοιξαν σαν παράθυρα σε μυστικά που είχαν φυλαχτεί δεκαετίες. Συμφώνησαν σε μια αλήθεια που είχε παραμείνει κρυφή: αγάπησαν ο ένας τον άλλο, αλλά ποτέ δεν τόλμησαν. Η αγάπη τους παρέμεινε πλατωνική, μυστική, ακατάλυτη, αλλά σαν φως που δεν σβήνει, ακόμη και όταν τα χρόνια περνούν… 

Ήταν πλέον αργά. Όχι μόνο λόγω ηλικίας, αλλά γιατί οι ζωές τους ανήκαν σε άλλους. Και όμως, εκείνο το βράδυ, μέσα στη μουσική και στο μισοσκόταδο, ένιωσαν ξανά τη ζεστασιά μιας πρώτης αγάπης που δεν ξεθώριασε ποτέ.

Μια αγάπη αιώνια, νοσταλγική, ανεξίτηλη σαν τον πρώτο ήλιο που ανατέλλει, που δεν ξεχνά τους έρωτες της νιότης, σαν το τραγούδι που ηχεί μέσα μας για πάντα, και ας σιώπησαν τα χείλη που το ψιθύριζαν.

Οι αναμνήσεις χόρευαν ακόμα στις ψυχές τους, και η αγάπη που δεν τόλμησαν να εκφράσουν, ήταν σαν φλόγα που δεν σβήνει ποτέ. Μια αγάπη που δεν απαιτεί χρόνο, ούτε χώρο, ούτε λόγια, μια αγάπη αληθινή, ανεξίτηλη, αξέχαστη.

 

Ο Νικόλας

Τον έλεγαν Νικόλα. Ήταν από τους ανθρώπους που όταν μπαίνουν σ ένα χώρο, αλλάζει το κλίμα.

Όμορφος, με βλέμμα που χωρούσε τα πάντα, ειρωνεία, τρυφερότητα, και κάτι σκοτεινό, σαν υπόγειο ρεύμα που διεισδύει στα ενδότερα της ψυχής. Άνθρωπος ανύσηχος, δεν αντεχε την ρουτίνα, αλλά περισσότερο δεν αντεχε την βλακεία.

Στην μπουάτ, ανάμεσα σε καλούς  ανθρώπους με τραγούδια, κουβέντες και κρασί, βρήκε ένα είδος γαλήνης. Εκεί τον γνώρισαν όλοι και τον αγάπησαν. Είχε έναν τρόπο να μιλά που σε έπειθε ότι η ζωή είχε νόημα, ακόμα κι όταν ο ίδιος δεν το πίστευε. Οι άντρες τον θαύμαζαν, οι γυναίκες τον ερωτεύονταν, και όλοι ένιωθαν λίγο πιο έξυπνοι, πιο ζωντανοί, όταν τον είχαν κοντά τους.

Ο Νικόλας ήξερε γράμματα πολλά. Αν και πολύ νέος, ειχε δοκτοράτα και διπλώματα. Μιλούσε για ποίηση, για αναρχία, για την ελευθερία του νου, μα η ελευθερία που αναζητούσε δεν ήταν επιφανιακη, ήταν εσωτερική, σχεδόν μεταφυσική.  Ήθελε να σπάσει τα δεσμά του κόσμου, όχι με επανάσταση, αλλά με κατανόηση. Και εκεί, κάπου, χάθηκε. Γιατί όποιος βλέπει τα πάντα, δύσκολα αντέχει να μείνει.

Χρόνια πριν είχε δοκιμάσει να φύγει. Είχε κατέβει στις θαλασσινές σπηλιές, εκεί που το φως μέχρι τον ορίζοντα γίνεται γαλάζιο και το σκοτάδι μαλακό, και παραδόθηκε στη σιωπή του νερού. Τον έσωσαν τότε τυχαία, παρά τη θέλησή του.

Έπειτα, όλοι νόμισαν πως το ξεπέρασε καθώς στο περιβάλλον του “Ορφεα” χαμογελούσε πιο συχνά, γελούσε με την παρέα, έγραφε, ταξίδευε, ερωτευόταν. Κανείς δεν ήξερε πως απλώς ανέβαλε το τέλος, δεν το ακύρωσε.

Όταν γύρισε από την Αθήνα, κάτι είχε αλλάξει. Ήταν πιο ήσυχος, πιο ευγενικός, σαν άνθρωπος που έχει κλείσει λογαριασμούς. Οι φίλοι του δεν το κατάλαβαν, ή δεν θέλησαν να το δουν. Είχε έναν τρόπο να σε κοιτάζει που σε έκανε να σωπαίνεις, να τον εμπιστεύεσαι, ακόμη και στον θάνατο. Τους είπε, σχεδόν τρυφερά, πως ήρθε η ώρα. Και εκείνοι, αντί να ουρλιάξουν, τον ακολούθησαν σαν να συμμετείχαν σε μια παράξενη ιεροτελεστία. Τον ξύρισαν, τον έντυσαν, τον στόλισαν.

Ήταν χαράματα όταν ο Νικόλας στάθηκε στο χείλος του γκρεμού στον μακρινό Ακάμα. Το φως της αυγής έλουζε το πρόσωπό του, και έμοιαζε να χαμογελά. Δεν υπήρχε οδύνη, μονάχα ηρεμία. Μια τελευταία ανάσα, και ύστερα βουτιά, όχι πτώση, μα πτήση προς την απόλυτη σιωπή.

Την τη μάθανε αργότερα εκει, στον «Ορφέα».

Κανείς δεν μίλησε για μέρες. Η καρέκλα του έμεινε άδεια, το ποτήρι του άθικτο. Μόνο τα τραγούδια που αγαπούσε ακουγόντουσαν πιο βαριά, πιο αληθινά.

Και όσοι τον γνώρισαν, δεν τον ξέχασαν ποτέ. Έλεγαν πως ο Νικόλας δεν αυτοκτόνησε, απλώς ολοκλήρωσε την απορία του για τη ζωή. Έφυγε όπως έζησε. Με ευγένεια, με ομορφιά και με το ίδιο εκείνο βλέμμα που έβλεπε λίγο παραπέρα απ’ όλους τους άλλους.

Και όπως έφυγε, άφησε πίσω του μια σιωπή που δεν ήταν κενή, ήταν γεμάτη από τις συζητήσεις που είχε ανοίξει, τις νύχτες που είχε φωτίσει με τη φωνή του, και τις ψυχές που είχε αγγίξει χωρίς να το ξέρει.

Στον “Ορφεα”, οι άνθρωποι συνέχισαν να μαζεύονται, αλλά πια υπήρχε μια κενή θέση, μια ανάμνηση που φώτιζε κάθε τραγούδι και κάθε κρασί. Και εκείνοι που τον αγάπησαν κατάλαβαν πως ο Νικόλας δεν έφυγε για να ξεφύγει, έφυγε για να μείνει για πάντα μέσα τους, σαν μια φωτεινή, ακατανίκητη σκιά, σαν η ίδια η ζωή που τους υπενθύμιζε να βλέπουν πέρα από τα φανερά.

Και έτσι, ο Νικόλας παρέμεινε σαν ψίθυρος ανάμεσα σε νότες και λέξεις, σαν ένα φως που δεν σβήνει ποτέ, ένας Νικόλας που θα συνεχίσει να αλλάζει τα κλίματα κάθε χώρου, ακόμα και αν δεν βρίσκεται πια εκεί.  

Εξω κούκλα, μέσα πανούκλα

Ο Κυριάκος μόλις την αντίκρισε, νόμισε πως έβλεπε την πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο.

Μια γυναίκα που όλοι τη θέλουν, μα κανείς δεν την έχει. Που όσοι την κοιτάζουν νιώθουν κάτι να τους κυριεύει, μια ορμή, μια ανάγκη να την κάνουν να τους προσέξει. Ήταν η γυναίκα των ονείρων όλων των ανδρών.

Μόλις μπήκε στο μαγαζί, του τράβηξε αμέσως την προσοχή. Είχε κάτι το διαφορετικό. Ήταν εντυπωσιακή, πανέμορφη, και ο τρόπος που κινούνταν στον χώρο τον μαγνήτισε ακαριαία.

Ένιωσε έναν απέραντο θαυμασμό. Μόνο με ένα της βλέμμα τον έκανε να χάσει τον κόσμο κάτω από τα πόδια του. Σκέφτηκε πως τον πρόσεξε, πως ίσως και εκείνη ένιωσε το ίδιο, ότι το ήθελε, πως θα τον πλησίαζε.
Αλλά δεν το έκανε.

Τον κοίταξε μόνο μια φορά, φευγαλέα, και ύστερα κάθισε σ’ ένα τραπέζι μόνη της και παρήγγειλε στο γκαρσόνι.
Ήταν τόσο όμορφη και εντυπωσιακή, που όλοι στη μπουάτ γύρισαν να την κοιτάξουν.

Φορούσε μια κοντή φούστα που άφηνε τις καλλίγραμμες γάμπες της να μοιάζουν με γλυπτά του Φειδία, όχι πρόστυχα, αλλά αγνά, σαν έργα καθαρής ομορφιάς.
Τα μάτια της, αμυγδαλωτά και κατάμαυρα, εξέπεμπαν έναν μαγνητισμό που δεν μπορούσε κανείς να αγνοήσει.

Ήταν μια πρώτη, δυνατή εντύπωση που κίνησε το ενδιαφέρον του Κυριάκου. Σκέφτηκε πως αυτή ήταν η γυναίκα που όλοι θα ήθελαν, μια γυναίκα ικανή μόνο με την ομορφιά της να κυριεύσει τον κόσμο.

Δίπλα του, η γυναίκα του τον σκούντησε δυνατά και τον αγριοκοίταξε. Αμέσως συνήλθε. Γεμάτος ενοχές, γύρισε στη δουλειά του.

Δεν την ξαναείδε ποτέ.

Πέρασαν τα χρόνια. Νοίκιασε το μαγαζί σε διάφορους, μα κανείς δεν μπόρεσε να του ξαναδώσει την παλιά του αίγλη, Τη σοβαρή διασκέδαση, τον καλό κόσμο, το ήσυχο περιβάλλον και τη ποιοτική μουσική, τη διεισδυτική, εκείνη που ευφραίνει τις αισθήσεις και γαληνεύει την ψυχή

.Ο ένας μετά τον άλλον τα παρατούσαν και έφευγαν. Ωστόσο, με όλους οι συναλλαγές του Κυριάκου ήταν άψογες. Κανείς δεν προσπάθησε να τον ξεγελάσει, όλοι πλήρωναν και αποχωρούσαν με κοινή συναίνεση.

Ένας από τους λόγους της αποτυχίας ήταν η επιμονή του Κυριάκου να συνεχίσει το μαγαζί όπως παλιά. Οικογενειακό, με καλή και ποιοτική μουσική, λογικές τιμές και ευγενικό κοινό. Ήξερε πως ο κόσμος είχε αλλάξει. Πως προτιμούσε τα «χοροπηδάδικα», τις δυνατές καταστάσεις, τον θόρυβο και τα φώτα. Και όμως, προτιμούσε να χάνει νοίκια παρά να βλέπει τη μπουάτ του να καταντά σκυλάδικο και να χάνει το καλό όνομα που ο ίδιος, με κόπο και θυσίες, είχε χτίσει. 

Πέρασε καιρός, και το μαγαζί παρέμενε ξενοίκιαστο. Πολλοί ενδιαφέρθηκαν, μα μόλις άκουγαν τους όρους έφευγαν απογοητευμένοι. Ένα μεσημέρι, έξω από τις αποθήκες, σταμάτησε μια κούρσα, ένα BMW. Ο Κυριάκος την είδε από μακριά και αμέσως η καρδιά του σκίρτησε. Ήταν εκείνη. Η όμορφη γυναίκα, η ίδια που χρόνια πριν, όταν μπήκε στο μαγαζί του, τον είχε μαγέψει με μια μόνο ματιά.

Η πόρτα του αυτοκινήτου άνοιξε αργά. Από μέσα βγήκε εκείνη, ίδια και όμως αλλιώτικη. Τα χρόνια είχαν περάσει, μα η χάρη της έμενε αναλλοίωτη, σαν να την είχε αγγίξει μόνο ο χρόνος, όχι η φθορά. Φορούσε ένα απλό φόρεμα, και όμως πάνω της έμοιαζε σαν κάτι ακριβό, σαν κομμάτι από παλιά φωτογραφία που δεν ξεθωριάζει ποτέ.

Ο Κυριάκος έμεινε ακίνητος. Την κοίταζε χωρίς να μπορεί να μιλήσει. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, σαν να ξαναζούσε εκείνη τη νύχτα που την πρωτοείδε να μπαίνει στη μπουάτ. Μόνο που τώρα δεν ήταν ο νέος άντρας που τότε γελούσε πίσω από το μπαρ, ήταν ένας κουρασμένος άνθρωπος, με μάτια γεμάτα αναμνήσεις.

Τον πλησίασε και χαμογέλασε δειλά, σαν να ήξερε πως άφηνε πίσω της χρόνια σιωπής.

-Καλησπέρα, κύριε Κυριάκο. Θυμάστε;

Η φωνή της ήταν γλυκιά, λίγο σπασμένη, αλλά είχε μια μουσικότητα που δεν ξεχνιέται.

Εκείνος κατάπιε δύσκολα.

-Πώς να μη θυμάμαι… ψιθύρισε, και έγειρε το κεφάλι, προσπαθώντας να κρύψει τη συγκίνηση.

Εκείνη κοίταξε το μαγαζί απέναντι, τα σκονισμένα τζάμια και την ταμπέλα που είχε ξεθωριάσει.

-Άλλαξε πολύ… είπε σιγανά.

-Όπως κι εμείς, απάντησε ο Κυριάκος.

Για λίγο δεν μίλησαν, μόνο κοιτάζονταν. Έπειτα εκείνη έκανε ένα βήμα πιο κοντά.

-Θα ήθελα να το νοικιάσω, είπε.

Ο Κυριάκος την κοίταξε με απορία,

-Να το νοικιάσεις; Εσύ;

Εκείνη χαμογέλασε.

-Ναι. Θέλω να το ξανανοίξω. Με μουσική. Καλή μουσική, όπως τότε.

Ο Κυριάκος ένιωσε ένα ρίγος να τον διαπερνά. Δεν ήξερε αν έβλεπε όνειρο ή αν πράγματι στεκόταν μπροστά του η γυναίκα που για χρόνια στοίχειωνε τις σκέψεις του, ζητώντας τώρα να αναστήσει ό,τι κι εκείνος είχε χάσει.

Την επόμενη βδομάδα υπέγραψαν, ή έτσι νόμιζε ο Κυριάκος. Έδωσε τα κλειδιά, έκανε ό,τι χρειαζόταν για τα χαρτιά, με την ελπίδα πως ίσως, με κάποιο τρόπο, θα γύριζε το ρολόι πίσω.

Αυτή όμως είχε άλλα σχέδια.

Μέσα σε λίγες μέρες η ατμόσφαιρα του χώρου άλλαξε. Τα φωτιστικά έγιναν πιο χαμηλά, τα τραπέζια μετακινήθηκαν, η μουσική ανέβηκε σε τόνους που ο Κυριάκος δεν άντεχε. Το μαγαζί μετατράπηκε γρήγορα σε ό,τι αυτός φοβόταν περισσότερο, ένα σκυλάδικο, γεμάτο φωνές και υποσχέσεις που σκόρπιζαν την παλιά αξιοπρέπεια. Οι πελάτες του παλιού κύκλου δεν εμφανίστηκαν, κι αν εμφανίστηκαν έφυγαν με αποστροφή.

Η γυναίκα παραβίασε τους όρους της συμφωνίας. Δεν πλήρωνε τα ενοίκια όπως ήταν συμφωνημένο, και όταν την κάλεσε να συμμορφωθεί ή να εγκαταλείψει, δεν απαντούσε ευθέως. Η συμπεριφορά της έγινε επιθετική. Δεν έφευγε από τον χώρο, έκανε αλλαγές, επέβαλε δικούς της κανόνες.

Σύντομα, αντί να ξαναδώσει ζωή σ’ έναν χώρο πολιτισμού, τον γέμισε με ανθρώπους από τα πιο σκοτεινά σοκάκια της πόλης. Ανθρώπους που δεν φοβούνταν να χρησιμοποιήσουν βία για να κατοχυρώσουν συμφέροντα. Ήρθαν μαζί της άντρες με βαρύ παρουσιαστικό και η φήμη του μαγαζιού άλλαξε. Ψίθυροι για μπράβους, για δουλειές παρασκηνίου, για «προστασία». Οι συζητήσεις έξω από το μαγαζί έγιναν σκληρές.

Ο Κυριάκος βρέθηκε στο στόχαστρο. Απειλές, τηλεφωνήματα με σιωπές που προκαλούσαν φόβο, προειδοποιήσεις να μην μπλέξει. Μέσα από την πόρτα που κάποτε άνοιγε σε νότες και χαμόγελα τώρα υπήρχαν σκιάχτρα και φωνές που διψούσαν για παράνομη δύναμη. 

Μα ο Κυριάκος δεν ήταν απλώς ένας κουρασμένος ιδιοκτήτης. Ήταν έξυπνος, είχε ζήσει πολλές νύχτες σ’ αυτόν τον χώρο, είχε ταξιδέψει ως ναυτικός και είχε δουλέψει ως έμπορος, και ήξερε τους ανθρώπους, τα πρόσωπα και τα ψέματα όλων των ειδών. Δεν παρέδωσε την ψυχή του. Αντίθετα, άρχισε να μαζεύει κομμάτια. Πληροφορίες, αποδείξεις, ιδέες, και να σχεδιάζει πώς θα νικούσε τους παράνομους χωρίς να γίνει ο ίδιος παράνομος, χωρίς να μπλεχτεί και χωρίς να ρισκάρει τη ζωή του.

Σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει τον τρόπο της. Την αδιόρατη πίεση, την ασφυξία που προκαλεί η καθημερινή φθορά, αλλά χωρίς κανένα άμεσο πάτημα από εκείνον. Είχε χρήματα. Μπορούσε να ξοδέψει για να θέσει τέλος στην όλη κατάσταση, να την κάνει να φύγει μόνη της, χωρίς να την αναγκάσει και χωρίς ο ίδιος να εκτεθεί.

Ρώτησε, έμαθε και τηλεφώνησε σε μια εταιρεία ασφαλείας και νομικών υπηρεσιών. Περιέγραψε ήρεμα το πρόβλημα και ζήτησε έναν νόμιμο τρόπο. Στην αρχή οι άνθρωποι της εταιρείας του πρότειναν ακραίες, παράνομες επιλογές όπως βία, εκφοβισμό, λύσεις που ο ίδιος απέρριψε αμέσως.

-Όχι, τους είπε. Δεν θέλω παρανομίες. Θέλω νόμιμες ενέργειες. Καταγγελίες, επιθεωρήσεις, πρόστιμα. Να λειτουργήσετε μέσα στο γράμμα του νόμου.

Καταρτίστηκε ένα σχέδιο που βασιζόταν στην επίμονη, νόμιμη πίεση. Κάθε βράδυ άνθρωποι της εταιρείας κατέθεταν καταγγελίες για παραβάσεις, ενημέρωναν τις αρμόδιες υπηρεσίες, προκαλούσαν ελέγχους και καταγραφές που μεταφράζονταν σε πρόστιμα. Το πρώτο πρόστιμο ήταν 330 ευρώ, το δεύτερο 700, και κάθε φορά περισσότερο, όπως ανέβαινε και η γραφειοκρατική αλυσίδα που έκανε την καθημερινότητα του μαγαζιού αβίωτη.

Η γυναίκα αντέδρασε στην αρχή με θράσος και ύβρεις. Φώναζε, απειλούσε, έψαχνε παραθυράκια. Όμως οι έλεγχοι συνεχίζονταν. Οι μέρες γέμιζαν χαρτιά, ρητές εντολές συμμόρφωσης, διοικητικά βάρη και νέες επιβαρύνσεις. Η λάμψη που είχε φέρει γρήγορα μαράθηκε μπροστά στην κουραστική ασφυκτική αλήθεια του αριθμού  των εξόδων, στις γραφειοκρατικές διαδικασίες, και τις επαναλαμβανόμενες απώλειες.

Σε λίγες μέρες μάζεψε τα μπαγκάζια της και έφυγε. Δεν υπήρξε δράση ηρωική, ούτε σκηνή εκδίκησης. Μόνο η αργή, ήσυχη φθορά ενός ψεύτικου μεγαλείου που σωριάστηκε από το ίδιο του το βάρος.

Ο Κυριάκος στεκόταν στην πόρτα του γραφείου του, κοιτάζοντάς τη να απομακρύνεται. Δεν ένιωσε χαρά ούτε εκδίκηση, μόνο μια βαθιά, κουρασμένη ανακούφιση. Ο χώρος του είχε σωθεί, καθαρός πια από τη σκιά της. 

Και όταν η νύχτα απλώθηκε πάνω από τη μπουάτ, μπήκε μέσα αργά, σαν να περνούσε σε ναό παλιό. Άναψε τα φώτα ένα ένα, και ο ζεστός φωτισμός ξαναζωντάνεψε τους τοίχους, τα τραπέζια, τα σημάδια μιας άλλης εποχής.

Έβαλε το μαγνητόφωνο να παίξει. Μια παλιά κασέτα, ελαφρώς θαμπή από τα χρόνια, και ο χώρος γέμισε από νότες γνώριμες, μα όχι πια πονεμένες.

Ήταν σαν να ξυπνούσε κάτι που είχε αποκοιμηθεί μέσα του. Η ψυχή του μαγαζιού, καθαρή και ήρεμη.

Η νίκη του δεν είχε θόρυβο ούτε θριαμβευτικά λόγια. Ήταν μικρή, αθόρυβη και σοφή.

Ένα βήμα επιστροφής σ’ έναν κόσμο που ήξερε πώς να προστατεύει την αξιοπρέπειά του χωρίς να χάσει την ψυχή του.

Και εκείνη τη νύχτα, για πρώτη φορά ύστερα από καιρό, ο Κυριάκος χαμογέλασε χωρίς ενοχή. 

Η αγόρευση του Κυριάκου

Ο ήλιος της Χλώρακας έσταζε χρυσό φως πάνω στις στέγες. Στην αυλή ο Κυριάκος κοίταζε απέναντι την μπουάτ που μόλις πρίν λίγες μέρες, είχε περιέλθιει ξανά στα χέρια του.

Θυμόταν το βαρύ φορτίο στους ώμους του όταν η αυλή του μαγαζιού του είχε μετατραπεί σε πεδίο μάχης. Όταν κάθε νύχτα, η κακιά ενοικιάστρια έφερνε τον κόσμο της εκεί μέσα. Με μουσικές που σκέπαζαν τα πάντα, με φωνές που τρυπούσαν τα αυτιά και την ψυχή, τις ύβρεις που στόχευαν την οικογένειά του. Και τα απλήρωτα ενοίκια. Το χρέος είχε συσσωρευθεί. Και εκείνος στεκόταν απέναντί της, νιώθοντας το αίμα του να χτυπάει δυνατά στις φλέβες του.

Και όταν της είχε προτείνει να της χαρίσει τα χρέη να φύγει, η περιφρόνησή της είχε χτυπήσει σαν δόρυ στην καρδιά. Ζήτησε χρήματα για να φύγει, και αν δεν τα έπαιρνε, θα κρατούσε το μαγαζί για χρόνια. Και είχε τον τρόπο να τον μπλέξει, του είπε με αναίδεια, να τον σπρώξει να ξεφύγει και να βρει τον εαυτό του φυλακισμένο στο λάθος του.

Και όσο οι μέρες περνούσαν, κάθε μια ήταν ένα τεστ αντοχής. Εκείνη ήξερε πώς να πιέσει, να προκαλέσει, να σπάσει τα νεύρα του με κάθε δυνατό τρόπο. Ύβρεις για τη γυναίκα του, εισβολές στην αυλή με πρόσχημα κοινόχρηστου χώρου, μουσική που αντηχούσε μέχρι τις πρώτες ώρες της αυγής. Και πάντα γύρω της οι δικοί της, μάρτυρες έτοιμοι να επιβεβαιώσουν οποιαδήποτε αντίδραση του Κυριάκου.

Και διερωτόταν πως άντεχε. Πως έπνιγε την οργή του, πως κρατούσε τη γλώσσα του, με πόση υπομονή περίμενε τη δίκη που θα ερχόταν, και θα τον δικαίωνε. 

Αλλά πρίν έρθει η μέρα της δίκης, θυμώταν καλά εκείνη τη μέρα…

Εκείνη προχώρησε ένα βήμα πιο πέρα. Τον πλησίασε, τον έσπρωξε. Και εκείνος, πριν προλάβει να σκεφτεί, την έσπρωξε και αυτός. Σαν κεραυνός χτύπησε η στιγμή. Η γυναίκα έτρεξε στην αστυνομία μαζί με πέντε μάρτυρες, ανάμεσά τους και δύο αστυνομικούς.

Ο Κυριάκος ένιωσε τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια του. Η δικηγόρος του, ψύχραιμη και σκληρή, του είπε,

-Δεν έχεις ελπίδα. Θα σε καταδικάσουν.

Εκείνος τη κοίταξε και κατάλαβε πως ήταν «λίγη».

-Θα μιλήσω και εγώ μετά από σενα, είπε,

Η αίθουσα του Δικαστηρίου της Πάφου ήταν βαριά. Οι μάρτυρες της ενοικιάστριας κάθονταν σφιγμένοι στις καρέκλες τους, με βλέμματα που ήθελαν να κάνουν τον Κυριάκο να λυγίσει. Οι αστυνομικοί που είχαν γίνει μέρος της παγίδας στεκόντουσαν σαν αγάλματα δίπλα τους, απαθείς, έτοιμοι να επιβεβαιώσουν την ψευδομάρτυριά τους.

Όταν ήρθε η σειρά του, ο Κυριάκος στάθηκε σιωπηλός για λίγο, μα με την καρδιά να σφίγγεται σαν μάρμαρο. Οι λέξεις που είχαν φωλιάσει μέσα του τόσους μήνες, τώρα ήθελαν να βγουν. Δεν υπήρχαν χαρτιά, δεν υπήρχαν νομικές φράσεις. Μόνο η ανθρώπινη αλήθεια και η φωνή του που καιγόταν.

Άρχισε να μιλάει, πρώτα χαμηλόφωνα, μα με τη δύναμη της υπομονής που κουβαλούσε τόσους μήνες:

-Κύριε Δικαστά, στέκομαι ενώπιόν σας όχι για να υπερασπιστώ το προσωπικό μου συμφέρον, αλλά για να φέρω στο φως κάτι που ξεπερνά την υπόθεση αυτή. Δεν μιλάω μόνο για μένα. Μιλάω για την κοινωνία που μας περιβάλλει, για μια κοινωνία που συχνά μένει σιωπηλή μπροστά στην αδικία, για έναν νόμο που χωρίς ανθρώπινη κρίση γίνεται εργαλείο καταπίεσης και όχι δικαιοσύνης.

Η φωνή του γινόταν βαθύτερη, πιο μεστή, κάθε λέξη σαν να χάραζε το χώρο γύρω του.

-Η γυναίκα που κάθεται απέναντί μου είναι ένας καθρέφτης αυτού του κόσμου. Σχεδίασε κάθε κίνηση με ακρίβεια, με γνώση πως να με οδηγήσει σε λάθος. Το έκανε γιατί ξέρει πως η κοινωνία μας συχνά επιβραβεύει την πονηριά, γιατί ξέρει πως η αδικία περνάει απαρατήρητη και οι αδύναμοι πληρώνουν. Αλλά εγώ, κύριε Δικαστά, δεν υπέκυψα. Κράτησα την ψυχή μου καθαρή, γιατί η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν μπορεί να υποταχθεί σε καμία απειλή.

Έκανε ένα βήμα μπροστά, η καρδιά του χτυπούσε σαν τύμπανο, και το βλέμμα του βρήκε τα μάτια του δικαστή.

-Ακούστε με προσεκτικά. Δεν κατηγορώ μόνο αυτή τη γυναίκα, αλλά ένα σύστημα που αφήνει τους απατεώνες να λεηλατούν τη δικαιοσύνη. Τραπεζίτες που έκλεψαν τα ταμεία, δημόσιοι υπάλληλοι που σφύριζαν αδιάφορα, πολιτικοί που έκρυβαν την αλήθεια. Όταν το κράτος και η κοινωνία παραβιάζουν τις ίδιες τις αρχές τους, πώς να μην επιχειρεί ο καθένας να βλάψει τον συνάνθρωπό του για προσωπικό κέρδος;

Η φωνή του δυνάμωνε, τα χέρια του τεντωμένα, σαν να κρατούσαν αόρατα βαριά αντικείμενα.

-Μα εγώ, κύριε Δικαστά, στάθηκα όρθιος. Έπνιξα την οργή μου, κράτησα τη γλώσσα μου, δεν υπέκυψα στον πειρασμό της βίας παρ όλη την πίεση που μου εξασκούσε. Και ήρθα εδώ να σας πω ότι η αλήθεια, η κοινή λογική και η ανθρώπινη κρίση πρέπει να πρυτανεύουν. Δεν ζητώ να αγνοήσετε τις μαρτυρίες, αλλά να κοιτάξετε πέρα από αυτές. Να δείτε τι είναι σωστό, τι δίκαιο, τι ανθρώπινο, και τι προκάλεσε την κατάσταση αυτή.

Στάθηκε λίγα δευτερόλεπτα σιωπηλός, και ύστερα πρόσθεσε με φωνή που έτρεμε από ένταση αλλά και από πάθος,

-Αν η Δικαιοσύνη δεν έχει καρδιά, αν οι νόμοι δεν συνοδεύονται από λογική και ανθρωπιά, τότε κάθε άνθρωπος θα γίνει θύμα μιας κοινωνίας που επιβραβεύει το κακό και καταδικάζει το δίκαιο. Και εγώ, κύριε Δικαστά, σας προκαλώ να σταθείτε απέναντι σε αυτήν την αδικία. Σταθείτε απέναντι σε όσους κατασκευάζουν ψευδομαρτυρίες, απέναντι σε όσους προσπαθούν να σπάσουν την ψυχή των ανθρώπων.

Η αίθουσα ήταν νεκρική. Ο δικαστής τον κοίταζε με προσοχή, οι μάρτυρες δεν μπορούσαν να κουνηθούν. Ο Κυριάκος άφησε τη σιωπή να μιλήσει για λίγο, νιώθοντας πως κάθε λέξη του είχε αφήσει ένα σημάδι στον χώρο.

-Δεν ήρθα εδώ για να σωθώ καθώς το αίσθημα της δικαιοσύνης άρχισε να εκλείπει από την κοινωνία, είπε σιγανά, σχεδόν για τον εαυτό του,

-ήρθα για να θυμηθώ ότι είμαι άνθρωπος. Και ότι η αλήθεια δεν παραδίδεται σε κανέναν, παρά μόνο στη δικαιοσύνη και στη λογική των ανθρώπων που αυτή τη φορά ελπίζω να πρυτανεύσει.

Κι όταν τελείωσε, όλοι κατάλαβαν ότι είχε δώσει περισσότερα από μια απλή αγόρευση, είχε δώσει ένα μάθημα ζωής, μια υπενθύμιση ότι η αξιοπρέπεια και η λογική, πόσο μάλλον με τη  βοήθεια του νόμου, ίσως μπορούν να νικήσουν, μέσα σε έναν κόσμο σαπισμένο από την αδικία.

Η αίθουσα σώπασε. Ο ήχος της φωνής του έμεινε να αιωρείται, σαν προσευχή που δεν ξέρει αν κάποιος την άκουσε. 

Η δικηγόρος τον πλησίασε και του είπε:

-Μίλησες ωραία, μα δε θα σε σώσει η ομορφιά του λόγου.
Και εκείνος χαμογέλασε.

-Δεν μίλησα εγώ, μίλησε η αλήθεια.

Η μέρα της απόφασης ήρθε. Ο δικαστής διάβαζε την απόφασή του με φωνή ήρεμη, σχεδόν μονότονη, αλλά τα μάτια του έκρυβαν κάτι άλλο. Και όταν η λέξη «Αθώος» βγήκε από τα χείλη του, ο Κυριάκος δεν πανηγύρισε. Στάθηκε ακίνητος, σαν να ήθελε να ακούσει αν πράγματι η απόπφαση είχε ακουστεί σωστά.

Όσοι παρακολουθούσαν τη δίκη έμειναν έκπληκτοι. Όλοι πίστευαν ότι το ολοφάνερο θα επικρατούσε. Και όμως, η γαλήνη που είχε κατεβεί πάνω του ήταν η αληθινή νίκη, όχι η απόφαση, αλλά η πίστη ότι είχε σταθεί σαν άνθρωπος, απέναντι στο άδικο.

Και τώρα στεκόταν στην αυλή. Ο ήλιος έκαιγε πάλι, όπως εκείνες τις πρώτες μέρες. Μα τώρα δεν μύριζε καταστροφή. Οι φωνές και οι αντιδικίες είχαν σωπάσει. Ο Κυριάκος έκλεισε τα μάτια, αισθάνθηκε ότι η δικαιοσύνη επικράτησε. Και ένιωσε  τον αέρα καθαρό, να του γεμίζει τα πνευμόνια.

Μύριζε γιασεμί. Μια μικρή νίκη, ανάμεσα σε έναν κόσμο σάπιο και άδικο… Και αυτό ήταν αρκετό.