Ο ΠΡΑΤΗΣ / ΜΕΡΟΣ 3, ο νόμος της ανταπόδωσης

Εν θυμώ γεννηθήσα σοφία

Ο Κυριάκος συχνά κοίταζε πίσω τα χρόνια που πετνούσαν. Χρόνια γεμάτα αγώνα, πείσμα, φόβο και στιγμές που δοκίμασαν τα όριά του. Και μέσα από το σκληρό μονοπάτι που ακολουθούσε. Χτιζόταν βήμα-βήμα η δύναμή του, η επιμονή του και η πίστη ότι κάθε βήμα, όσο μικρό και αν φαινόταν, είχε αξία.

Με τον καιρό, έβλεπε τον εαυτό του αλλιώς. Δεν ήταν μόνο ο άνθρωπος που πάλεψε, ήταν μαζί και αυτός που αναλογιζόταν και έκρινε όσα έβλεπε. Η ματιά του είχε γίνει πιο ώριμη, πιο ήρεμη. Οι πληγές του παρελθόντος μετατρέπονταν σε διδάγματα. Τα λάθη του δεν τα κουβαλούσε σαν βάρος, αλλά σαν σιωπηλούς δασκάλους. Και έτσι καταλάβαινε το βαθύτερο. Πως η ενδοσκόπηση είναι πάντα ανασκόπηση. Για να δεις μέσα σου, πρέπει να ρίξεις το βλέμμα πίσω. Να ξαναβρείς τις στιγμές που σε διαμόρφωσαν και να δώσεις σημασία ακόμα και σε εκείνες που νόμιζες πως είχες προσπεράσει.

Εντούτοις, όταν καμιά φορά σκεφτόταν δύσκολα περιστατικά που συνέβησαν στη ζωή του, ένιωθε πως από πάντα κουβαλούσε μια σοφία που του επέτρεπε να κρίνει και να λειτουργεί σωστά.

Ακόμα και στο θυμό του, στις πιο άγρις του στιγμές,

συνήθως έκρινε με τη λογική και όχι με το συναίσθημα.

Ιδίως καθώς γνώριζε καλά πόσο ανεξέλεγκτος ήταν, εκείνη την καταπιεστική πίεση στο στήθος, την αδρεναλίνη που σκεπ΄ζει η σκέψη, εντούτοις κατάφερνε να συγκρατείται πριν παρασυρθεί.

Και όμως, υπήρχε ένα περιστατικό, παλιό, τόσο ξεχωριστό που έμεινε ανεξίτηλο στη μνήμη του. Ήταν ακόμη νέος, ίσα με 35 χρονών, στο άνθος της νιότης και της σωματικής του ρώμης, όταν έφτασε στα πραγματικά όρια της αντοχής του. Οδηγούσε το μικρό του μηχανάκι, πηγαίνοντας να επιθεωρήσει έναν πορτοκαλεώνα για να κλείσει εμπορική πράξη. Πήρε τα στενά δρομάκια του χωριού και, σε μια στροφή ορθής γωνίας, ένα μεγάλο αυτοκίνητο έστριψε απότομα χωρίς να κάνει στοπ και τον πέταξε στο δρόμο. Το μηχανάκι στραπατσαρίστηκε, το ίδιο και ο ίδιος.

Με αφόρητους πόνους από το τρίψιμο στο άσπρο τσιμέντο, σηκώθηκε γεμάτος νεύρα για την απροσεξία του άλλου. Κι τότε, από το αυτοκίνητο κατέβηκε ένα καχεκτικό ανθρωπάκι, Μάγκα τον φώναζαν, έμαθε αργότερα. Μικρόσωμος, με λεπτά πόδια που μετά βίας κρατούσαν το βάρος του, με ώμους καμπουριασμένους λες και χρόνια ολόκληρα κουβαλούσε πάνω του τα βάσανα του κόσμου. Το πρόσωπό του στεγνό και χλωμό, μαρτυρούσε άνθρωπο που περισσότερο έμαθε να επιβιώνει με βίαια λόγια παρά με πράξεις. Και όμως, μέσα σε αυτή τη μικρή φιγούρα υπήρχε ένα παράξενο θράσος, μια αυθάδεια, που προσπαθούσε να τα επιδικνείει σαν δύναμη.

Με φωνή τσιριχτή και τόνο προκλητικό, άρχισε να φωνάζει στον Κυριάκο πως αυτός έφταιγε, πως του έκοψε τον δρόμο, και ότι ήθελε σώνει και καλά αποζημίωση γιατί έπαθε ζημιά το αμάξι του, ψέματα ισχυριζόταν.

Ο Κυριάκος, πνιγμένος απ’ το δίκιο του και γεμάτος νεύρα για το θράσος του, τον είδε μπροστά του τόσο μικρό, τόσο αδύναμο, που ήξερε πως αν παρασυρόταν από τον θυμό του, με έναν μόνο πάτσο θα τον έριχνε κάτω. Ένιωθε το αίμα του να βράζει, τα χέρια του να τρέμουν, σαν το σώμα του να απαιτούσε αντίδραση, εκδίκηση. Μα μέσα του μια άλλη φωνή, η πιο δύσκολη να υπακούσει, του έλεγε πως έπρεπε να καταπνίξει τον θυμό, να καταπιεί τις προσβολές και να μην χειροδικήσει. Θυμάται εντόνα εκείνη τη μάχη με τον ίδιο του τον εαυτό. Τη μεγάλη επιθυμία να τον τιμωρήσει, να του κλείσει το βρώμικο στόμα, να του δώσει ένα καλό μάθημα. Ήταν του χεριού του, ήταν αδύναμος, θα μπορούσε τόσο εύκολα να τον κάνει καλά. Μα η σύγκρουση μέσα του, ανάμεσα στον απεριόριστο θυμό και στη λογική, ήταν ίσως η πιο σημαντική μάχη που έδωσε ποτέ... Και τελικά, δεν σήκωσε χέρι. Δεν άφησε τον θυμό να τον ορίσει. Και χρόνια αργότερα, ανασκοπώντας εκείνη τη στιγμή, κατάλαβε πως η μεγαλύτερη δύναμη που έδειξε τότε δεν ήταν η σωματική του υπεροχή, αλλά η επιλογή του να μην την χρησιμοποιήσει. Εκεί, σε εκείνον το στενό δρομάκι της οδού «Νικόλα Πενταρά», πληγωμένος, θυμωμένος και ταπεινωμένος, γεννήθηκε μέσα του μια αλήθεια: πως ο άνθρωπος μετριέται όχι μόνο από το τι μπορεί να κάνει, αλλά από το τι επιλέγει να μην κάνει.

Η δοκιμασία της δικαιοσύνης

Ο Κυριάκος ποτέ δεν πίστεψε πως η αποφυγή συγκρούσεων ισοδυναμεί με αδυναμία, ούτε πως η ψύχραιμη κρίση είναι ταυτόσημη με συγχώρεση άνευ όρων. Η σοφία του δεν γεννήθηκε για να τον κάνει άγιο, γεννήθηκε για να τον κάνει δίκαιο. Και στο δίκιο, άλλοτε χρειάζεται σιωπή και εγκράτεια, και άλλοτε πράξη και απόδοση ευθύνης.

Αυτό το έμαθε μέσα στον χρόνο. Και ήρθε στιγμή να το αποδείξει.

Ένα πρωινό, λίγο μετά την ανατολή, έξω από τις αποθήκες του σταμάτησε ένα βαν. Το αναγνώρισε αμέσως. Ήταν το ίδιο εκείνο που είχε καρφωθεί επάνω του, τότε που ο οδηγός του τον έριξε στο δρόμο στην οδό Νικόλα Πενταρά, και τον άφησε πληγωμένο και θυμωμένο απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό, που αναγκάστηκε να σωπάσει, να καταπιέσει την οργή του και να ακούσει τη φωνή της λογικής, κάνοντας πίσω.

Ο Μάγκας, όνομα και πράμα, κατέβηκε από το όχημα. Ευγενικός τώρα, διαφορετικός. Ούτε φωνές, ούτε προσβολές. Μόνο ανάγκη.

-Έμαθα πως ενδιαφέρεσαι για βαν, κύριε Κυριάκο, είπε. Το πουλώ σε τιμή ευκαιρίας… έχω μεγάλη ανάγκη. Το παιδί μου είναι άρρωστο.

Όποιος δεν γνωρίζει, συγκινείται. Όποιος ξέρει, διακρίνει.
Ο Κυριάκος ήδη
ήξερε την αλήθεια: ο Μάγκας δεν είχε οικογένεια, δεν είχε παιδί, δεν είχε ασθένεια. Είχε άλλους δεσμούς. Με χαρτοπαικτικές λέσχες, χρέη και ανθρώπους σκοτεινούς. Η τιμή που ζήτησε ήταν εξευτελιστική για την αξία του οχήματος, σημάδι απελπισίας και αδιεξόδου.

-Πόση ανάγκη έχεις; τον ρώτησε ήρεμα.

Το βλέμμα του άλλου ζήγησε για λίγα δευτερόλεπτα ανάμεσα σε προσποίηση και παράκληση.

Δεν είχε δρόμο διαφυγής. Ούτε οικονομικό, ούτε ηθικό.

Ο Κυριάκος δεν θύμισε τίποτα. Δεν μίλησε για το παρελθόν, δεν ζήτησε εξηγήσεις, δεν ανέβασε τον τόνο.
Ήξερε ότι ο θυμός που συγκράτησε τότε, θα μετατρεπόταν τώρα σε απόφαση.

Του πρόσφερε πολύ λίγα χρήματα, μόνο όσα είχε δήθεν επάνω του, και περίμενε.

Ο Μάγκας αντέδρασε, παρακάλεσε, πίεσε. Μα ο Κυριάκος έμεινε αμετακίνητος…

Υπέγραψαν. Το όχημα άλλαξε χέρια.

Και τότε μόνο, ήρεμα και καθαρά, ο Κυριάκος αποκάλυψε την ταυτότητά του και την αιτία της «ευκαιριακής» τιμής που του πρόσφερε. Ο άνδρας έμεινε να τον κοιτά με μάτια αδειανά, όχι τόσο από ντροπή όσο από απρόσμενη ήττα.

Ο Κυριάκος δεν ένιωσε τύψεις. Δεν το είδε ως αδικία.
Το είδε ως μαθηματική ισορροπία: Άλλοι μαθαίνουν με λόγια, άλλοι με πληγές, και άλλοι μόνο όταν χάνουν κάτι που θεωρούν δεδομένο.

Έτσι εκείνη τη μέρα, γεννήθηκε μια δεύτερη, συμπληρωματική αλήθεια μέσα του: η αξία ενός ανθρώπου δεν μετριέται μόνο από τις πράξεις που συγκρατεί, αλλά και από τις πράξεις που επιλέγει συνειδητά να πραγματοποιεί.

Και ανασκοπώντας χαμογέλασε. Γιατί κατάλαβε πως η σοφία δεν είναι ούτε πράος αλτρουϊσμός, ούτε ωμή εκδίκηση. Είναι η ικανότητα επιλογής ανάλογα με την περίσταση. Να βοηθάς κάποιον όταν χτίζει,
να
το τιμωρείς όταν δεν ισορροπεί. 

Το καταραμένο αυτοκίνητο

Το βαν που αγόρασε ο Κυριάκος σε εξευτελιστική τιμή, φαινόταν στην αρχή πραγματική ευκαιρία. Καινούργιο, δυνατό, καθαρό, με μηχανή που μούγκριζε με αυτοπεποίθηση. Έμοιαζε με λάφυρο δικαιοσύνης, κερδισμένο όχι με βία αλλά με νου.

Όμως ο χρόνος είχε άλλες προθέσεις. Τα προβλήματα άρχισαν ανεπαίσθητα, σαν κάτι μικρό που όλοι αποδίδουν στην τύχη. Μια μέρα δεν έπαιρνε μπροστά και χρειάστηκε σπρώξιμο. Άλλη φορά, ενώ κυλούσε κανονικά, έσβησε από μόνο του στη μέση του δρόμου. Το ραδιόφωνο σταμάτησε ξαφνικά χωρίς λόγο, σαν να αρνήθηκε τον ήχο. Και μία νύχτα, δύο λάστιχα ξεφούσκωσαν ταυτόχρονα, χωρίς να υπάρχει καρφί, πέτρα ή σαθρό έδαφος.

Αυτά συνέβαιναν, και άλλα μικρά, πράγματα που όμως έκαναν τον Κυριάκο να ανησυχεί.

Άρχισε να γεννιέται μέσα του μια υποψία. Πως ίσως το αυτοκίνητο δεν ήταν απλώς δυσλειτουργικό, αλλά ήταν φορτωμένο με μια κατάρα. Σαν να κουβαλούσε πάνω του τη βαριά ανάσα κάποιου που ένιωθε αδικημένος. Σαν να μην άλλαξε ιδιοκτήτη, αλλά μόνο χέρια.

Ο Κυριάκος, που σε όλη του τη ζωή πίστευε πως το μέτρο είναι νόμος, άρχισε να νιώθει ότι ίσως στο ζύγισμα τούτη τη φορά είχε κάνει λάθος. Ότι, ναι, ανταπέδωσε, αλλά μπορεί να το έκανε χωρίς έλεος.

Και αν υπήρχε μια δύναμη πιο πάνω από το δίκιο των ανθρώπων;
Και αν αυτή η δύναμη έκρινε πως η τιμωρία που επέβαλε δεν ήταν ανάλογη, αλλά βαρύτερη;

Και αν το βαν δεν ήταν απλώς αγορά… αλλά μήνυμα;

Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, δεν ήταν σίγουρος.

Δεν ένιωθε θριαμβευτής παρατηρητής, ένιωθε θριαμβευτής παρατηρούμενος.

Ο Κυριάκος δεν μετάνιωσε στιγμή για τον τρόπο που ενήργησε.
Ήταν πεπεισμένος ότι η πράξη του ήταν δίκαιη, υπολογισμένη και ισοδύναμη με την αδικία που είχε δεχτεί. Η συνείδησή του, απέναντι στους ανθρώπους, έμενε καθαρή.

Όμως, όσο περνούσαν οι μέρες, άρχισε να νιώθει πως κάποια άλλη κρίση, μεγαλύτερη από τη δική του, δεν είχε συμφωνήσει με την απόφασή του.

Και τότε αναρωτήθηκε, χωρίς να το ομολογεί ούτε στον ίδιο του τον εαυτό:

Μπορεί ο άνθρωπος να ορίζει μόνος του τη δικαιοσύνη; Ή μήπως αυτό ανήκει τελικά αλλού;

Ήταν βαθιά θρησκευόμενος, γαλουχημένος σε ήθη πατροπαράδοτα, σε διδάγματα όπου ο Θεός βλέπει τα πάντα, ακόμη και τις σκέψεις που δεν βγήκαν από τα χείλη. Δεν μπορούσε να αγνοήσει την πιθανότητα πως όσα παράξενα συνέβαιναν στο βαν δεν ήταν μηχανικές βλάβες, αλλά σημάδια. Μικρά χτυπήματα στην πόρτα της ψυχής, για να θυμίσουν πως καμία πλήρης δικαιοσύνη δεν επιβάλλεται χωρίς κρίση από Άνωθεν.

Άρχισε τότε να σκέφτεται τι έπρεπε να κάνει.
Μια απόφαση ήταν βέβαιη: έπρεπε να το ξεφορτωθεί.
Όμως το
πώς ήταν η πραγματική δοκιμασία.

Να το πουλήσει; Αν το έκανε, όχι μόνο δεν θα έχανε, αλλά θα είχε και κέρδος, αλλά αυτό του φαινόταν βαρύ.

Να το αφήσει παροπλισμένο στην αυλή; Όμως ένα αντικείμενο με «σκιά» δεν φυλακίζεται, παραμονεύει.

Να το ρίξει σε γκρεμό; Αυτή η ιδέα τον ανακούφιζε συναισθηματικά, μα φάνταζε πράξη δειλού, όχι πράξη καθαρμού.

Πάλεψε με τους λογισμούς του ώρες πολλές.
Και καθώς
μια αυγή ο ορίζοντας χρύσωνε από τον ήλιο που ανέτελλε, κατάλαβε πως, ό,τι και αν έκανε, το βαν έπρεπε να επιστρέψει εκεί όπου άρχισε. Όχι για να τιμωρηθεί κανείς, αλλά για να κλείσει ο κύκλος.

Όταν ξημέρωσε καλά,  τηλεφώνησε στον Μάγκα τον πρώην ιδιοκτήτη. Χωρίς διαπραγμάτευση, χωρίς λόγια παχιά, χωρίς υπαινιγμούς. Του είπε πως θα του επέστρεφε το αυτοκίνητο δωρεάν.

Ο Μάγκας έμεινε άναυδος. Στην αρχή νόμιζε πως άκουσε λάθος…

Ύστερα, συγκινημένος, σχεδόν λούθηκε το κλάμα. Γιατί εκείνο το αυτοκίνητο, για τον ίδιο, ήταν εργαλείο ζωής, ήταν το ψωμί του.

Και κάπου εκεί, μέσα στη σιωπή της στιγμής, ο Κυριάκος ένιωσε όχι νικητής, αλλά ανακουφισμένος. Το βάρος είχε φύγει. Όχι από τους ώμους του, αλλά από την ψυχή του.

Και τη νύχτα νιώθοντας ανακουφισμένος, κοιμήθηκε καλύτερα.
Και το πρωί που ξύπνησε, στην αυλή αντίκρισε το παλιό του μηχανάκι, εκείνο που είχε στραπατσαριστεί καιρό πριν, φορτωμένο δροσοσταλίδες που έλαμπαν στις πρωινές ηλιαχτίδες. Δεν ήταν αλλαγμένο… Μόνο ο τρόπος που το έβλεπε είχε αλλάξει.

Και τότε κατάλαβε πως μερικές στενοχώριες6 δεν κλείνουν με εκδίκηση, αλλά με διόρθωση.  

Μια νέα αρχή

Ο Μάγκας, άρχισε να περνά λιγότερο χρόνο στους δρόμους των παλιών του συνηθειών. Τώρα με το αμάξι που του είχε επιστραφεί και νιώθοντας τύψεις για τον παλιό κακό του εαυτό, προσηλώθηκε περισσότερο στη δουλειά του, εργαζόταν περισσότερο.

Ξεκίνησε ταχτικές επισκέψεις στον Κυριάκο που άρχισε να τον βλέπει συγκαταβατικά και με άλλο μάτι, καθώς κατάλαβε πως άρχισε να αλλάζει, να γίνεται καλύτερος.

Μια φιλία άρχισε να γενιέται, και να βαθαίνει. Οι συναντήσεις τους γίνονταν όλο και πιο ουσιαστικές, με συζητήσεις για ζωή, ευθύνη και επιλογές. Ο Κυριάκος έβλεπε την προσπάθεια του και αποφάσισε ότι ήρθε η στιγμή να τον βοηθήσει.

-Έχω κάτι για σένα», του είπε μια μέρα, «μια δουλειά καλύτερη, με προοπτικές, και μακριά από τις κακές σου συνήθειες. Δεν θα είναι εύκολο, αλλά αξίζει.

Ο Μάγκας ένιωσε μια μικτή αίσθηση φόβου,

μα ταυτόχρονα και ανακούφισης. Ήταν η ευκαιρία που ήθελε, αλλά ήξερε πως τώρα η ευθύνη θα ήταν όλη δική του. Αποδέχθηκε την πρόταση με ευγνωμοσύνη και αποφασιστικότητα.

Έτσι σιγά-σιγά, η παλιά του ζωή έμενε πίσω. Το χαρτοπαίγνιο και οι κακές συνήθειες που τον κρατούσαν δεμένο στο παρελθόν, εξαφανίζονταν.

Ο χρόνος του γέμιζε με δουλειά, εκπαίδευση και υγιείς σχέσεις. Κάθε μικρή νίκη πάνω στον εαυτό του γινόταν πηγή χαράς, υπερηφάνειας, και τον γέμιζε περισσότερη αποφασιστικότητα να συνεχίσει την προσπάθεια.

Με τον καιρό ένιωσε βαθιά την αξία της ευγνωμοσύνης και της ηθικής. Οι συμβουλές του Κυριάκου είχαν γίνει μέρος της σκέψης του. Η ζωή του άλλαξε, και μαζί της άλλαξε και ο ίδιος. Η εντιμότητα, η υπευθυνότητα και η φροντίδα για τους άλλους έγιναν τρόπος ζωής του.

Και κάποια μέρα ύστερα από καιρο, κοιτάζοντας πίσω, σκέφτηκε με ευγνωμοσύνη: ό,τι είχε μάθει από τον Κυριάκο δεν τον είχε απλώς σώσει, τον είχε κάνει καλύτερο άνθρωπο. Και τώρα ήξερε πως η νέα του αρχή δεν ήταν μόνο δική του, αλλά ένα φως που μπορούσε να μοιραστεί με όσους είχαν χάσει τον δρόμο τους.

Ο μάγκας

Ο Κυριάκος ένιωθε πως είχε πάρει σοβαρά την υπόθεση Μάγκας. Βλέποντας τον πραγματικά να αλλάζει, η αντιπάθεια που του είχε, μετατράπηκε σε συμπάθεια. Και νιώθοντας πως συνέβαλε ο ίδιος σε αυτή την αλλαγή, αποφάσισε να σταθεί στο πλευρό του. Αν και μερικές φορές τον ενοχλούσαν οι συχνές επισκέψεις του, τον ανεχόταν με κατανόηση.

Κράτησε καιρό αυτή η φιλία που ξεκίνησε με τόσο παράδοξο τρόπο… Ώσπου μια μέρα του λέει ο Μάγκας:

-Κυριάκο… σήμερα θα σε αποχαιρετήσω. Φεύγω μακριά, στα ξένα… για την Αφρική. Μου έστειλαν πρόσκληση οι συγγενείς μου και πάω να βρω την τύχη μου.

Και έφυγε. Χάθηκαν τα ίχνη του. Που και που στην αρχή ερχόταν κάποιο γράμμα, μα ύστερα τίποτα, σιωπή απόλυτη.

Ο καιρός κυλούσε, περνούσε… έγιναν χρόνια, δεκαετίες. Καμιά φορά, όταν τον θυμόταν, ο Κυριάκος ευχόταν ο Θεός να τον έχει καλά, και έπειτα τον ξεχνούσε. Ήξερε καλά πως όσοι δεν βλέπονται, γρήγορα λησμονούνται.

Η ζωή προχωρούσε. Αφοσιωμένος στη δουλειά του και στην οικογένειά του, τον ξέχασε. Η ζωή ήταν σκληρή και γεμάτη έγνοιες. Κοίταζε το παρόν και το μέλλον, αφήνοντας το παρελθόν να υποβόσκει μόνο σαν ξεχασμένη ανάμνηση. Δεν είχε χρόνο να ανασκοπεί μικρές ιστορίες της ζωής του, παρά μόνο τα μεγάλα και ουσιαστικά.

Ο Μάγκας όμως, αντιθέτως, ποτέ δεν ξέχασε τον Κυριάκο. Μπορεί να μην έγραφε, να μην επικοινωνούσε, όμως τον είχε πάντα μέσα στις σκέψεις του, και με τις συμβουλές του πορευόταν.

Στη ξενιτιά δούλεψε σκληρά, έχοντάς τον για πρότυπο. Με κόπο και επιμονή τα κατάφερε. Στην αρχή με δυσκολίες, μα όταν απέκτησε τα πρώτα χρήματα, ο δρόμος άρχισε να γίνεται ευκολότερος. Και όσο τα πλούτη συσσωρεύονταν, τόσο περισσότερες ευκαιρίες άνοιγαν μπροστά του.

Και αφού είδε, έμαθε και πέτυχε το φαινομενικά ακατόρθωτο, να γίνει πολύ πλούσιος, αποφάσισε να επιστρέψει στον τόπο του.

Ήταν απόγευμα και ο ήλιος έγερνε πάνω από τη θάλασσα του Κοτσιά. Η ζέστη της ημέρας υποχωρούσε και ένα δροσερό αεράκι ανέβαινε ως το χωριό. Ο Κυριάκος καθόταν στην αυλή του καφενείου, απολαμβάνοντας τη θαλασσινή δροσιά που ερχόταν από τα δυτικά. Βυθισμένος στις σκέψεις του προσπαθούσε να εμπνευστεί μια καινούργια ιστορία, καθώς είχε πλέον καθιερωθεί ως ο μυθιστοριογράφος της Χλώρακας. Είχε αποκτήσει πολλούς αναγνώστες και όλοι του ζητούσαν νέες ιστορίες.

Εκεί που συλλογιζόταν, ένα τεράστιο αμάξι, μια λιμουζίνα, σταμάτησε μπροστά στη μικρή πλατεία. Ο οδηγός κατέβηκε και άνοιξε την πίσω πόρτα.

Από μέσα βγήκε ένα μικροκαμωμένο ανθρωπάκι, σκυφτό, με λεπτά πόδια που δυσκολεύονταν να στηρίξουν το βάρος του, με καμπουριασμένους ώμους, μα ντυμένο με ακριβό κοστούμι και ένα χοντρό πούρο στο στόμα.

Η όραση του Κυριάκου είχε εξασθενήσει και δεν κατάφερε να δει τα χαρακτηριστικά του, όμως τον αναγνώρισε αμέσως. Η σιλουέτα του ήταν γνώριμη, αξέχαστη, κι ας είχαν περάσει πάνω από είκοσι χρόνια.

Ναι… ήταν εκείνος. Ο Μάγκας.

Με πραγματική χαρά σηκώθηκε να τον προϋπαντήσει. Κάθισαν στο τραπέζι του καφενείου και μίλησαν για ώρες.

Ο Μάγκας είχε καταφέρει όσα είχε ονειρευτεί. Πλούτισε, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά και, αποκατεστημένος πια, αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα.

-Σου χρωστάω μεγάλη χάρη, Κυριάκο! Εσύ, με την καλοσύνη σου και τις συμβουλές σου, με έκανες άλλον άνθρωπο, καλύτερο. Μου ενέπνευσες νέα πορεία και με οδήγησες στην επιτυχία. Γι’ αυτό θέλω να σου κάνω ένα μικρό δώρο. Αυτό το αμάξι που βλέπεις… είναι για σένα.

Ο Κυριάκος χαμογέλασε. Δεν μπορούσε να δεχτεί τέτοιο δώρο. Και παρά την επιμονή του φίλου του, του απάντησε:

-Το μόνο δώρο που δέχομαι… είναι να γίνεις ο εκδότης του τελευταίου μου βιβλίου, με τίτλο «Ο ΠΡΑΤΗΣ». Μέσα σε αυτό θα γράψω και τη δική μας ιστορία. Πως γνωριστήκαμε, πώς γεννήθηκε η φιλία μας, και πώς από αλητάκος… μεταμορφώθηκες σε χρήσιμο και τίμιο μέλος της κοινωνίας.

Οι μνήμες που δεν χάνονται

Ο ήλιος είχε πλέον χαθεί πίσω από το πέλαγος και ο ουρανός της Χλώρακας γινόταν βαθύς, σε χρώμα βιολετί, σαν να έπλεκε προσευχή στον ίδιο τον Θεό. Τα φώτα του χωριού άναψαν σιγά-σιγά, όπως ανάβουν οι μνήμες που νομίζουμε πως ξεχάστηκαν. Ο Κυριάκος και ο Μάγκας έμειναν για λίγο σιωπηλοί, όχι από αμηχανία, αλλά από εκείνη τη σιωπή που μόνο όσοι συναντήθηκαν από μοίρα, και όχι από τύχη, μπορούν να αντέξουν.

Ο Μάγκας έβγαλε το πούρο από το στόμα, το κράτησε για λίγο στα δάχτυλα, και με φωνή που έμοιαζε να παλεύει ανάμεσα στο σήμερα και στο χθες, είπε χαμηλά:

-Αν δεν σε γνώριζα, Κυριάκο… ίσως να μην υπήρχα.

Και εκεί, μέσα στη βραδινή αύρα, ο Κυριάκος κατάλαβε πως η ζωή δεν ανταποδίδει απλώς, διορθώνει. Δεν τιμωρεί μονάχα, μεταμορφώνει. Δεν παίρνει μόνο, επιστρέφει. Και πως καμιά πράξη, όσο μικρή, δεν χάνεται στον χρόνο, απλώς ταξιδεύει, ώσπου να βρει τον άνθρωπο που της αξίζει.

Ύστερα ο Κυριάκος σηκώθηκε αργά, ακούμπησε απαλά το χέρι στον ώμο του Μάγκα και με το ήρεμο χαμόγελο εκείνων που γνωρίζουν βαθύτερα, του είπε:

-Δεν σου έδωσα τίποτε που δεν είχες ήδη μέσα σου. Απλώς στάθηκα εκεί, την ώρα που έπρεπε, για να το θυμηθείς.

Εκείνη τη νύχτα, αντί για δώρα, αντί για χρέη και ισοζύγια, υπήρχε μόνο δικαιοσύνη ψυχής. Μια δικαιοσύνη που δεν μετριέται με χρήματα, αλλά με το ποιος τελικά γίνεται ο άνθρωπος που θα μπορούσε να είναι.

Και καθώς οι δυο άντρες σηκώθηκαν να φύγουν, ο αέρας μύρισε θάλασσα, αρμύρα και γιασεμί. Σαν να ευλογούσε κάποιος από πάνω τους το τέλος μιας ιστορίας και την αρχή μιας άλλης.

Γιατί τελικά, η σοφία δεν είναι να νικάς τον άλλον, αλλά να τον βοηθάς να νικήσει τον παλιό του εαυτό.

Και αυτό, ο Κυριάκος το είχε καταφέρει.