Ο ΠΡΑΤΗΣ / ΜΕΡΟΣ 8, ο θάνατος παραμονεύει

Πριν από τη σιωπή (Εισαγωγή στο κεφάλαιο)

Ο θάνατος δεν εμφανίζεται πάντοτε με κραυγές.
Δεν έρχεται πάντα με αίμα, με σειρήνες, με σπαρακτικά αντίο.

Τις περισσότερες φορές παραμονεύει σιωπηλός, σαν γνώριμος που κάθεται λίγο πιο πέρα και περιμένει τη σειρά του.

Ζει μέσα στις καθημερινές διαδρομές, στις συνήθειες, στις λέξεις που δεν ειπώθηκαν, στα βλέμματα που έμειναν μισά. Σ’ ένα τιμόνι που γλιστρά για μια στιγμή. Σε μια ανάσα που βαραίνει. Σε μια μάνα που στέκει σκυφτή πάνω από το χώμα. Σε μια κηδεία όπου οι ζωντανοί μιλούν περισσότερο για τον εαυτό τους παρά για τον νεκρό.

Ο θάνατος δεν είναι πάντα το τέλος.

Είναι συχνά η αρχή μιας άλλης κατάστασης: της απουσίας, της μνήμης, της ενοχής, της αδυναμίας να συνεχίσεις όπως πριν. Είναι το βάρος που μένει στους ώμους όσων δεν έφυγαν. Εκείνων που πρέπει να μάθουν να ζουν με ένα κενό που δεν γεμίζει.

Οι ιστορίες που ακολουθούν δεν επιχειρούν να εξηγήσουν τον θάνατο. Δεν φιλοδοξούν να τον ερμηνεύσουν, ούτε να τον εξωραΐσουν. Τον προσεγγίζουν όπως εμφανίζεται στη ζωή των ανθρώπων: απρόσκλητος, άδικος, κάποτε σχεδόν ειρωνικός. Άλλοτε ήρεμος σαν ύπνος, άλλοτε βίαιος σαν κραυγή που κόβεται απότομα.

Ο άνθρωπος, όσο κι αν το αρνείται, ζει γνωρίζοντας πως το τέλος υπάρχει. Κι όμως, συμπεριφέρεται σαν να αφορά πάντα τους άλλους. Μέχρι τη στιγμή που μια εικόνα χαράζεται ανεξίτηλα στη μνήμη. Ένα πρόσωπο ακίνητο που μοιάζει να κοιμάται. Ένας ήχος πνιγμένης ανάσας. Ένα όνομα χαραγμένο στο μάρμαρο. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, τίποτα δεν είναι ακριβώς το ίδιο.

Ο πόνος δεν έχει πάντα μορφή. Μερικές φορές δεν φωνάζει, δεν κλαίει, δεν εκδηλώνεται. Κατοικεί μέσα στον άνθρωπο σιωπηλός, επίμονος, σαν μόνιμος ένοικος. Άλλοτε γίνεται μνήμη που δεν σβήνει, άλλοτε αγάπη που δεν βρίσκει πια αποδέκτη, άλλοτε προσκόλληση που νικά τον χρόνο και τη λήθη.

Και υπάρχουν στιγμές που ο θάνατος, αντί να προκαλεί δέος, απογυμνώνει τη ματαιοδοξία των ζωντανών. Τότε που το πένθος γίνεται θέαμα, η απώλεια αφορμή, και η σιωπή του νεκρού καλύπτεται από λόγια κενά. Εκεί, η τραγικότητα ακουμπά το γελοίο, όχι για να μειώσει τον θάνατο, αλλά για να εκθέσει τον άνθρωπο.

Οι σελίδες που ακολουθούν κινούνται ανάμεσα σε αυτά τα όρια. Ανάμεσα στο τραγικό και το ειρωνικό, στο βαθύ πένθος και στη σιωπηλή αποδοχή. Δεν ζητούν από τον αναγνώστη να λυπηθεί. Του ζητούν μόνο να αναγνωρίσει. Να δει, ίσως, κάτι από τον εαυτό του σε πρόσωπα που πονούν, που χάνουν, που μένουν πίσω. Γιατί ο θάνατος δεν παραμονεύει μόνο στο τέλος της ζωής. Παραμονεύει σε κάθε στιγμή που νομίζουμε πως έχουμε χρόνο.

Και πριν από τη σιωπή, υπάρχει πάντα μια ιστορία.

Τόσο κοντά, τόσο μακριά

Ο Τάκης ήταν σαραντάρης. Ψηλός, όμορφος, λεβέντης. Είχε μια καλή καρδιά, πρόθυμος πάντα να βοηθήσει, και το χαμόγελό πάντα ζεστό. Η γυναίκα του, εξίσου όμορφη και ευγενική, ήταν η ψυχή του σπιτιού. Ζεστή, ήρεμη, καλοσυνάτη. Είχαν δύο παιδιά, σχεδόν ενήλικα πια, καλά και πρόσχαρα, που τα καμάρωναν και ήταν η χαρά τους.

Ο Τάκης φθαρτέμπορος στο επάγγελμα, εμπορευόταν τις μπανάνες. Ήταν μια σκληρή επιχείρηση οικογενειακή, που δουλεύοντας όλοι μαζί οικογενειακώς, τα πήγαιναν πολύ καλά. Μια δουλειά που απαιτούσε πολλή κόπο και ελάχιστη ξεκούραση, μα και επικίνδυνη.

Όλη μέρα κοπιαστική εργασία και τη νύχτα ξεκίναγε

με το φορτηγό, στους έρημους δρόμους, με τα μάτια βαριά από την κούραση της μέρας. Ο δρόμος σκοτεινός και μονότονος, τον νανούριζε επικίνδυνα, σχεδόν τον αποκοιίμηζε. Ένα δευτερόλεπτο αφηρημάδας, ένα αναβόσβημα βλέμματος, κι όλα θα μπορούσαν να τελειώσουν. Ήταν δουλειά που δεν συγχωρούσε την απροσεξία, κουβαλούσε μαζί της τον κίνδυνο ρυμμένο πίσω από κάθε στροφή.

Ο Τάκης ήταν φίλος με τον Κυριάκο. Κάθε πρωί, μετά το ξεφόρτωμα στο παζάρι, κάθονταν μαζί στο καφενεδάκι της αγοράς. Έπιναν τον καφέ τους και μιλούσαν για τη δουλειά, για τον κάματο, για την πολιτική, για τα παιδιά τους. Ήταν το μικρό τους διάλειμμα πριν ξαναρχίσει η μέρα.

Ένα πρωί, ο Κυριάκος ξεφόρτωσε, και βιαστικός, δεν έκατσε να πιει καφέ. Πήρε τον δρόμο για την Πάφο, μοίρασε τα κιβώτια του, κι έπειτα γύρισε σπίτι να ξεκουραστεί. Του άρεσε όταν ξάπλωνε, να ανοίγει το ραδιόφωνο. Να τον νανουρίζει η φωνή του εκφωνητή, τα νέα και οι μουσικές, ώσπου να τον πάρει ο ύπνος.

Ώρες αργότερα, το ξυπνητήρι άρχισε να χτυπά. Ανάμεσα στον ύπνο και στο ξύπνιο, άκουσε στις ειδήσεις το όνομα του φίλου του. Πάγωσε. Πετάχτηκε πάνω. Το μυαλό του πήγε αμέσως στο κακό. Ήξερε… ήξερε τι σημαίνει να οδηγείς κουρασμένος. Είχε και ο ίδιος πολλές φορές νιώσει τα βλέφαρά του να βαραίνουν, τη σκέψη να θολώνει, το τιμόνι να γίνεται βαρύ σαν πέτρα. Ήταν δουλειά που τσάκιζε. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που τους πήρε ο ύπνος στο τιμόνι και δεν ξύπνησαν ποτέ ξανά.

Αλαφιασμένος, έτρεξε στο τηλέφωνο και κάλεσε στο παζάρι. «Τι έγινε;» ρώτησε με κομμένη την ανάσα. Ήξερε πως τα κακά μαντάτα διαδίδονται γρήγορα. Και, δυστυχώς, δεν άργησε να τα μάθει.

Ο Τάκης, εκείνο το πρωινό, είχε φορτίο πιο βαρύ απ’ ό,τι συνήθως. Δούλεψε περισσότερο, κουράστηκε πιο πολύ. Και καθώς γύριζε προς το χωριό του, τα Κούκλια, η κούραση τον νίκησε. Ήταν λίγα λεπτά πριν τη στροφή για το σπίτι του, τόσο κοντά, και όμως τόσο μακριά. Για μια απειροελάχιστη στιγμή, τα βλέφαρά του βάρυναν. Μια στιγμή μοναχά… και έγινε το κακό.

Το φορτηγό ξέφυγε από την πορεία του. Γλίστρησε στην άκρη του δρόμου, πήρε κλίση, και ύστερα κατρακύλησε στο χαντάκι. Ο ήχος του μετάλλου που τσακίζεται, της λαμαρίνας που λυγίζει, σκέπασε την πρωϊνή υσηχία. Το όχημα ανετράπη, και το σώμα του Τάκη εκτινάχθηκε μπροστά, παγιδεύτηκε κάτω από το βάρος του φορτηγού. Δεν πρόλαβε να πει λέξη. Ο θάνατος τον βρήκε ακαριαία.

Στο χωριό, η είδηση έπεσε σαν κεραυνός. Όλοι αγαπούσαν τον Τάκη. Ηταν ο άνθρωπος που χαιρετούσε όλους, που βοηθούσε όλους.

Πέθανε νέος, και άφησε πίσω του μια γυναίκα απαρηγόρητη, δύο παιδιά που δεν πρόλαβε να χαρεί, και έναν κόσμο που τον θρηνούσε.

Έμεινε η σιωπή του δρόμου, εκεί που έσβησε το χαμόγελό του και ένα φορτηγό παρατημένο στην άκρη, μάρτυρας του πόσο κοντά βρίσκεται καμιά φορά η ζωή με τον θάνατο.

Ωιμέ

Ο Χαμπής ο Ίππος ήταν ξακουστός γαιοκτήμονας, άνθρωπος του μόχθου και του λόγου, που όριζε έναν κάμπο ολόκληρο στην Πάφο.

Δίπλα του, σταθεροί βοηθοί και στήριγμα, τα δυο του παιδιά, ο Γιαννάκης και ο Λούκας.

Όταν μεγάλωσαν, και ήρθε η ώρα να διαλέξουν τον δρόμο τους, δεν κοίταξαν προς τις σπουδές, ούτε προς τα γραφεία και τις πόλεις.

Διάλεξαν τη γη.

Ανέλαβαν το κτήμα του πατέρα τους και το έκαναν μικρό παράδεισο.

Πρωτοπόροι και μελετημένοι, φύτεψαν νέες, εξωτικές καλλιέργειες. Δούλεψαν σκληρά, μέρα νύχτα, και με τον καιρό η δουλειά τους γιγαντώθηκε.

Έγιναν γνωστοί σε όλη την Κύπρο, παράδειγμα επιτυχίας και προόδου.

Παντρεύτηκαν, έκαναν οικογένειες, και φάνηκε πως η ζωή τους είχε βρει τον δρόμο της, στρωμένο χαλί ευτυχίας και προκοπής.

Ο Χαμπής, ο πατέρας του Κυριάκου, είχε συνεργασία με τον πατέρα τους. Αγόραζε τα προϊόντα που παρήγαγε και τα μεταπωλούσε στο παζάρι της Λευκωσίας. Ήταν μια αμοιβαία, καλή συνεργασία, που είχε ως αποτέλεσμα να αναπτυχθεί μεταξύ τους σεβασμός και φιλία.
Αυτή η συνεργασία συνεχίστηκε με τα παιδιά τους. Ο Κυριάκος συνέχισε το δούναι και λαβείν με τον Γιαννάκη και τον Λούκα, με αποτέλεσμα η οικογενειακή φιλία να παραμείνει ζωντανή.

Έτσι, όταν συνέβη το μοιραίο, όπως ήταν φυσικό, ο Κυριάκος στεναχωρήθηκε βαθιά. Λυπήθηκε και μαράζωσε, αλλά, εκτός από λόγια παρηγοριάς, δεν είχε άλλο να προσφέρει.


Ο Γιαννάκης
με τη Ρέα απέκτησαν τον Αλέξανδρο.
Από μικρός ξεχώριζε. Δεν είχε τα μάτια στραμμένα στη γη, μα στον ουρανό.

Ενώ οι άλλοι μιλούσαν για δέντρα και σοδειές, εκείνος κοιτούσε τα αεροπλάνα που περνούσαν πάνω από τα χωράφια και έλεγε πως μια μέρα θα είναι και αυτός εκεί ψηλά.

Οι γονείς του προσπάθησαν να τον συγκρατήσουν, όχι από εγωισμό, μα από φόβο.

Μα ο Αλέξανδρος ήταν αποφασισμένος.

Ήθελε να πετάξει, να δει τον κόσμο από ψηλά, να νιώσει την ελευθερία που μόνο ο ουρανός μπορεί να δώσει.
Στα δεκαοχτώ του, γράφτηκε στη σχολή πτήσεων.
Και ένα πρωινό, μαζί με τον δάσκαλό του, ανέβηκαν για άσκηση ρουτίνας.

Ο ουρανός καθαρός, ο αέρας γαλήνιος.

Μα λίγη ώρα αργότερα, κάτι συνέβη. Το αεροπλάνο παρουσίασε βλάβη, και προτού προλάβουν να αντιδράσουν, έχασε ύψος και χτύπησε στο απέναντι ψηλό βουνό που δέσποζε στα σύνορα της Πάφου.

Ο ήχος της πρόσκρουσης ακούστηκε μακριά.

Και σαν έφτασε η είδηση, πάγωσαν όλοι.

Στο σπίτι του Γιαννάκη, η Ρέα ούρλιαξε πριν καν της το πουν. Το κατάλαβε.

Έτρεμε, φώναζε το όνομά του, κι ο Γιαννάκης, βουβός, στάθηκε στην πόρτα, χωρίς δύναμη ούτε να μιλήσει.
Η κηδεία έγινε με όλη την Πάφο παρούσα.

Άνθρωποι από κάθε γωνιά ήρθαν να σταθούν δίπλα στην οικογένεια που όλοι θαύμαζαν.

Ο πόνος ήταν απύθμενος.

Και εκεί, μπροστά στο φέρετρο, η Ρέα σωριάστηκε, σπαράζοντας με φωνή που ράγιζε τον αέρα:

-Ωιμέ, παιδί μου... είπα να σε δω να πετάς, όχι να μη σε ξαναδώ ποτέ!

Ο Γιαννάκης έμεινε όρθιος, μα σιωπηλός, με μάτια χαμένα. Δεν έκλαιγε, το πρόσωπό του είχε γίνει πέτρα.
Μετά την κηδεία, το σπίτι βυθίστηκε στη σιωπή.
Η Ρέα καθόταν κάθε μέρα στο παράθυρο, κοιτούσε προς το βουνό όπου χάθηκε το παιδί της, και ψιθύριζε:
-Πέτα, αγόρι μου... όπου κι αν είσαι, πέτα.

Ο Γιαννάκης έβγαινε στο χωράφι και κοιτούσε τον ουρανό.
Η γη που κάποτε του έδινε ζωή, τώρα του θύμιζε την απώλεια.
Μα δεν την εγκατέλειψε, τη φρόντιζε όπως πάντα, σιωπηλά, σαν να το έκανε για εκείνον.

Και κάθε φορά που άκουγαν αεροπλάνο να περνά, σταματούσαν κι οι δύο, σήκωναν το βλέμμα και έκαναν το σταυρό τους.

Κανείς δεν μιλούσε, μα και οι δύο ήξεραν.

Γιατί, μέσα τους, πίστευαν πως ο Αλέξανδρος δεν χάθηκε.
Απλώς πέταξε πιο ψηλά απ’ όσο μπορεί να φτάσει ο ανθρώπινος πόνος.
 

Κουμής, η φωνή της αγοράς

Ο Κουμής είχε τη δική του θέση στη χοντρική αγορά της Λευκωσίας, μια ιδιαίτερη φιγούρα που δεν περνούσε απαρατήρητη, παρότι ποτέ δεν προσπαθούσε να εντυπωσιάσει. Κοντά στα εξήντα, ούτε ψηλός ούτε κοντός, λίγο ευτραφής, ντυμένος πάντα απλά, ο Κυριάκος δεν τον είχε δει ποτέ με εξεζητημένο ντύσιμο. Η σοβαρότητα ήταν η μάσκα του, αλλά μέσα της έκρυβε μια ευγένεια που σε κέρδιζε χωρίς να το καταλάβεις.

Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που συμπάθησε ο Κυριάκος, από τότε που πρωτομπήκε στο παζάρι. Μαζί με τον πατέρα του είχαν συνεργασία, την οποία ο Κυριάκος συνέχισε, μαθαίνοντας από τον Κουμή όχι μόνο την τέχνη του εμπορίου αλλά και τον τρόπο να σέβεται και να συμπεριφέρεται σε κάθε είδος φθαρτού.

Ο Κουμής ζούσε για τη δουλειά του. Από το χάραμα μόλις ψώνιζε, έως το απόγευμα στην αγορά του Αγίου Αντωνίου όπου μετέφερε τα προϊόντα, φώναζε με τη στεντόρεια φωνή του, διαλαλούσε τα προϊόντα του και κατάφερνε να ξεπουλά πρώτος. Είχε αυτό το χάρισμα που σπάνια συναντά κανείς. Ήξερε να ψωνίζει τα καλύτερα, αλλά και να πουλά ακόμα και τα υποδεέστερα με τρόπο που οι πελάτες έφευγαν πάντοτε ικανοποιημένοι. Το μόνο «ελάττωμά» του, αν μπορεί να λεχθεί έτσι, ήταν η σοβαροφάνεια του. Ο Κυριάκος ποτέ δεν τον είδε να χαμογελάει. Παρ’ όλα αυτά, όλοι τον αγαπούσαν.

Κάθε πρωί, όταν ο Κυριάκος στάθμευε το φορτηγό στην άκρη του παζαριού, περίμενε τον Κουμή. Άκουγε την παραγγελία του και του έδινε τα προϊόντα με χαρά, καθώς πλήρωνε πάντα σε πρώτη τιμή, και τα υπόλοιπα τα διένειμε στους άλλους μεσητεμπόρους. Ο Κυριάκος ένιωθε δέος και σεβασμό για τον άνθρωπο αυτόν, τόσο ξεχωριστό, τόσο αφοσιωμένο. Ήταν ένας συνεργάτης που σου έδινε μόνο αγάπη και κέρδος, και τίποτα άλλο, δεν χρειαζόταν.

Ο Κουμής δεν άφηνε περιθώρια για αστεία ή φλυαρίες. Ήταν αυστηρός με τον εαυτό του και με τους άλλους, αλλά εκείνη η αυστηρότητα του έδινε κύρος. Ο Κυριάκος παρατηρούσε κάθε του κίνηση, κάθε χειρονομία, και έβγαζε το συμπέρασμα πως η μανναβική ήταν η ζωή του, το είναι και το πάθος του. Κάποια μέρα θα άφηνε την τελευταία του πνοή πάνω σε αυτά.

Και έτσι συνέβη. Όσο ο καιρός περνούσε, η συνεργασία τους γινόταν πιο άψογη, και κάθε πρωί ο Κυριάκος ένιωθε ασφάλεια βλέποντας τον Κουμή να εμφανίζεται, να δίνει τις παραγγελίες και να φορτώνει για την Αγίου Αντωνίου, προχωρώντας με την ίδια σταθερή σοβαρότητα.

Μια μέρα όμως, ο Κουμής δεν ήρθε. Ο Κυριάκος περίμενε, κοίταξε γύρω, άκουσε τις φωνές των άλλων μεσητεμπόρων, αλλά εκείνος δεν εμφανίστηκε. Κάποιος τον πληροφόρησε σιγά, με λύπη στη φωνή: ο Κουμής είχε πεθάνει.

Κι ξαφνικά, εκείνο στο πρωινό, η αγορά φάνηκε άδεια, σαν να είχε χαθεί η ίδια η καρδιά της. Ο Κυριάκος στάθηκε για λίγο μπροστά στο άδειο σημείο όπου συνήθιζε να στήνει τα προϊόντα του Κουμή. Θυμήθηκε τη σοβαρότητα, τη φωνή του, την αφοσίωση και το πάθος του για τη δουλειά.

Και τότε κατάλαβε ότι ο Κουμής δεν ήταν απλώς έμπορος, ήταν η καρδιά της αγοράς, μια φιγούρα που δίδασκε με τη στάση του, σε όλους την αξία της τιμιότητας, της συνέπειας και της αγάπης για τη δουλειά.

Η μανναβική είχε χάσει τον πιο πιστό της στρατιώτη. Αλλά η ανάμνησή του θα έμενε ζωντανή σε κάθε πελάτη που τον γνώρισε, σε κάθε φίλο που τον σεβόταν, και στον Κυριάκο που θα τον θυμόταν πάντα, με σεβασμό και νοσταλγία.

Οι δεκατρείς ελιές

Πριν τη δεκαετία του ’80, η Χλώρακα ήταν ακόμη αραιοκατοικημένη. Χωράφια απλωμένα ως τη θάλασσα, ξερολιθιές, ρέντες και δέντρα παντός είδους. Οι κάτοικοι λίγοι, δεμένοι με τη γη και τον κάματο της. Ο αέρας μύριζε χώμα και αλμύρα.

Δίπλα στο οικογενειακό σπίτι του Κυριάκου, πιο κάτω από τη βρύση του Πύρκου, υπήρχε ένα μικρό χωράφι με δεκατρείς ελιές, γερά δέντρα, καλοκλαδεμένα, με ρίζες που έπιαναν βαθιά στο χώμα. Ιδιοκτήτης τους ήταν ο Κίκκος, ένας χωραΐτης που κατέβαινε τα καλοκαίρια κάθε εβδομάδα, για να τα ποτίσει και να τα περιποιηθεί.

Ήταν άνθρωπος ήσυχος, ταπεινός, με βλέμμα ήρεμο και ήπιο. Δεν είχε κέρδος απ’ αυτές τις ελιές, ότι καρπό έβγαζαν τον πουλούσε στον Κυριάκο, ίσα να μη νιώθει πως τις άφηνε αχρηστεμένες. Το ταξίδι, η φροντίδα, το σκύψιμο πάνω στο χώμα, όλα ήταν για την ψυχή του, όχι για το κέρδος.

-Άλλη σαν τη γυναίκα μου δεν υπάρχει,

έλεγε συχνά στον Κυριάκο, καθώς έπιασαν φιλία και συχνά καθόντουσαν κάτω από τη σκιά της πιο γέρικης ελιάς και κουβέντιαζαν.

Μιλούσε γι’ αυτήν με καμάρι, με λατρεία, με πάθος.

-Όμορφη, τίμια, πιστή,

τρεις λέξεις που επαναλάμβανε με τη σιγουριά ανθρώπου που δεν αμφέβαλε για τίποτα.

-Και γιατί δεν έρχεται μαζί σου; τον ρώτησε κάποτε ο Κυριάκος.
-Δεν αγαπά τα μακρινά ταξίδια, είπε εκείνος.

-Η πόλη της φτάνει.

Η κουβέντα έμεινε εκεί, μα στο μυαλό του Κυριάκου φύτρωσε μια μικρή σκιά, σαν αγκάθι που δεν φαίνεται, μα τσιμπάει κάθε τόσο.

Τα χρόνια πέρασαν και ο Κίκκος συνέχισε τα πήγαινε-έλα του. Ώσπου, ένα πρωινό του Αυγούστου, τον βρήκαν ξαπλωμένο κάτω από τη μεγάλη ελιά. Δίπλα του, ένα άδειο μπουκαλάκι φυτοφαρμάκου. Είχε φύγει ήσυχα, όπως έζησε. Κανείς δεν ήξερε γιατί.

Στην κηδεία, λίγοι παρευρέθηκαν. Η γυναίκα του στεκόταν στο πλάι, με ένα μαύρο φόρεμα και πρόσωπο άσπρο σαν ασβέστη. Δάκρυ δεν κύλησε. Όταν ο Κυριάκος την πλησίασε, εκείνη του είπε μόνο:
-Ήταν καλός άνθρωπος. Καλός… κι ευκολόπιστος.

Τα λόγια της καρφώθηκαν μέσα του σαν μαχαίρι.

Τον επόμενο χρόνο, το χωράφι έμεινε παρατημένο.

Τα χόρτα σκέπασαν τα αυλάκια,και οι ελιές ακλάδευτες, απεριποίητες.

Ένα πρωινό, ο Κυριάκος πήγε να το καθαρίσει, για τον φίλο του, έτσι είπε στον εαυτό του. Καθώς έσκαβε στη ρίζα της μεγάλης ελιάς, βρήκε κάτι θαμμένο. Ένα μικρό σκουριασμένο τενεκεδάκι. Μέσα, προσεκτικά διπλωμένα, γράμματα.

Το πρώτο μιλούσε για έρωτα απαγορευμένο, παράνομο, μα δυνατό.

Το δεύτερο για φόβο και ενοχή.

Το τρίτο… για εξομολόγηση. «Του το είπα», έγραφε. «Δεν φώναξε, δεν θύμωσε. Μόνο με κοίταξε. Και μου είπε να φύγω. Αν κάνει κακό στον εαυτό του, δεν θα συγχωρήσω ποτέ τον εαυτό μου.»

Ο Κυριάκος έμεινε εκεί, στη ρίζα της ελιάς, να κρατά τα γράμματα με χέρια που έτρεμαν. Κατάλαβε. Ο Κίκκος, το πρωί που ήρθε για τελευταία φορά, ήξερε την αλήθεια. Ήρθε να αποχαιρετήσει τα δέντρα του, τους μοναδικούς φίλους που δεν τον πρόδωσαν.

Έσκισε τα γράμματα, τα ‘ριξε στο χώμα και τα ‘καψε.
-Να ησυχάσεις τώρα, φίλε μου, ψιθύρισε.

Από τότε, οι ελιές του Κίκκου αν και απότιστες και απεριποίητες, καρποφορούσαν περισσότερο απ’ όλες στη Χλώρακα.

Και ο Κυριάκος σκεφτόταν πως ο Θεός δεν τον εγκατέλειψε όπως έκανε η γυναίκα του.

Είχε περάσει κάμποσος καιρός από τον θάνατο του Κίκκου. Ένα πρωινό, λίγο πριν το μεσημέρι, ο Κυριάκος στεκόταν στον όχθο του χωραφιού του μακαρίτη και μετρούσε τις ελιές. Ήταν όλες εκεί, και οι δεκατρείς. Γεροδεμένες, καταπράσινες, θεριεμένες, παρ’ όλο που κανείς δεν τις πότιζε, δεν τις περιποιόταν πια.

«Από την αγάπη του ζουν…» σκέφτηκε. «Από εκείνη την αγάπη που τις άγγιζε πιο βαθιά κι από νερό.»

Κι ύστερα η σκέψη του πήγε αλλού.

-Αν είχε απ’ τη γυναίκα του έστω λίγη από την αγάπη που είχε αυτός για τις ελιές και για την ίδια, είπε μέσα του, τώρα θα ήταν ζωντανός. Ποια γυναίκα θα μπορούσε να προδώσει έναν τέτοιο άνθρωπο; Εκείνος την είχε καμάρι, δεν της χάλασε χατίρι ποτέ, την είχε σαν λάφυρο ιερό, σαν κομμάτι από τη ψυχή του. Αγάπη τόση που δεν μετριέται.

Ένιωσε μέσα του μια αποστροφή.

«Άνθρωπος αχάριστος», είπε χαμηλόφωνα. «Να μη σέβεται, να μη νιώθει… Να πληρώνει με προδοσία αυτόν που της έδωσε τα πάντα.»

Στεκόταν εκεί για ώρα πολλή, μέσα στη σιωπή, με μοναδικό ήχο τα φύλλα που σάλευαν ανεπαίσθητα σαν να άκουγαν τις σκέψεις του.

Τότε, από πέρα, φάνηκε ένα μικρό αυτοκίνητο. Στάθηκε κοντά του. Η πόρτα άνοιξε και κατέβηκε η γυναίκα του Κίκκου. Ψηλή, όμορφη, με μια παρουσία που δεν χρειαζόταν λόγια για να τη νιώσεις.

Του άπλωσε το χέρι.

-Γεια σου, Κυριάκο… Δεν γνωριστήκαμε επίσημα. Είμαι η Ελένη.

Το άγγιγμα της του προκάλεσε μια ανεξήγητη ανατριχίλα, όχι ερωτική μα παράξενη, ανθρώπου που κουβαλάει μέσα του φωτιά και πάγο μαζί.

-Τι σε φέρνει; ρώτησε ψυχρά.

Η Ελένη κατέβασε τα μάτια.

-Οι τύψεις, είπε χαμηλά. Με κυνηγούν. Δε μ’ αφήνουν να κοιμηθώ, ούτε να ανασάνω. Νόμιζα πως με τον καιρό θα ξεθώριαζαν… μα μεγαλώνουν. Κάθε μέρα, πιο βαριές.

Πήρε μια μικρή ανάσα, σαν να ετοιμαζόταν να πει ό,τι κρατούσε χρόνια κρυμμένο.

- Ήρθα να κάνω ό,τι μπορώ… Να φροντίσω τις ελιές του. Αυτές αγάπησε όσο κι εμένα. Ίσως, αν τις ξαναζωντανέψω, αν τις καλλιεργήσω, αν τις τιμήσω, να με δει από ψηλά και… να με συγχωρέσει.

Σήκωσε το βλέμμα της, υγρό αλλά χωρίς δάκρυ.
-Πρέπει να εξιλεωθώ. Ο πόνος από τις τύψεις είναι αβάστατος, με τρώει η ενοχή.

Ο Κυριάκος δεν απάντησε. Μόνο την κοίταξε με ένα βλέμμα που έκρυβε και κρίση και οίκτο. Η αλήθεια ήταν πως όσο κι αν την αντιπαθούσε, κάτι στο πρόσωπό της, μια σκιά, ένα βάρος, έδειχνε άνθρωπο που έκανε λάθος και πλήρωνε ακριβά..

Και τώρα στεκόταν μπροστά του. Με τύψεις που μασούσαν τα σωθικά της.

Με μια ψυχή που ζητούσε να πληρώσει το χρέος.

Την κοίταξε ξανά. Ίσως, σκέφτηκε, οι ελιές να ήταν η λύτρωση του Κίκκου, ίσως τώρα να γίνονταν και η δική της.

Ένιωσε κάτι να μαλακώνει μέσα του. Όχι για εκείνη, αλλά για τον φίλο του.

Και για τις δεκατρείς ελιές που στέκονταν εκεί, ζωντανές, σαν μνήμα και μνημείο μαζί. 

Η Ελένη προχώρησε ανάμεσα στις ελιές με αργά βήματα, σαν να πατούσε πάνω σε ιερό χώμα. Άγγιξε τον κορμό της πιο γέρικης, εκείνης όπου είχε βρεθεί ο Κίκκος. Τα δάχτυλά της χάιδεψαν τις ρωγμές του φλοιού, σαν να περίμενε απ’ αυτές να ξεπηδήσει μια απάντηση, μια συγχώρεση.

-Εδώ… εδώ καθόταν πάντα; ρώτησε σιγανά.

-Εδώ… σε τούτο το σημείο, συμπλήρωσε ο Κυριάκος χωρίς να το θέλει. Η φωνή του κιόλας μαλάκωσε, παρά τη θέλησή του.

Η Ελένη έσκυψε και με τα χέρια της άρχισε να ξεχορταριάζει το αυλάκι. Τα χέρια της, άσπρα και περιποιημένα, γέμισαν χώματα, τα όμορφα νύχια της γέμισαν χόρτα.

Ο Κυριάκος την παρακολούθησε λίγα δευτερόλεπτα.
Κάτι μέσα του έλεγε να την αφήσει να παιδευτεί, να πληρώσει.
Αλλά κάτι άλλο, μια παλιά ανθρώπινη συνήθεια, ίσως η ίδια καλοσύνη που είχε για το φίλο του, δεν τον άφηνε.

Πλησίασε.
-Δεν γίνεται έτσι, της είπε. Θα πληγωθείς. Άσε με.

Τα χέρια του μπήκαν στη δουλειά με την ευκολία της συνήθειας. Έσκαψε σωστά, καθάρισε το αυλάκι, έφτιαξε τη ροή του νερού. Εκείνη στεκόταν και τον έβλεπε σαν κάποιος που αναγνωρίζει πως είναι ξένος σε έναν κόσμο που νόμιζε ότι γνώριζε.

-Κυριάκο… είπε μετά από ώρα. Τα γράμματα τα βρήκες, έτσι δεν είναι;

Ο Κυριάκος πάγωσε. Το βλέμμα του σκλήρυνε.

-Ποια γράμματα;

-Εκείνα που είχα γράψει… εκείνα που έθαψε εκείνος. Το είχα καταλάβει.  Είχα καταλάβει πως τα πήρες.

Ο Κυριάκος ένιωσε μια παράξενη ζέστη στο στήθος του. Θυμός; ντροπή; λύπη; Ποιος να το ήξερε.
Έσφιξε τα χείλη του.

-Μην ψάχνεις για απαντήσεις, της είπε. Τελειώσανε αυτά.
- Όχι για μένα, απάντησε εκείνη, και η φωνή της έσπασε.

Για πρώτη φορά, ένα δάκρυ κύλησε. Ήταν ένα δάκρυ που έμοιαζε να έχει το βάρος όλου του περασμένου καιρού.

-Δεν ήθελα να γίνει έτσι. Δεν ήθελα να φτάσει σ’ αυτό. Ήμουν… ανόητη. Φοβισμένη. Και τον πλήγωσα.
Σήκωσε τα μάτια και κοίταξε τον Κυριάκο κατάματα.
-Θέλω να ξέρεις… δεν ήθελα τον θάνατό του. Ποτέ. Τον αγάπησα. Όχι όπως άξιζε, ούτε όπως με αγάπησε εκείνος. Αλλά τον αγάπησα.

Το είπε κι ήταν σαν να της έφυγε ένα κομμάτι από το βάρος.

Ο Κυριάκος πήρε μια βαθιά ανάσα.

Το βλέμμα του πέρασε πάνω από τις ελιές και έφτασε στη κορφή της γέρικης ελιάς.

-Αν θες να κάνεις κάτι για τον Κίκο, είπε τελικά, όχι με θυμό αλλά με φωνή βαθιά, νάρχεσαι εδώ. Όχι για να λες λόγια. Για να δουλεύεις. Για να ματώσεις τα χέρια σου όπως μάτωνε τα δικά του.

Την κοίταξε σταθερά.

-Η γη, άμα δεν τη σεβαστείς, δεν σε συγχωρά. Κι ούτε οι άνθρωποι.

Η Ελένη έγνεψε, αργά. Ήταν μια υπόσχεση. Ή μια τιμωρία. Ή και τα δύο.

Την πρώτη μέρα η Ελένη έφερε νερό στις δεκατρείς ελιές, όχι με λάστιχο, αλλά με δύο τενεκέδες, όπως έκανε κάποτε ο Κίκκος. Πηγαινοερχόταν ακούραστα, παρότι δεν ήταν συνηθισμένη στη δουλειά.

Ο Κυριάκος την έβλεπε από το σπίτι του. Δεν πήγε κοντά, ούτε μίλησε.

Μονάχα παρατηρούσε, και για πρώτη φορά, δεν την έβλεπε πια σαν ένοχη.

Την έβλεπε σαν άνθρωπο που γονάτισε και προσπαθούσε να σηκωθεί.

Οι μέρες περνούσαν. Η Ελένη ήταν εκεί τακτικά. Έμαθε να κλαδεύει, να ξεχορταριάζει, να ποτίζει σωστά.
Και τα δέντρα άρχισαν να αλλάζουν. Λες και ένιωθαν την προσπάθεια. Λες και καταλάβαιναν.

Μια μέρα, την πλησίασε ο Κυριάκος.

-Τα ανάστησες, της είπε.

-Όχι, απάντησε.

Κοίταξε προς τον ουρανό.

-Εκείνος τα κρατούσε πάντα.

Και καθώς ο ήλιος έπεφτε πίσω από τα χωράφια της Χλώρακας, οι δεκατρείς ελιές έστεκαν εκεί ζωντανές, καταπράσινες, σαν δέντρα που φύτρωσαν από αγάπη, πόνο και λύτρωση.

Και ίσως, για πρώτη φορά, ο Κυριάκος ένιωσε πως ο Κίκκος κάπου τους έβλεπε.

Κι ίσως… χαμογελούσε.

Οι μέρες περνούσαν και η παρουσία της Ελένης στις δεκατρείς ελιές δεν έμεινε απαρατήρητη. Στη Χλώρακα, τα νέα ταξιδεύουν γρήγορα, πιο γρήγορα κι από τον άνεμο.

Μια Κυριακή πρωί, καθώς η Ελένη κουβαλούσε νερό, εμφανίστηκαν στο χωράφι δύο γυναίκες από τη γειτονιά: η Μαρούλα της Κωσταντούς και η Νίκη του Μιχάλη. Γυναίκες που στις χαρές φώναζαν πρώτες και στις λύπες ψιθύριζαν πιο δυνατά απ’ ό,τι έπρεπε.

Στάθηκαν στην άκρη του χωραφιού, με τα χέρια σταυρωμένα.
Η Ελένη τις είδε, κατάλαβε, αλλά δεν είπε τίποτα. Συνέχισε.

-Ελένη! φώναξε η Μαρούλα.

Η Ελένη γύρισε αργά.

-Ήρθες πάλαι… βλέπω.

- Έχω δουλειά, τι θέλεις; απάντησε ήρεμα.

Η Νίκη έσμιξε τα φρύδια.

-Δουλειά; ή εξιλέωση;

Το είπε σαν μαχαίρι. Η Ελένη ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.

-Δεν έχω να δώσω λόγο σε κανέναν, είπε χαμηλόφωνα.
-Σε κανέναν… εκτός στο Θεό και στον Κίκο, είπε η Μαρούλα, και γέλασαν πικρά.

Η Ελένη έσφιξε τα χείλη. Το νερό στον τενεκέ ταραζόταν όσο έτρεμε το χέρι της.

-Έλα τώρα, είπε η Νίκη. Όλο το χωριό ξέρει. Αργήσαμε να το πούμε, μα θέλει να λέγονται τα πράματα.
Πλησίασε ένα βήμα, καρφώνοντάς την με το βλέμμα.
-Αν δεν ήσουν εσύ… θα ήταν ζωντανός. Ένας καλός άνθρωπος, ένας καλός γείτονας..

Η Ελένη έκανε ένα βήμα πίσω χωρίς να το νιώσει. Τα λόγια χτύπησαν σαν πέτρα στο στήθος της.
Τη μία στιγμή ήθελε να φωνάξει, να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Την άλλη, ένιωθε ότι άξιζε κάθε λέξη.

Τότε ακούστηκε μια βαριά φωνή:

-Φτάνει.

Ο Κυριάκος είχε πλησιάσει από τον δρόμο. Στάθηκε μπροστά στις γυναίκες. Δεν φώναξε· απλώς μίλησε με εκείνη τη βεβαιότητα που δεν θέλει ύψωμα.

-Τα ξέρετε όλα, ε;

Οι δύο γυναίκες σώπασαν.

-Σας πήρε ο πόνος τώρα; Τέσσερα χρόνια όπου χρειαζόταν μια καλή κουβέντα, καμιά δεν είπε. Μα τώρα θυμηθήκατε την ηθική;

Η Νίκη θύμωσε.

-Κυριάκο, μην ανακατεύεσαι. Εμείς μιλούμε για τη δικαιοσύνη.
-Ποια δικαιοσύνη;

Και σηκώνοντας χέρι έδειξε τις ελιές.

- Η δικαιοσύνη είναι εδώ, οι ελιές. Κι όποιος θέλει να μιλήσει για τον Κίκο, να το κάνει με δουλειά, όχι με κουτσομπολιά.

Η Μαρούλα αναστέναξε ειρωνικά.

- Εσύ την υπερασπίζεσαι τώρα;

Ο Κυριάκος στράφηκε προς την Ελένη. Τη μέτρησε για μια στιγμή με ένα βλέμμα που δεν είχε πια καμιά έχθρα.

- Όχι αυτήν, είπε. Τον Κίκο υπερασπίζομαι.

Οι γυναίκες έριξαν ένα βλέμμα από πάνω μέχρι κάτω στην Ελένη, σούφρωσαν τα χείλη και έφυγαν με βιαστικά βήματα.

Η Ελένη είχε μείνει ακίνητη. Το πρόσωπό της ήταν ωχρό, σαν εκείνη την ημέρα της κηδείας.

-Κυριάκο… ψέλλισε.

-Μην πεις τίποτα.

Κάθισε στον όχθο και έδειξε με το χέρι του να καθίσει κι εκείνη. Κάθισε.

Ο άνεμος φυσούσε ανάμεσα στα φύλλα, κι έμοιαζε να μιλά.

-Άκου, της είπε. Στο χωριό πάντα θα λένε. Να σε δοκιμάσουν θέλουν, όχι να σε κρίνουν.

Την κοίταξε για πρώτη φορά χωρίς σκιά.

-Αν φορτωθείς ό,τι σου ρίχνουν, θα γονατίσεις. Μα αν το περάσεις… τότε θα λυτρωθείς.

Η Ελένη έγειρε το κεφάλι της στα χέρια. Έκλαψε, όχι σαν γυναίκα που υποφέρει, αλλά σαν άνθρωπος που παραδίδεται στην αλήθεια.

-Θέλω…, είπε μέσα από τα δάκρυα…, να ζήσω όπως θα ήθελε εκείνος.

Ο Κυριάκος σηκώθηκε.

-Τότε σήκω. Έχεις δουλειά.

Τις επόμενες μέρες, η Ελένη δούλευε με τη διπλή ένταση της θέλησης και της πληγής. Και ο κόσμος; Ο κόσμος αρχικά κοίταζε περίεργα, ψιθύριζε, σχολίαζε.

Μα με τον καιρό, όταν είδαν τα χέρια της σκασμένα, τα ρούχα της λερωμένα  τη γη, τον ιδρώτα της, την επιμονή της, κάτι άρχισε να αλλάζει.

Μια μέρα, η ίδια Νίκη ήρθε διστακτικά στο χωράφι.
-Ελένη… χρειάζεσαι βοήθεια με το κλάδεμα;
Η φωνή της είχε χάσει τον δηλητηριώδη τόνο. Ήταν ανθρώπινη.

Η Ελένη γύρισε, με εκείνη τη γαλήνια σοβαρότητα που είχαν πια τα μάτια της.

-Ναι, είπε. Χρειάζομαι.

Και για πρώτη φορά στη Χλώρακα, μετά από χρόνια, η Ελένη χαμογέλασε λίγο.

Ένα σούρουπο, καθώς ο ήλιος έπεφτε και τα φύλλα των ελιών έπαιρναν χρυσαφί χρώμα, η Ελένη στάθηκε μπροστά στη γέρικη ελιά.

Έβαλε το χέρι της στον κορμό.

-Κίκκο… είπε σιγανά, ήρθα. Άργησα, αλλά ήρθα.

Τότε, μια δυνατή ριπή ανέμου σάλεψε τα φύλλα. Δεν ήταν παρά άνεμος. Κι όμως, η Ελένη ένιωσε μέσα της κάτι να ξεκαθαρίζει.

Μια παλιά θολούρα να διαλύεται. Ένα βάρος να φεύγει. Δεν ήταν θαύμα. Ήταν συγχώρεση. Η δική της για τον εαυτό της.

Ο Κυριάκος την είδε από μακριά. Και χωρίς να το καταλάβει, χαμογέλασε κι αυτός.

Οι δεκατρείς ελιές είχαν σωθεί. Αλλά μαζί τους, είχε σωθεί και μια ψυχή.

Ανεξίτηλα στη μνήμη

Ο Κυριάκος κρατούσε σφιχτά το τιμόνι του φορτηγού. Το βαρύ φορτίο διπλάσιο απ’ όσο έπρεπε, έκανε το κάθε μέτρο του δρόμου να μοιάζει με δοκιμασία. Το φορτηγό αγκομαχούσε στις ανηφοριές της Κακορατσιάς, μα ήξερε τον δρόμο σαν την παλάμη του. Κάθε στροφή, κάθε λακκούβα, κάθε σημείο που ήθελε προσοχή, του ήταν οικείο σαν παλιός φίλος.

Μετά τα ανήφορα, ο δρόμος άνοιγε ίσιος και μακρύς, λες κι ήθελε να τον ξεγελάσει, να του δώσει την ψευδαίσθηση της ασφάλειας. Στο βάθος, όμως, περίμενε επικίνδυνη στροφή, που δεν συγχωρούσε λάθη. Ο Κυριάκος την είχε πάντα στο νου του. Τόσες φορές την είχε πάρει, και όμως κάθε φορά τον έκανε να κόβει ταχύτητα από σεβασμό, σχεδόν με δέος.

Όταν έστριψε, είδε από μακριά αυτοκίνητα σταματημένα και κόσμο μαζεμένο στην άκρη.

Ένα μικρό αυτοκίνητο βρισκόταν σε μια αλλέα, λες και είχε παρκάρει βιαστικά. Ένας νεαρός μέσα, ακίνητος, με το κεφάλι λίγο γερμένο στο πλάι. Φάνταζε σαν να κοιμόταν.

Στην αρχή ο Κυριάκος σκέφτηκε πως ίσως ήταν κάποιος που σταμάτησε για ξεκούραση, μα οι φιγούρες των ανθρώπων που στέκονταν γύρω σιωπηλοί, κάτι άλλο μαρτυρούσαν. Πάρκαρε στην άκρη, έσβησε τη μηχανή και ένιωσε το βάρος της σιωπής στην ατμόσφαιρα.

Πλησίασε με διστακτικά βήματα. Το αυτοκίνητο δεν είχε ίχνος χτυπήματος, ούτε γρατζουνιά. Και όμως, μέσα του βασίλευε μια παγωμένη ανησυχία. Ο νεαρός, καλοντυμένος με κοστούμι και γραβάτα, έμοιαζε με άνθρωπο που τον πήρε ο ύπνος ύστερα από μια κουραστική μέρα στο γραφείο. Το πρόσωπό του γαλήνιο, τα βλέφαρα κλειστά απαλά, τα χείλη μισάνοιχτα σαν νάθελε να ψιθυρίσει κάτι πριν αποκοιμηθεί.

Μια ελαφριά ηλιαχρτίδα έπεφτε στο μάγουλό του, χαρίζοντάς του μια όψη σχεδόν αγγελική.

«Μακάρι να μην έπαθε τίποτα…» ψιθύρισε ο Κυριάκος, μα η καρδιά του σφίχτηκε. Κάτι μέσα του ήξερε ήδη την αλήθεια. Πλησίασε λίγο ακόμη, ώσπου είδε καθαρά το πρόσωπο. Ήταν γαλήνιο, μα άψυχο.

Η ωχρότητα στο πρόσωπο τουφάνταζε νεκρική και στα χείλη του στην άκρη, μια μικρή σταγόνα αίμα, σχεδόν αδιόρατη, έμοιαζε με σφραγίδα θανάτου.

Ρώτησε έναν από τους παρευρισκομένους:

-Τι συνέβη;

-Έκοψε τη στροφή απότομα… είπε κάποιος χαμηλόφωνα.Το αυτοκίνητο πετάχτηκε στην αλλέα. Δεν φορούσε ζώνη. Το στήθος του χτύπησε στο τιμόνι. Πέθανε ακαριαία. Δεν πρόλαβε να φοβηθεί.

Ο Κυριάκος ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Κοίταξε ξανά το πρόσωπο του νεαρού. Ήταν σαν μια αινιγματική μορφή, ήρεμη, σχεδόν όμορφη μέσα στην τραγικότητά της, σαν την “Ωραία Κοιμωμένη” του Χαλεπά. Ένα πρόσωπο που κρατούσε ακόμη πάνω του το φως της ζωής, μα το πνεύμα είχε ήδη φύγει μακριά.

Από εκείνη τη μέρα, κάθε φορά που περνούσε από τη στροφή, έκοβε ταχύτητα και ένιωθε τη σιωπηλή παρουσία του θανάτου δίπλα του. Τη νεκρή μορφή του νεαρού που έμοιαζε ζωντανή στη μνήμη του, πάντα εκεί, στο ίδιο σημείο, με το ίδιο ήρεμο χαμόγελο. Μια μορφή που δεν την έσβησε ο χρόνος· μια εικόνα ανεξίτηλη στη μνήμη.

 

Οι τελευταίες ανάσες

Η ζωή κυλούσε ήρεμα για τον Κυριάκο. Είχε αποσυρθεί από τις ενασχολήσεις του με το εμπόριο και, χάρη στα ικανοποιητικά εισοδήματα από τις επενδύσεις του, είχε αφοσιωθεί στα γράμματα που αγαπούσε. Αρθρογραφούσε σε εφημερίδες, μα κυρίως έγραφε διηγήματα, το είδος που τον γοήτευε περισσότερο. Αντλούσε έμπνευση από μακρές κουβέντες με κάθε λογής ανθρώπους που συναντούσε στα καφενεία και στο παζάρι. Τους άκουγε, μάζευε ιστορίες, έπλαθε χαρακτήρες. Τα διηγήματά του είχαν αναγνώστες και αποδοχή, και ήταν ικανοποιημένος.

Η σύζυγός του, δραστήρια και δυναμική γυναίκα, δεν περιορίστηκε ποτέ στον ρόλο της απλής νοικοκυράς. Μορφωμένη και κοσμική, με ευγένεια και ευχάριστη προσωπικότητα, είχε καταφέρει να είναι αγαπητή σε όλους.

Με το πέρασμα των χρόνων, η ζωή τους μπήκε σε μια γλυκιά ρουτίνα. Κάθε μέρα έμοιαζε με την προηγούμενη, αλλά ήταν γεμάτη από μικρές, γνώριμες χαρές.

Ωστόσο, η ζωή είναι αμείλικτη. Όσες χαρές και αν χαρίσει, όταν έρθει η ώρα του θανάτου δεν χαρίζεται σε κανέναν.

Ο εφιάλτης ξεκίνησε ύστερα από μια επίσκεψη ρουτίνας της συζύγου του σε γιατρό. Η διάγνωση ήταν αμείλικτη: η «κακή» ασθένεια. Ακολούθησε χειρουργείο και χημειοθεραπείες. Για έναν μήνα –που φάνηκε αιώνας– η οικογένεια ζούσε μέσα στην αγωνία, ελπίζοντας σε ένα θαύμα. Παρακαλούσαν τον Χριστό και την Παναγία να τη βοηθήσουν, έκαναν τάματα, αγρύπνιες, δεήσεις σε όλους τους Αγίους. Ήταν νέα, όμορφη, και είχε ένα μικρό αβάπτιστο εγγονάκι που αγαπούσε πολύ. Μα όσο η αρρώστια προχωρούσε, οι ελπίδες τους έσβηναν, ώσπου απέμεινε μόνο η προσμονή του θαύματος. Το θαύμα, όμως, δεν ήρθε. Ύστερα από εβδομάδες στο κρεβάτι του πόνου, η γυναίκα έσβησε.

Ο θάνατος φέρνει σε κάθε άνθρωπο διαφορετικό μείγμα συναισθημάτων. Ο πόνος γίνεται αφόρητος όταν πρόκειται για αγαπημένο πρόσωπο που σβήνει μέσα σε μαρτύρια. Όποιος ζήσει από κοντά την αγωνία του επιθανάτιου ρόγχου, κουβαλά για πάντα στη μνήμη του αυτή τη σκληρή εμπειρία.

Ο Κυριάκος, μάρτυρας του τέλους της, έγραψε αργότερα με πικρή αντικειμενικότητα:

«Όταν ο οργανισμός εξασθενεί και δεν μπορεί πια να ανταποκριθεί, ο εγκέφαλος και το σώμα παύουν να συνεργάζονται. Ο ετοιμοθάνατος χάνει την ικανότητα να καταπίνει και το σάλιο συσσωρεύεται, φράζοντας την αναπνοή. Ο ήχος που ακούγεται τότε –το γουργούρισμα των πνευμόνων που παλεύουν να πάρουν αέρα– είναι ο επιθανάτιος ρόγχος. Είναι μια πνιχτή, βασανιστική προσπάθεια για ανάσα.

Από τη στιγμή που ξεκινά μπορεί να περάσουν πολλές ώρες, ακόμη και ένα ολόκληρο μερόνυχτο, ώσπου να έρθει το τέλος. Οι γιατροί γνωρίζουν τότε πως πλησιάζει το μοιραίο και ειδοποιούν τους συγγενείς. Λίγο πριν τον θάνατο, η γλώσσα βαραίνει, δεν υπακούει πια, και το σάλιο βρίσκει τον δρόμο προς τους πνεύμονες. Ο ασθενής παλεύει μάταια να αναπνεύσει μέσα από αυτό το υγρό πνίξιμο.

Στην τελευταία, ασυνείδητη προσπάθεια να κρατηθεί στη ζωή, συχνά φαίνεται να επανέρχεται για λίγο, να μάχεται απεγνωσμένα για μια ακόμα ανάσα. Όσοι βρίσκονται εκεί γίνονται μάρτυρες αυτής της φριχτής αγωνίας. Είναι εικόνες που χαράζονται ανεξίτηλα στη μνήμη και τους στοιχειώνουν εφ’ όρου ζωής».

Και όταν όλα πια σώπασαν, ο Κυριάκος ένιωσε το σπίτι να αδειάζει από την παρουσία της. Ο αέρας, που λίγο πριν ήταν γεμάτος από το βάρος της τελευταίας της ανάσας, τώρα έμοιαζε απέραντα άδειος. Έψαχνε μέσα στη σιωπή να βρει έναν ψίθυρο, ένα χαμόγελο, μια κίνηση της που δεν θα ξαναγινόταν.

Κατάλαβε τότε πως ο θάνατος δεν είναι μόνο το τέλος του σώματος, αλλά και η αρχή μιας απουσίας που βαραίνει για πάντα. Οι τελευταίες της ανάσες δεν έσβησαν, έμειναν μέσα του, σαν μνήμη που θα τον συνοδεύει ώσπου να ανταμώσουν ξανά. 

Μια μεγάλη αγάπη

Την Μαρινέλα την έβαλαν εσπευσμένα στο χειρουργείο. Οι γιατροί έτρεχαν, ψιθύριζαν, έδιναν εντολές με φωνές συγκρατημένες, σαν να φοβούνταν πως ακόμη και ο αέρας θα άκουγε πόσο δύσκολη ήταν η κατάσταση. Η επέμβαση κράτησε ώρες ατελείωτες· ώρες που έμοιαζαν αιώνες.

Έξω από την πόρτα του χειρουργείου, ο Κυριάκος και η κόρη του, η Αγγελική, περίμεναν βουβοί, πνιγμένοι από έναν φόβο που μεγάλωνε λεπτό το λεπτό. Όσο περνούσε η ώρα και κανείς δεν έβγαινε, η ελπίδα τους γινόταν σκιά, μια σκιά ψυχρή που απλωνόταν μέσα τους.

Όταν η γιατρός εμφανίστηκε τελικά, το πρόσωπό της ήταν άδειο από έκφραση. Μα τα μάτια της πρόδιδαν την αλήθεια πριν καν μιλήσει. Τα λόγια της έπεσαν σαν πέτρες.

Η Αγγελική δεν πρόλαβε να φωνάξει, ούτε να κλάψει. Σαν να πάγωσε το αίμα στις φλέβες της. Έμεινε όρθια, άκαμπτη, νεκρή μέσα σε ζωντανό σώμα. Μόλις πριν λ’ιγο καιρό είχε γεννήσει τον μικρό Ορφέα, και έπρεπε να τον θηλάσει, μα το σοκ την καθήλωσε. Κανείς δεν μπορούσε να τη συνεφέρει. Ούτε οι δικοί της άνθρωποι, ούτε οι γιατροί, και ο χρόνος περνούσε αμείλικτος.

Τα μετεγχειρητικά βασανιστήρια, οι χημειοθεραπείες, οι νύχτες με τον πόνο και την αγωνία, έγιναν ο χειρότερος εφιάλτης όσων την αγαπούσαν. Να βλέπεις τον άνθρωπό σου να σβήνει σιγά σιγά, ενώ γνωρίζεις πως δεν υπάρχει επιστροφή, είναι κάτι περισσότερο από πόνος, είναι ένα αργό, βασανιστικό αντίο.

Η Μαρινέλλα ήταν μόλις 53 χρονών. Γλυκιά, όμορφη, νοικοκυρά, με καλοσύνη σπάνια και καρδιά που χωρούσε τους πάντες. Κι όμως, η μοίρα δεν έκανε καμία εξαίρεση.

Για τον Κυριάκο, ο πόνος ήταν διπλός. Από τη μία, έβλεπε τη γυναίκα του να χάνεται, και από την άλλη, έπρεπε να παλέψει με την κατάρρευση της κόρης του. Η Αγγελική δεν μπορούσε να αποδεχτεί τίποτα. Ο νους της αντιστεκόταν στην πραγματικότητα. Η αγάπη και η προσκόλληση στη μητέρα της ήταν τόσο βαθιά ριζωμένα, που η απώλεια έσπασε μέσα της όλα τα στηρίγματα.

Έπαψε να τρώει, να μιλά, να φροντίζει τον εαυτό της, τα παιδιά της, τον άντρα της. Έλιωνε μέρα με τη μέρα, σαν να έφευγε μαζί με τη μητέρα της.

Η Μαρινέλλα έσβησε μια μέρα βράδυ ήσυχα, σαν κερί που τελείωσε το φως του. «Αναπάυθηκε», είπαν πολλοί για παρηγοριά. «Πήγε εκεί που δεν υπάρχει πόνος». Μα για την Αγγελική, ο πόνος που γεννήθηκε από την αρχή και εγκαταστάθηκε μόνιμα μέσα της, δεν έφευγε με τίποτα.

Τα χρόνια πέρασαν. Δώδεκα ολόκληρα.

Και όμως, τίποτα δεν άλλαξε. Συνέχιζε ο πόνος να την σπαράζει και να την κατατρώει.

Κάθε μέρα, χωρίς καμία απουσία, η Αγγελική πηγαίνει στο κοιμητήριο. Ποτίζει τα λουλούδια, καθαρίζει την πλάκα, φροντίζει το καντήλι να μένει πάντα αναμμένο όπως πρέπει, και στέκεται για λίγο εκεί, μπροστά στην αιωνιότητα, ψιθυρίζοντας λόγια που μόνο οι ψυχές ακούν.

Γιατί, για κάποιες αγάπες, ούτε ο χρόνος, ούτε ο θάνατος, ούτε η λήθη έχουν δύναμη.

Μερικές αγάπες… είναι παντοτινές.

 

Μια μέρα του ημερολογίου

Ήταν Σάββατο όταν ο Κυριάκος ξύπνησε αργά το πρωί. Το προηγούμενο βράδυ ο ύπνος είχε αργήσει να τον πάρει καθώς σκέψεις επίμονες τον κρατούσαν ξάγρυπνο. Παρ’ όλα αυτά, σηκώθηκε ξεκούραστος, χωρίς το βάρος της νωθρότητας. Έφτιαξε τον καφέ του και κάθισε μπροστά στον υπολογιστή. Περιηγήθηκε στο «φατσοβιβλίο» βλέποντας ποιοι τον είχαν επισκεφθεί και έπειτα διάβασε τις ειδήσεις. Πολέμοι, κλέφτες πολιτικοί, τραπεζίτες, δυστυχήματα, τίποτα χαρμόσυνο, μονάχα ειδήσεις ικανές να χαλάσουν κάθε διάθεση.

Έκλεισε τον υπολογιστή, πήρε το μηχανάκι και κατευθύνθηκε προς την παραλία. Η θάλασσα ήταν πάντα το καταφύγιό του. Του άρεσε να στέκεται και να αγναντεύει τα πλοία που διέσχιζαν τα πελάγη, η απεραντοσύνη της τον ηρεμούσε και του θύμιζε πόσο μικρά και ασήμαντα ήταν τα ανθρώπινα βάσανα μπροστά στο μεγαλείο και τα μυστικά που κρύβουν τα βάθη της.

Χωρίς ιδιαίτερη σκέψη, οδήγησε ως την Αλική, στον τεχνητό όρμο του ξενοδοχείου «Λάουρα». Εκεί, παλαιότερα, τα καλοκαίρια πήγαιναν με τη γυναίκα του για μπάνιο. Η ακτή ήταν ήρεμη και κρυστάλλινη, περίκλειστη μέσα σε βράχια, με ξανθή άμμο που άστραφτε κάτω από τον ήλιο.

Στάθηκε σε έναν βράχο που τον έβρεχε το κύμα από τρεις πλευρές. Το βλέμμα του δεν χάθηκε στον ορίζοντα, αλλά έπεσε χαμηλά, εκεί όπου το νερό αγκάλιαζε την πέτρα. Στο ίδιο σημείο, πριν χρόνια, η γυναίκα του είχε χάσει ένα χρυσόδετο μαργαριτάρι που κρεμόταν στον λαιμό της, δώρο δικό του από τα χρόνια που ταξίδευε στα καράβια.

Το είχε αγοράσει στο λιμάνι της Σεούλ, από έναν νεαρό που δεν πούλαγε τίποτα άλλο παρά τρία άγρια μαργαριτάρια τυλιγμένα σ’ ένα ύφασμα. Με σκληρό παζάρι τα είχε αποκτήσει και τα φύλαξε καλά στην καμπίνα, μέχρι να ξεμπαρκάρει. Τότε γνώρισε τη Μαρινέλλα, την όμορφη κοπέλα που αργότερα έγινε γυναίκα του. Ως δώρο γνωριμίας, της χάρισε το ένα μαργαριτάρι, χρυσόδετο και κρεμασμένο σε λεπτή αλυσίδα. Εκείνη δεν το αποχωρίστηκε ποτέ, ώσπου μια μέρα, σε εκείνον τον βράχο, η καδένα κόπηκε και το στολίδι χάθηκε στα νερά.

Το έψαξαν μάταια, μαζί και άλλοι λουόμενοι, μα το μαργαριτάρι έμεινε θαμμένο στην άμμο. Η λύπη τους δεν ήταν για την υλική του αξία, αλλά για την ιστορία αγάπης που κουβαλούσε.

Με τις αναμνήσεις να βαραίνουν, στάθηκε συλλογισμένος, θυμούμενος τις παλιές, καλές μέρες. Η γυναίκα του είχε φύγει πρόωρα, μόλις στα πενήντα τρία της, νικημένη από την αδηφάγο ασθένεια της εποχής.

Καβάλησε ξανά το μηχανάκι, κι ο δρόμος τον οδήγησε στο νεκροταφείο. Ένιωσε την ανάγκη να της μιλήσει, να της πει να μην στενοχωριέται για το χαμένο μαργαριτάρι, να της ανάψει ένα κερί, να τη θυμιατίσει, να κάνει δέηση για την ανάπαυση της ψυχής της.

Ο άνθρωπος που γύρισε από τον θάνατο

Οι κακουχίες της ζωής και η μεγάλη φτώχεια της παλιάς εποχής θέριζαν τον τόπο. Χρόνια δίχως γιατρό, δίχως φάρμακο, δίχως ψωμί αρκετό. Τα κορμιά λύγιζαν νωρίς και οι ψυχές, φορτωμένες βάσανα, έφευγαν πριν καλά-καλά προλάβουν να γεράσουν. Έτσι εξηγούνταν που τα περισσότερα ονόματα, χαραγμένα στο μάρμαρο του παλιού νεκροταφείου, έσβηναν πριν τα εξήντα, και μόνο λίγοι είχαν τραβήξει λίγο πιο πέρα, σαν ξεχασμένοι από τον Χάρο.

Ο Κυριάκος περπατούσε στο στενό μονοπάτι ανάμεσα στους τάφους, πηγαίνοντας να ανάψει ένα κερί στους δικούς του αποθαμένους. Τα βήματά του ακούγονταν βαριά πάνω στο χώμα. Κάπου εκεί, σε έναν τάφο, κοντοστάθηκε.

Πάνω στον σταυρό έγραφε: ΝΕΑΡΧΟΣ, ετών 105.

Η φωτογραφία ήταν κιτρινισμένη, τα μάτια σχεδόν σβησμένα απ’ τον χρόνο. Κι όμως, το πρόσωπο του Νέαρχου τον χτύπησε σαν ανάμνηση που περίμενε χρόνια να ξυπνήσει. Θυμήθηκε τον εαυτό του παιδί, να κρατά τη λαμπάδα στη κηδεία του. Η φλόγα έτρεμε στα χέρια του, κι οι μεγάλοι γύρω ψιθύριζαν λόγια που τότε δεν καταλάβαινε.

Ο Κυριάκος ένιωσε ένα ρίγος. Χαμογέλασε πικρά. Ήξερε την αλήθεια, όπως τη γνώριζε όλο το χωριό, μα κανείς δεν την έλεγε πια δυνατά.

Και καθώς προχώρησε προς τους τάφους των γονιών του και της γυναίκας του, οι κουβέντες για τον Νέαρχο γύρισαν στο νου του, όπως τις έλεγαν οι παλιοί τα βράδια στα καφενεία, χαμηλόφωνα, μη τυχόν και τους ακούσει.

«Νεκρός δεν ήταν…» έλεγαν.

«Νεκροφάνεια ήτανε. Τον πήρε ο ύπνος του Θεού.»

Τον Νέαρχο τον βρήκαν παγωμένο, άλαλο, δίχως ανάσα φανερή. Κανείς γιατρός να τον εξετάσει, μονάχα η γνώση των γερόντων και ο φόβος μη μείνει το σώμα άταφο. Τον έκλαψαν, τον ξενύχτησαν, και την άλλη μέρα τον φόρτωσαν πάνω στο κάρρο να τον πάνε για θάψιμο.

Το κάρρο ήταν δικό του. Ένα παλιό, ξύλινο κάρρο. Ο Νέαρχος έκανε τον αγωγιάτη και μόλις το είχε αγοράσει με χίλιες δυο στερήσεις. Το φόρτωνε οτιδήποτε, αμμοχάλικα, πέτρες, πραμάτεις, ακόμα κουβαλούσε και τους αποθαμένους.

Το έζευε σ’ ένα γέρικο γαϊδούρι και από τα χαράματα στεκόταν στην πλατεία, μήπως βρεθεί κανένα αγώγι.

Ήταν νιόπαντρος με την Κατερίνα. Μα πριν καλά-καλά τη χαρεί, τον βρήκαν παγωμένο, γερμένο πάνω στο κάρρο.

Το κάρρο, φορτωμένο τώρα με το φέρετρο, σκαμπανέβαζε με τριγμούς πάνω στο παλιό χαλικόστρωτο δρόμο για το κοιμητήρι. Κι οι συγγενείς από πίσω, ακολουθούσαν σιωπηλοί.

Σε μια στιγμή, ο τροχός πάτησε πάνω σε μια εξογκωμένη πέτρα. Ένα «κραχ» ακούστηκε. Ο τροχός έσπασε, η άμαξα έγειρε, και το φέρετρο κύλησε στον δρόμο, κατρακύλησε στο χαντάκι.

Οι συγγενείς, αναστατωμένοι, πήραν την κατηφόρα να το μαζέψουν. Και, ω του θαύματος, τι να δουν.

Το καπάκι είχε φύγει… Και μέσα στο φέρετρο ο Νέαρχος καθόταν και τους κοίταζε απορημένος… Ήταν ζωντανός.

Από τότε ο Νέαρχος δεν μιλούσε πολύ. Ζούσε ήσυχα, μοναχικά, σαν άνθρωπος που είχε δει κάτι που δεν χωρούσε στα λόγια. Έζησε χρόνια πολλά. Έκανε παιδιά, εγγόνια, κι ακόμα κρατούσε. Με το κάρρο του κουβάλησε και έθαψε πολλούς χωριανούς, αλλά ακόμα αυτός εκεί, συνέχιζε να ζει και να τους θάβει.

Και όταν πέθανε για καλά, πάνω στον σταυρό, έγραψαν: ΝΕΑΡΧΟΣ, ετών 105.

Ο Κυριάκος στάθηκε για λίγο σιωπηλός. Σκέφτηκε πως η ζωή είναι ανεξήγητη. Έκανε τον σταυρό του και μουρμούρισε:
«Κανέναν προ του τέλους μακάριζε».

Και συλλογίστηκε ότι ίσως ο Νέαρχος να είχε πεθάνει στ’ αλήθεια τότε.

Και όλα τα χρόνια που ακολούθησαν να μην ήταν ζωή, μα αναμονή.

Λένε πως όποιος γυρίζει από τόσο βαθιά, δεν επιστρέφει ολόκληρος. Πως κάτι μένει πίσω, και κάτι άλλο τον ακολουθεί. Ίσως γι’ αυτό ο Νέαρχος έθαβε τους νεκρούς χωρίς να τους κοιτά στο πρόσωπο. Ίσως γι’ αυτό έζησε τόσο πολύ, όχι γιατί τον ξέχασε ο Χάρος, μα γιατί δεν τον άφησε ποτέ.

Ο Κυριάκος γύρισε να φύγει.

Και για μια στιγμή του φάνηκε πως, μέσα στη σιωπή του κοιμητηριού, άκουσε το ξύλο ενός κάρρου να τρίζει αργά, σαν να ερχόταν από μακριά.

O πόνος της μάνας

Πέρασαν χρόνια από τον θάνατο της γυναίκας του Κυριάκου. Τα πρώτα μνημόσυνα της απουσίας της ήταν καθημερινά. Κάθε αυγή τον έβρισκε στον τάφο της, να ακουμπά πάνω στη μαρμάρινη πλάκα, σαν να μπορούσε με το άγγιγμα να αγγίξει την ίδια.

Μα με τον καιρό, ο χρόνος, ο ιατρός που δεν ρωτά πότε θέλεις θεραπεία, απάλυνε το βάρος της λύπης. Απάλυνε τον πόνο, άφησε μόνο ψίθυρους. Κι έτσι, δίχως να το καταλάβει, ο Κυριάκος άρχισε να πηγαίνει στο κοιμητήριο ολοένα και πιο αραιά, αφήνοντας τη ζωή να τον παρασύρει ξανά στο ρεύμα της.

Σ’ εκείνες όμως τις αραιές επισκέψεις, κάτι πάντα τον σταματούσε. Μια φιγούρα στην άκρη του νεκροταφείου, σκυφτή, ακίνητη, σχεδόν λιωμένη πάνω σ’ έναν τάφο. Μια γυναίκα ντυμένη στα μαύρα, με τη μερέζα να της καλύπτει το πρόσωπο, σαν να μην ήθελε ο κόσμος να δει την πληγή που έγινε το πρόσωπό της.

Ένα απόγευμα την πλησίασε. Ησυχία, μόνο το τρίξιμο των πευκοβελόνων στο χώμα. Ήθελε να μάθει ποια είναι αυτή η σιωπηλή σκιά που πενθούσε καθημερινά.

Πλησίασε κοιτώντας την με διακριτική ανησυχία. Όταν εκείνη σήκωσε το κεφάλι, είδε μια μορφή στεγνή, κουρασμένη, με ρυτίδες πόνου σκαμμένες τόσο βαθιά που έμοιαζαν αυλάκια χρόνων.

-Γεια σου, κυρά μου… Σε βλέπω ταχτικά, κι είπα να πάρω το θάρρος να σε γνωρίσω.

Η φωνή της ήρθε ψιθυριστή, σβησμένη από τον πόνο.

-Γεια σου, Κυριάκο. Αλήθεια… δεν με γνώρισες; Είμαι η Μαρία, η γυναίκα του Δημήτρη, του ξάδερφού σου.

Έμεινε άφωνος ο Κυριάκος. Η Μαρία… εκείνο το κορίτσι που ήξερε πάντα χαμογελαστό, γερό, νέο. Πώς είχε γίνει έτσι; Πώς μίκρυνε, πώς λύγισε τόσο η ψυχή της, πως λύγισε το κορμί της;

Μα ήξερε. Λίγο καιρό πριν είχε σκοτωθεί το παιδί της. Μικρό, οκτώ χρονών, μια χούφτα όνειρα. Ένας απρόσεχτος οδηγός, μια διασταύρωση δίχως επιστροφή. Από τη μια στιγμή στην άλλη, το γέλιο του έγινε κραυγή της αιωνιότητας. Της το έφεραν πίσω νεκρό. Το φως της, η ανάσα της, όλος ο κόσμος της.

Και από τότε, η Μαρία δεν ζούσε. Μονάχα πονούσε.

Ο πόνος της δεν ήταν απλός πόνος μάνας, ήταν βαθύς, στοιχειωμένος, σαν να είχε ξεριζωθεί από μέσα της ότι την κρατούσε όρθια. Οι μέρες της από τότε κυλούσαν σαν μαύρο νερό. Άυπνες νύχτες, με τα χέρια σφιγμένα στο στέρνο λες για να συγκρατήσει την καρδιά που ήθελε να σπάσει, πρωινά δίχως φως, όπου ξυπνούσε από συνήθεια, όχι από ζωή. Κάθε της ανάσα τής ήταν βάρος. Δεν μιλούσε πια, μόνο ψιθύριζε στο σκοτάδι το όνομα του παιδιού της, σαν προσευχή, σαν κατάρα, σαν ικεσία.

Οι ώρες στο κοιμητήριο έγιναν το μοναδικό της καταφύγιο. Εκεί, στο χώμα που σκέπαζε το σώμα του παιδιού της, άφηνε τα δάκρυα, άφηνε τη φωνή, άφηνε την ψυχή της να σπάσει. Έκλαιγε ώρες ατελείωτες, ώσπου τα μάτια της στέγνωσαν, δεν υπήρχαν άλλα δάκρυα. Η πληγή έμενε, ανοικτή, άφτιαχτη, σαν να έκανε ο πόνος φωλιά μέσα της και αρνιόταν να φύγει.

Και μόνο μια παράκληση είχε πια, να την πάρει ο Θεός γρήγορα. Να σταμάτησει να υποφέρει, ήταν αβάσταχτος ο πόνος, δεν τον άντεχε. Να πάει να βρει το παιδί της, να του κρατήσει ξανά το χέρι, να μην το χάσει ποτέ ξανά.

Ο Κυριάκος στεκόταν μπροστά της βουβός. Οι λέξεις είχαν εξαφανιστεί, σαν να τις είχε κι αυτές θάψει ο πόνος της γυναίκας αυτής.

Τελικά κατάφερε να ψελλίσει:

-Υπομονή, Μαρία… όλοι εκεί θα πάμε. Και ο καιρός θα ’ρθει. Θα ’ρθει να ξανασμίξεις με το παιδί σου.

Η Μαρία δεν απάντησε. Μα στα μάτια της, που γυάλιζαν δίχως δάκρυ, πέρασε για μια στιγμή η σκιά μιας ελπίδας, όχι για τη ζωή. Για τη συνάντηση.

 

Η κηδεία (διήγηση σκωπτική)

Όταν ο άνθρωπος αποχαιρετά τον κόσμο, οι ζωντανοί τον κηδεύουν και τον αποχαιρετούν με μια υπέρτατη θρησκευτική τελετή όπου όμως πολλές φορές τα πράγματα οδηγούνται σε μια υπέρτατη υποβίβαση της αξίας της τελετής, καθώς καταντά μια κοσμική τελετή με κατάθεση στεφάνων από προύχοντες και εκφώνηση επικήδειων λόγων με τους οποίους κάποιοι πονεμένοι πολιτικοί ή και συγγενείς εξαίρουν τη ζωή, τη δράση και την προ­σφορά του αποδημήσαντος.

Και οι τεθλιμμένοι συγγενείς νιώθουν ευχαριστημένοι που ανώτεροι άνθρωποι της κοινωνίας τους έκαναν την τιμή να τους τιμήσουν, αλλά το ίδιο ευχαριστημένοι και οι λυπημένοι πολιτικοί που έτοιμοι να εκφωνήσουν έναν επικήδειο, ελπίζουν στις επόμενες εκλογές να έχουν τη ψήφο τους.

Και με το πέρας της τελετής αναγγέλλονται τα ονόματα, οι τίτλοι και οι ιδιότητες των ομιλητών, που ένας ένας πλησιάζουν στο μικρόφωνο και αρχίζουν, με το νεκρό στο σεντούκι να μην αντιλαμβάνεται όλες αυτές τις κοινοτοπίες και τυπικότητες και τα μεγάλα λόγια.

Ναι, όλοι οι άνθρωποι στη γη άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο, έχει φέρει στο νου του την δική του κηδεία. Άν θα τον κλάψουν πολύ, άν θα τον τιμήσουν, αν θα παρευρεθούν όσοι τον γνωρίζουν, αν θα τον ξεχάσουν γρήγορα… , και κάποιοι υστερόφημοι, αν θα τους γράψει η ιστορία. 

Και ο Κυριάκος και αυτός σαν άνθρωπος λοιπόν, είχε σκεφτεί πολλές φορές όλα αυτά και ακόμα περισσότερα. Είχε ψάξει το ζήτημα, είχε διαβάσει περί αυτού, όσο όμως και αν είχε το  φιλοσοφήσει, το μυστήριο του θανάτου παρέμενε ανεξήγητο στις σκέψεις του και του δημιουργούσε το μεγάλο ερώτημα. Υπάρχει μετα θάνατον ζωή;

Όλα τα κατευόδια στη κηδεία βοηθούν ώστε να πάει η ψυχή του τεθνεώτος εν τόπο χλοερό; Χρειάζονται τόσες φανφάρες και έξοδα για τη μνήμη του; Ή μήπως όλα γίνονται γι’ αυτούς που μένουν, και όχι γι’ αυτούς που φεύγουν;

Με όλα αυτά τα ερωτήματα να γυρνούν στη σκέψη του, μια μέρα ταράχτηκε όταν η οικονόμος του σπιτιού η Ντάνα, του διηγήθηκε ένα όνειρο της, που τον είδε πεθαμένο και παρακολούθησε την κηδεία του, όλα στο όνειρο της φυσικά.

Συγύριζε λέει το γραφείο του, όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα μοναχή χωρίς τον ίδιο μαζί της η Ελένη η κοπέλα του, που μαζί προηγουμένως είχαν φύγει για εκδρομή.

-Πού είναι ο Κυριάκος;

-ο  Κυριάκος πέθανε,

απάντησε αυτή…

Το κακό μαντάτο διαδόθηκε σαν αστραπή σε όλο το χωριό, σε όλη την επαρχία, σε όλο το νησί καθώς ο Κυριάκος ήταν ένας γνωστός επιχειρηματίας, καθώς επίσης και ένας καλός δημοσιογράφος και συγγραφέας.

Και άρχισε ο κόσμος να έρχεται, να μαζεύεται και να ερωτά πώς πέθανε στα καλά καθούμενα.

Ήρθε και η γειτόνισσα του η Κίτσα με την κόρη της μαυροφορεμένες, και η μάνα έβγαλε την μαύρη πλερέζα της και την κρέμασε έξω, πάνω στην πόρτα του σπιτιού του νεκρού, σημάδι πένθους και λύπης.

Και όλοι θρηνούσαν οι φίλοι και οι συγγενείς στη γειτονιά και στον καφενέ, και λέγανε,

-Ήταν καλός, δεν θα τον ξεχάσουμε ποτέ, ήταν άγιος άνθρωπος.

Και την άλλη μέρα στο δρόμο για την εκκλησία, η νεκροφόρα ερχόμενη από το νεκροτομείο, πέρασε πρώτα από το σπίτι του πεθαμένου όπου μέγα πλήθος κόσμου περίμεναν. Έβαλαν το φέρετρο πάνω στο γραφείο του, αφαίρεσαν το καπάκι από το σεντούκι και ο Παπανδρέας άρχισε να ψέλνει ευχές συγχωρητικές για καλό Παράδεισο και τα τοιαύτα.

Κι όλοι κλαίγανε, και κλαίγανε, και σαν μοιρολογητές λέγανε λόγια,

-άχ τον καημένο ήταν καλός ο μακαρίτης.

Και σαβανωμένος ο Κυριάκος μέσα στο σεντούκι με τα μάτια κλειστά και τα χέρια σταυρωμένα και την ωχράδα την κίτρινη του θανάτου στο πρόσωπο του που δεν καλυπτόταν από τη βαφή του μακιγιάζ, αναπαμένος πλέον από τα εγκόσμια, ήταν έτοιμος για την κηδεία και την ταφή μέσα στα δύο μέτρα γης, τόσο τόπο όσο αναλογεί στον κάθε άνθρωπο ως τελευταία του κατοικία.

Ύστερα έκλεισαν το καπάκι, και τέσσερις νεαροί φορτώθηκαν το φέρετρο στους ώμους με τα πόδια μπροστά, και εν πομπή ξεκίνησαν για την εκκλησία. Οι δρόμοι στο διάβα ήταν γεμάτοι κόσμο, η μεγάλη πλατέα της εκκλησίας και αυτή γεμάτη, ήταν μια εντυπωσιακή μάζωξη κόσμου που ήρθαν να τον αποχαιρετίσουν.

-Άλλη κηδεία σαν και αυτήν, δεν έχουμε ματαδεί,

Έλεγαν πολλοί.

-Τόσο κόσμο σε άλλη κηδεία δεν έχω ξαναδεί σε όλη μου τη ζωή,

Είπε ένας γέρος.

Τα μεγάφωνα έξω πάνω τους τοίχους της εκκλησιάς κρεμασμένα μετέδιδαν την νεκρική ακολουθία, και οι ψαλμωδίες έσμιγαν με τα λόγια του κόσμου που μιλούσαν για τις χάρες όλες που είχε ο Κυριάκος όσο ήταν ζωντανός.

 Και ύστερα πριν ο παπάς ψάλλει το «Δεύτε τελευταίον ασπασμόν, δώμεν αδελφοί τω θανόντι», βγήκε έξω στα σκαλοπάτια της εκκλησίας όπου έστησαν από ενωρίτερα ένα μικρόφωνο, η Αναστασία για να διαβάσει έναν επικήδειο.

Η Αναστασία ήταν μια χωριανή που σε μεγάλη ηλικία στα καλά καθούμενα, αποφάσισε να ασχοληθεί με τα γράμματα, και τα κατάφερε να γίνει μια σπουδαία λαϊκή ποιήτρια. Έτσι ίσως εξ αυτής της ιδιότητας της, αποφάσισε να εκφωνήσει τον επικήδειο.

Και έλεγε η Αναστασία με στόμφο τονίζοντας τις λέξεις πόσο ήταν καλός, και πόσο πετυχεμένος. Πόσα πολλά πρόσφερε στην κοινωνία με το πνευματικό του έργο, και πως θα τον γράψει η ιστορία.
Και έλεγε, και έλεγε, και ο κόσμος άκουε και χειροκροτούσε.
Και ύστερα όταν τέλειωσαν όλα, ανοίχτηκε δρόμος μέσα στο πλήθος για να περάσει η νεκροφόρα να παραλάβει τον νεκρό και να τον οδηγήσει στα ψηλά κυπαρίσσια…
 

Όταν τέλειωσε το διήγημα του ονείρου της η οικονόμος του, γεμάτος περηφάνεια αυτός για την αγάπη που του είχε ο κόσμος, σκέφτηκε πως ίσως ήταν ένας ματαιόδοξος όπως όλοι οι άνθρωποι που ακόμα και στον θάνατο θέλουν να ξεχωρίζουν.