Στο καφενείο του Βάννα
Στην καρδιά του χωριού, εκεί
όπου οι δρόμοι σμίγουν σαν μονοπάτια, βρισκόταν το καφενείο του Βάννα. Ένα απλό
μαγαζάκι με ξύλινες καρέκλες και παλιά τραπεζάκια, μα γεμάτο ζωή και φως. Ο
Βάννας, ταξιτζής το πρωί και περβολάρης στον ελεύθερο του χρόνο, είχε βρει στο
καφενείο την αληθινή του αποστολή. Να φτιάχνει καφέδες και να δροσίζει με
ζιβανία τις ψυχές των χωριανών.
Πρώτος και καλύτερος πελάτης
ήταν ο Κυριάκος ο πράτης. Σαν αδελφός του πια ο Βάννας, τον είχε δεμένο με
τρόπο αόρατο, καθώς τους ένωναν τα θερμοκήπια και τα μεροκάματα, μα πιο πολύ η
ζεστασιά της καρδιάς. Δεν περνούσε μέρα να μην καθίσει ο Κυριάκος στο καφενείο.
Εκεί έβρισκε παρηγοριά, κουβέντα και συντροφιά, σαν να γυρνούσε στο ίδιο του το
σπίτι.
Μαζί τους και άλλοι γνώριμοι
της παρέας. Ο Σιέλης που δεν άφηνε στιγμή χωρίς αστείο, σκόρπιζε τα γέλια σαν
σπόρους πάνω στο τραπέζι της πιλότας. Ο Αθηνόδωρος ο μεγαλοεργολάβος από τη
Γεροσκήπου, ερχόταν πάντα με βαριά κουβέντα και ιστορίες από τα εργοτάξια. Ο
μάστρε Νίκος με το τσιγάρο μόνιμα αναμμένο στα χείλη, είχε το δικό του βλοσυρό
ύφος που όμως μαλάκωνε μόλις έπιανε τη ζιβανία. Και ο Τσιυρκάς, με την τέχνη του
στο κλέφτικο, μοσχοβολούσε το καφενείο κάθε φορά που πύρωνε το φούρνο.
Και από πάνω απ’ όλους, σαν
άγρυπνος φρουρός, ο ίδιος ο Βάννας, ο καφετζιής, ο οδηγός, ο περβολάρης, μα
πάνω απ’ όλα ο ψυχοπλάστης της συντροφιάς. Από τα χαράματα έπιανε δουλειά, πρώτα
κάνα δυο κούρσες με το ταξί, ύστερα τα θερμοκήπια, και έπειτα το καφενείο, που
δεν έκλεινε σχεδόν ποτέ. Όλοι τον θαύμαζαν για την ευστροφία του. Μιλούσε με
λέξεις που έσταζαν σοφία, σαν νερό από παλιά βρύση.
Στα νιάτα του και εκείνος
υπήρξε πράτης, και ήξερε από κόπο και βιοπάλη. Έτσι, ο νεαρός Κυριάκος τον
έβλεπε σαν δεύτερο πατέρα. Άκουγε τις συμβουλές του με σεβασμό, και οι
παραγγελιές του Βάννα δεν ήταν απλώς κουβέντες, μα σπόροι που φύτρωναν στο
μυαλό και στην ψυχή του.
Τα βράδια, όταν η ζιβανία ζέσταινε
τις καρδιές και τα τραγούδια αντηχούσαν στις γωνιές του μαγαζιού, το καφενείο
γινόταν τόπος ιερός. Εκεί ξεχνούσαν οι άντρες τα βάσανα και τις έγνοιες της
ζωής. Εκεί ξέπλεναν την πίκρα τους με γέλια, κουβέντα και τραγούδι.
Το καφενείο του Βάννα δεν ήταν
απλώς ένας χώρος. Ήταν μια αγκαλιά για το χωριό. Μια όαση όπου η ζωή, με όλα
της τα βάρη, γινόταν λίγο πιο ελαφριά. Και ο Βάννας, με την ιδιαίτερη φωνή του
και τα μάτια του που σπίθιζαν, έμοιαζε να το ήξερε καλά, πως το μυστικό δεν
ήταν ο καφές ούτε η ζιβανία, αλλά η συντροφιά και η ζεστασιά που τους ένωνε
όλους.
Ένα βράδυ, που το καφενείο
είχε γεμίσει όσο ποτέ άλλοτε, η παρέα έπαιζε πιλότα και τα ποτήρια γέμιζαν ξανά
και ξανά. Ο Σιέλης διηγιόταν τα καμώματα του γαϊδάρου του, και οι άλλοι έσκαγαν
στα γέλια. Ο Βάννας, πίσω από τον πάγκο, σκούπιζε τα ποτήρια με το παλιό πανί,
όταν η πόρτα άνοιξε ξαφνικά.
Μπήκε
μέσα ένας ξένος γεροδεμένος άντρας με σκούρο σακάκι και βλέμμα κουρασμένο.
Στάθηκε για λίγο στην πόρτα, λες και δίσταζε να περάσει το κατώφλι. Το καφενείο
σώπασε για μια στιγμή. Ακόμη και ο μάστρε Νίκος κατέβασε το τσιγάρο του.
«Καλησπέρα σας», είπε
χαμηλόφωνα. «Ψάχνω τον Κυριάκο τον Πράτη».
Ο Κυριάκος πετάχτηκε απ’ το
τραπέζι του. Ήταν ο φίλος του ο Μιχάλης, που χρόνια είχε φύγει ξενιτεμένος στη
Γερμανία. Κανείς δεν τον περίμενε. Ξαφνικά, η ατμόσφαιρα άλλαξε. Τα μάτια
γέμισαν, τα ποτήρια σηκώθηκαν, ακολούθησαν ευχές και χαρές.
Ο Βάννας πλησίασε, αγκάλιασε
τον ξένο και είπε με τη χαρακτηριστική του σοβαρότητα,
-Καλωσόρισες Μιχάλη. Σήμερα το
καφενείο είναι δικό σου.
Και έτσι, εκείνη η νύχτα
έμεινε χαραγμένη στη μνήμη όλων. Δεν ήταν μόνο η ξαφνική επιστροφή ενός
ξενιτεμένου, ήταν που το καφενείο του Βάννα είχε γίνει γέφυρα. Γέφυρα ανάμεσα
σε ανθρώπους, σε εποχές, σε ζωές που έμοιαζαν χαμένες μα ξαναβρέθηκαν.
Τα χρόνια πέρασαν. Οι παλιοί
θαμώνες λιγόστεψαν. Ο Σιέλης άφησε χρόνους, ο μάστρε Νίκος έσβησε ήσυχα
αφήνοντας πίσω μόνο την ανάμνηση του καπνού του κι ο Αθηνόδωρος άρχισε να
πηγαίνει σπάνια. Μόνο ο Κυριάκος έμεινε πιστός, κάθε μέρα περνούσε το κατώφλι,
ακόμη και όταν το καφενείο άρχισε να χάνει τη λάμψη του.
Ο Βάννας με τα μαλλιά του
άσπρα πια, καθόταν όλο και συχνότερα στο ίδιο τραπέζι με τους πελάτες. Δεν
σκούπιζε ποτήρια, δεν έπαιρνε παραγγελίες, άφηνε τη δουλειά στους νεότερους. Μα
κάθε φορά που μιλούσε, η σιωπή γινόταν απόλυτη. Η φωνή του είχε ακόμη εκείνη
την παλιά σοφία.
Μια μέρα, λένε, πήρε τον
Κυριάκο παράμερα και του είπε:
-Άκου, γιε μου… Το καφενείο
δεν είναι τα τραπέζια και τα ποτήρια. Είναι οι άνθρωποι. Εσείς. Αν μια μέρα
κλείσει η πόρτα, μη στεναχωρηθείς. Γιατί το καφενείο θα ζει πάντα μέσα μας.
Κι όταν έφυγε ο Βάννας απ’ τη
ζωή, το χωριό τον αποχαιρέτησε όπως του άξιζε. Με τραγούδια, με ζιβανία και με
μνήμες από το καφενείο.
Και από τότε κάποιοι ζώντες
ακόμα, κάθε φορά που σηκώνουν το ποτήρι, δεν παραλείπουν μια ευχή:
-Στη μνήμη του Βάννα που μας
αγαπούσε και τον αγαπούσαμε. Στον Βάννα που μας έμαθε πως η ζωή είναι πιο γλυκιά
όταν τη μοιραζόμαστε.
Στο καφενείο της Δέσπως
Το καφενείο της Δέσπως στέκει ακόμα αγέρωχο στην
καρδιά του χωριού, στέραιο κτίριο που αντέχει στο χρόνο. Κτισμένο στις αρχές
του 1900 από πελεκιτή πέτρα, κρατά ακόμα το άρωμα των περασμένων εποχών, με τα
ξύλινα τραπέζια και τις ψάθινες καρέκλες να μαρτυρούν αμέτρητες ιστορίες
ανθρώπων που πέρασαν από το κατώφλι του. Δεν ήταν απλά ένα καφενείο, ήταν το
βήμα των απλών, το βάλσαμο των κουρασμένων, η σκηνή όπου έπαιζαν οι χαρές και
οι καημοί του χωριού.
Εκεί συναντιόνταν όλοι. Οι γέροι χωρικοί με τα
άσπρα μαλλιά, κουβαλούσαν στις πλάτες τους χρόνια μόχθου στα χωράφια. Άλλοι έρχονταν
να ξαποστάσουν από την κούραση της μέρας, άλλοι να βρουν παρέα στην ερημιά των
γηρατειών. Δίπλα τους κάθονταν νέοι, γεμάτοι όνειρα για το αύριο, με φωνές
ζωηρές που έφερναν ζωντάνια στον χώρο. Εκεί βρίσκονταν και κάποιοι λόγιοι του
χωριού. Ο Νίκος ο Τσιάκκος ο φιλόσοφος και αναρχικός καθηγητής με την ήρεμη
φωνή και το βαθύ βλέμμα που όλο έφερνε κουβέντες για τα γράμματα και τα βιβλία,
και ο γιατρός, πάντα σοβαρός, μα σαν έπινε το δεύτερο ποτηράκι ζιβανίας, λύγιζε
και αυτός και γινόταν πιο ανθρώπινος.
Στην άκρη, κοντά στη σόμπα τον χειμώνα ή κάτω από
ένα δέντρο έξω στην αυλή το καλοκαίρι, κάθονταν οι γεωργοί και οι βοσκοί,
άνθρωποι τραχείς μα καλοσυνάτοι. Έλεγαν ιστορίες για τις σοδειές, για τις
βροχές που δεν έπεσαν ή για τα ζωντανά που γέννησαν. Ανάμεσά τους ήταν και ο
Κυριάκος, ο φθαρτέμπορας και μυθιστοριογράφος του χωριού. Ήρεμος,
παρακολουθούσε και ανέλυε μέσα στο μυαλό του όσα έβλεπε, πλάθοντας ιστορίες για
το επόμενο βιβλίο του. Όλοι μαζί έφτιαχναν ένα μωσαϊκό. Άνθρωποι διαφορετικοί,
και όμως τόσο ίδιοι μέσα στο καφενείο της Δέσπως.
Η Δέσπω στεκόταν πίσω από τον πάγκο, ήσυχη,
υπομονετική. Ήξερε τον καημό του καθενός. Τον γέρο που μιλούσε για τον χαμένο
του γιο, τον νεαρό που ονειρευόταν να φύγει από το χωριό, τη χήρα που έφερνε
καμιά φορά ψωμί για να το αφήσει εκεί και να έχει μια δικαιολογία να βρεθεί
ανάμεσα σε κόσμο. Δεν μιλούσε πολύ. Έμαθε να ακούει. Και ας της ξέφευγαν πικρές
κουβέντες καμιά φορά, όταν κάποιοι παρασυρμένοι από το πιοτό έλεγαν λόγια
ακατάλληλα. Χαμογελούσε κρυφά, μάζευε τα ποτήρια και συνέχιζε. Ήξερε πως η ζωή
ήταν σκληρή. Τρία μικρά παιδιά την περίμεναν στο σπίτι, και αυτό το καφενείο
ήταν η μόνη της ζήση.
Ένα βράδυ, την εποχή που άρχιζαν να βγαίνουν τα
πρώτα φρέσκα αθάσια, μπήκε ο Κυριάκος κρατώντας ένα ζεμπίλι στον ώμο.
-Ήρθα με μεζέ, φώναξε γελαστός, και όλος ο κόσμος
γύρισε να δει.
Έβαλε τα αθάσια πάνω σε ένα τραπέζι και η Δέσπω
έφερε πρόχειρα ένα ταψί. Με λίγο θαλασσινό αλάτι, τα αθασούθκια έγιναν μεζές
τρανός, απλός αλλά πεντανόστιμος. Έπεσαν όλοι με τα μούτρα. Και όσο έτρωγαν,
τόσο άνοιγε η όρεξη για ζιβανία. Τα ποτήρια γέμιζαν ξανά και ξανά, τα γέλια
δυνάμωναν, τα τραγούδια ξεσπούσαν. Οι ιστορίες που έλεγαν φάνταζαν πιο όμορφες,
οι πίκρες πιο ελαφριές.
Εκείνο το βράδυ το καφενείο
έσφυζε από ζωή. Ο ήχος των ποτηριών που τσούγκριζαν έσμιγε με τα τραγούδια και
τις φωνές. Ακόμη και η Δέσπω που συνήθως ήταν σοβαρή, χαμογελούσε πλατιά βλέποντας
το ταμείο να γεμίζει περισσότερο απο ότι συνήθως.
Μα εκείνο το ίδιο βράδυ, λίγο πριν σβήσει η φασαρία
και απομείνει το καφενείο μισοσκότεινο, άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο Κόκος ο Ιωαννίδης,
ο πλούσιος επιχειρηματίας του χωριού. Ψηλός με ρούχα ατσαλάκωτα, έριξε μια
ματιά ένα γύρω και με φωνή βαριά είπε ένα για. Όλοι τον αντιχαιρέτησαν με
σεβασμό καθώς ήταν άνθρωπος σοβαρός. Έριξε μια ματιά γύρω του κι ύστερα κάθισε
σιωπηλός σ’ ένα τραπέζι στη γωνιά. Η Δέσπω τον πλησίασε με την ίδια ευγένεια
που έδειχνε σε όλους.
-Τι να σας φέρω; τον ρώτησε.
- Έναν καφέ, δυνατό, της απάντησε με ήρεμη φωνή.
Οι θαμώνες τον κοίταξαν, ο Κυριάκος του κέρασε τον
καφέ, μα σύντομα όλοι ξαναγύρισαν στα γέλια και στα τραγούδια τους. Ο Κόκος
έμεινε για ώρα να παρατηρεί, σαν να ήθελε να φυλάξει στην ψυχή του τις εικόνες
εκείνης της ζωντανής συντροφιάς.
- Έχεις ένα όμορφο καφενείο, είπε στη Δέσπω. Κρατάς
τη φλόγα του χωριού αναμμένη. Κέρασε, σε παρακαλώ, όλη την παρέα.
Οι άλλοι σήκωσαν τα ποτήρια «εις υγείαν» και τον
φώναξαν στην παρέα τους. Έτσι το γλέντι συνεχίστηκε, και ευτυχισμένη η Δέσπω
τους σέρβιρε με πολλή χαρά.
Και όταν πέρασε η ώρα, όλοι αποκαμωμένοι από το πολύ
πιοτό, άλλοι μεθυσμένοι, άλλοι χαρούμενοι, άλλοι σκεφτικοί, έφυγαν όλοι με την
ψυχή πιο ελαφριά. Η πλατεία βυθίστηκε ξανά στη σιωπή, και το καφενείο της
Δέσπως, γερό και αγέρωχο, κράτησε μέσα του ακόμη μια βραδιά γεμάτη μνήμες,
χαρές και καημούς.
Λίγες μέρες αργότερα Κυριακή απόγευμα, το καφενείο
γέμισε από ενωρίς. Είχε μόλις τελειώσει ο εσπερινός και οι άντρες ξεχύθηκαν στην
πλατεία, άλλοι για κουβέντα και άλλοι για το πιοτό. Ο Κυριάκος, που δεν άφηνε
ευκαιρία να περάσει ανεκμετάλλευτη, έφερε μαζί του το μαντολίνο του. Από μικρός
έπαιζε στο σπίτι μόνος, μα εκείνο το βράδυ είχε κέφι και ξεκίνησε με έναν σκοπό
παλιό, που έφερε δάκρυα στα μάτια των γεροντότερων και χαμόγελα στους
νεότερους.
Δεν άργησαν να βγουν και τα νταούλια. Ο Κόκος τα
έφερε από το σπίτι του. Το καφενείο μετατράπηκε σε αυτοσχέδιο πανηγύρι. Μικροί
και μεγάλοι άρχισαν να χορεύουν, άλλοι σέρνοντας τον χορό, και άλλοι απλώς
χειροκροτώντας. Η ζιβανία έρρεε σαν ποτάμι και η Δέσπω έτρεχε πέρα δώθε, με την
ποδιά στην κόξα, γεμίζοντας ποτήρια και μαζεύοντας πιάτα. Όμως, εκεί που το
κέφι φούντωνε, ξέσπασε και ένας καβγάς. Δυο παλικάρια, που χρόνια τώρα μάλωναν,
βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο. Τα λόγια άναψαν, το αίμα έβραζε από το πιοτό, και
πριν το καταλάβουν οι υπόλοιποι, τα χέρια σηκώθηκαν. Τα τραπέζια τινάχτηκαν,
ποτήρια έσπασαν, και για μια στιγμή το καφενείο έγινε πεδίο μάχης.
Η Δέσπω ψύχραιμη, στάθηκε στη μέση και με φωνή
δυνατή που δεν συνήθιζε, φώναξε,
-Σταματήστε, δεν είναι αυτός
τόπος για καβγάδες!
Η φωνή της γεμάτη δύναμη αλλά και θυμό, έκανε τους
άντρες να παγώσουν. Μια σιωπή έπεσε βαριά.
Οι μεγαλύτεροι σηκώθηκαν, χώρισαν τους δύο νεαρούς και τους έσυραν έξω, μουρμουρίζοντας
για την ντροπή που δημιούργησαν στο καφενείο της Δέσπως.
Λίγο αργότερα, το κέφι
ξανάρχισε, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Η μουσική έπαιξε ξανά, τα τραγούδια
υψώθηκαν στον ουρανό, και το γλέντι κράτησε ως το ξημέρωμα. Όμως η Δέσπω,
μαζεύοντας στο τέλος τα σπασμένα γυαλιά, αναστέναξε. Ήξερε πως το καφενείο της
ήταν καθρέφτης του χωριού, γεμάτο χαρές, γέλια και μεράκια, μα και καημούς,
πάθη και καβγάδες.
Και όμως, μέσα σ’ όλα αυτά, ένιωθε πως το δικό της
μερτικό ήταν να κρατά την ισορροπία. Να στέκει όρθια όπως το παλιό εκείνο
κτίριο, που όσο και αν περνούσαν τα χρόνια, έμενε αγέρωχο στην καρδιά της
πλατείας.
Εκατό χρόνια μνήμης
Ο Κυριάκος μικρό παιδί ακόμη, σύχναζε στο καφενείο
του Αντωνέσκου. Ήταν κολλητός φίλος με τον Αντρίκο, έναν από τους γιους του.
Και εκεί, μέσα στην ανακατωσούρα του μαγαζιού, έβρισκαν τον δικό τους μικρό
παράδεισο. Καμιά φορά, η Ελένη, η μάνα του Αντρίκου, τους έβαζε λίγο φαγητό
μέσα σε μια κούπα. Και εκείνοι, με τα σχολικά τους ρούχα ακόμα τσαλακωμένα από
το παιχνίδι, κάθονταν στο τραπέζι και το μοιράζονταν, γελώντας σαν να ήταν το
πιο πλούσιο γεύμα του κόσμου.
Τα χρόνια πέρασαν. Τα παιδιά έγιναν άντρες, και οι
δρόμοι τους χωρίστηκαν για καιρό. Ο καθένας τράβηξε τη δική του πορεία, μα οι
παιδικές μνήμες έμεναν θαμμένες βαθιά, σαν θησαυρός που περίμενε να ξαναβγεί
στο φως.
Και τώρα, ύστερα από δεκαετίες, ξανάσμιξαν στο ίδιο
καφενείο. Οι καρέκλες ίδιες, τα τραπέζια γνώριμα, οι μυρωδιές οικείες, και οι
μνήμες ήρθαν ζωντανές, νωπές, σαν να ήταν χθες. Τα λόγια του Αντωνέσκου και της
Ελένης, οι ιστορίες τους και η ίδια η ιστορία του καφενείου που την
εξιστορούσαν με καμάρι, έμοιαζαν να πλανώνται ακόμη στον αέρα…
Ο Πάφιος, ο καραγκιοζοπαίκτης της Χλώρακας,
γεννήθηκε τον περασμένο αιώνα, το 1904. Ήταν άνθρωπος της βιοπάλης, άλλοτε
ράφτης, άλλοτε κτίστης, και άλλοτε πιανόταν από δουλειές του ποδαριού για να
βγάλει το ψωμί του. Μα είχε μέσα του μια σπίθα, εκείνη που δεν άφηνε τον
άνθρωπο να μείνει μόνο στην καθημερινή φθορά.
Με τα χέρια του, τα σκληρά από
τον ασβέστη και τις πέτρες, έστησε μια σειρά από μικρά μαγαζιά δίπλα στην
πλατεία του χωριού. Και σ’ ένα από αυτά, σαν να το είχε από πάντα προορισμένο,
έστησε τον μπερντέ του. Από εκει ξεπήδησαν οι σκιές του Καραγκιόζη, γέλια
παιδιών και φωνές μεγάλων, ψιθυρισμοί και χειροκροτήματα που αντηχούσαν μέχρι
τα σοκάκια.
Το μαγαζί πέρασε στην κόρη του, την Ελένη. Μαζί με
τον άντρα της, τον Αντωνέσκο, άνοιξαν μπακάλικο, κουρείο και καφενείο. Και αυτό
το καφενείο δεν ήταν ποτέ ένα απλό καφενείο. Ήταν το στέκι των αθκειασερών, η
παρηγοριά των εργατών, το καταφύγιο των αγωνιστών, το σινεμά των παιδιών. Ήταν
ο παλμός του χωριού.
Οι μυρωδιές από τους καφέδες που ψήνονταν στη χόβολη
μπλέκονταν με τον καπνό των τσιγάρων Craven Α και Samaritas, τις φωνές των θαμώνων που
συζητούσαν για τα πολιτικά, για τις δουλειές, για την ξενιτιά. Τα βράδια, οι
καρέκλες παραμερίζονταν, και το καφενείο μεταμορφωνόταν σε ταβερνείο, Στο
τραπέζι έμπαιναν κρασί και μεζέδες, και έπειτα ξεσπούσε το γλέντι με πατριωτκά,
δημοτικά και λαϊκά τραγούδια. Άλλες φορές γινόταν σινεμά. Ο Παπάχαμπης έστεινε
τη μηχανή προβολής και σε ένα σεντόνι απλωμένο πάνω στον τοίχο οι χωριανοί
έβλεπαν μαγεμένοι τις ελληνικές ασπρόμαυρες ταινίες, σαν να έμπαινε ολόκληρος ο
κόσμος στο μικρό τους χωριό.
Το «καφενείο του Αντωνέσκου», όπως το έμαθαν όλοι,
έμεινε ανοιχτό πάνω από εκατό χρόνια, χωρίς να κλείσει ούτε μια μέρα. Στους
τοίχους του, μαζί με τα κιτρινισμένα ημερολόγια και τα κάδρα, κρεμόντουσαν και
οι φιγούρες του Καραγκιόζη, ζωγραφισμένες από το χέρι του Πάφιου. Οι μαθητές του σχολείου περνούσαν να τις δουν, και
με μάτια ορθάνοιχτα, σαν να έμπαιναν σ’ έναν μαγικό κόσμο, και μελετώντας τις
και ρωτόντας τον Πάφιο, μάθαιναν την Ελληνική ιστορία.
Εκεί, μέσα σε τέσσερις
τοίχους, χωρούσε ολόκληρη η ιστορία της Χλώρακας. Πολιτικοί της εποχής της Αγγλοκρατίας
και της νεογέννητης Δημοκρατίας, κάθισαν στα ίδια τραπέζια που έπιναν τον καφέ
τους οι χωριανοί. Εκεί κρατήθηκαν αγωνιστές της ΕΟΚΑ, μα και γιορτάστηκε με
δάκρυα και τραγούδια η Απελευθέρωση της Κύπρου.
Και όσο και αν άλλαζαν οι καιροί, το καφενείο έμενε
πάντα το ίδιο. Ένας τόπος ζεστός, που δεν ήταν πια μαγαζί, μα ψυχή και μνήμη.
Ένας τόπος που μάζευε τα γέλια, τις χαρές και τις θύμησες ενός ολόκληρου
χωριού.
Ο Μηχαλάκης ησθένησε, μα το καφενείο δεν μπορούσε
να κλείσει. Η γυναίκα του, η Νίκη, με βοηθό τον εγγονό τους τον Θεοδόση, είπαν:
«Όχι, δεν θα κλείσει». Και έτσι, μέρα και νύχτα ανοίγουν διάπλατα τις πόρτες,
και οι θαμώνες παλιοί και νέοι, συνεχίζουν να συχνάζουν στο καφενείο του
Αντωνέσκου.
Ο Κουρούσιης, παλιός αγωνιστής της ΕΟΚΑ και ύστερα οπλαρχηγός
κατά τις φασαρίες με τους Τούρκους, κάθεται με τις ώρες. Πίνει τον καφέ του
γουλιά-γουλιά, με βλέμμα σκεφτικό, και αναπολεί τα χρόνια της νεότης του, τότε
που όλα έμοιαζαν όμορφα και ρόδινα.
Ο Κλεόβουλος, και αυτός πια μεγάλος στα χρόνια,
αφήνεται στις μνήμες των καιρών της αναταραχής, των πικρών χρόνων, όταν οι
Ελληνοκύπριοι διαφωνούσαν και διαμάχονταν μεταξύ τους. «Ποια μεριά είχε το
δίκαιο;» συλλογιέται και δεν βρίσκει απόκριση, παρά μόνο σιωπή.
Ο Ιωαννίδης, κάθε μέρα μαζί με
τους φίλους του, πρώτα στήνουν την πιλότα στο τραπέζι γεμίζοντας το καφενείο με
φωνές, γέλια και πειράγματα. Και ύστερα, το στρώνουν στη ζιβανία, σηκώνοντας τα
ποτήρια με πειραγμούς και καημούς, που άλλοτε μοιάζουν να καίνε κι άλλοτε να
γλυκαίνουν.
Ο Κωστής, όποτε βρίσκει ευκαιρία, ξαναφέρνει στο
τραπέζι το παράπονό του. Τα χωράφια που πούλησε φτηνά, για να χτίσει σπίτια
στις κόρες του. «Αδικήθηκα…» λέει και ξαναλέει, και όλοι τον ακούνε με
κατανόηση, μα και με μιαν κρυφή θλίψη, γιατί βλέπουν πως το παράπονο εκείνο δεν
θα φύγει ποτέ από την ψυχή του.
Η Νίκη και ο Θεοδόσης βρίσκονται πάντα στο πόδι.
Σβέλτοι, εξυπηρετούν τους πελάτες, και ανάμεσα σε πιάτα, καφέδες και ποτήρια,
κρατούν τ’ αυτιά τους ανοιχτά. Σιωπηλοί ακούνε τις ιστορίες που ξετυλίγονται.
Άλλες γεμάτες θαύμα και καμάρι, άλλες γεμάτες πίκρα και κακουχίες. Μα όλες,
πολύτιμες.
Και όσο τους ακούν, τόσο
μαθαίνουν, για την παλιά ζωή, για τους κόπους και τα βάσανα των χωριανών, για
τις χαρές και τα γλέντια που έσπαγαν τη μονοτονία. Και μέσα τους,
συλλογίζονται. «Άλλαξαν οι καιροί… Πότε ήταν καλύτερα; Τότε ή τώρα;» Και η
απάντηση μένει μετέωρη, σαν καπνός που χάνεται στην ατμόσφαιρα του καφενείου.
Το καφενείο, ωστόσο, μένει πάντα εκεί. Σαν να τους
λέει με τη σιωπή του πως οι εποχές περνούν, οι άνθρωποι φεύγουν, μα οι τόποι
που κράτησαν τη μνήμη δεν πεθαίνουν ποτέ.
Και έτσι το καφενείο του Αντωνέσκου συνεχίζει. Μέρα
με τη μέρα, χρόνο με τον χρόνο, να στέκει με τις πόρτες του ανοιχτές, σαν να
καλεί μέσα όχι μόνο τους ανθρώπους του χωριού, μα και τις μνήμες που δεν θέλουν
να σβήσουν.
Στους τοίχους του, μαζί με τα σημερινά ημερολόγια,
φαίνονται ακόμη τα σημάδια του παρελθόντος. Ξεθωριασμένες φωτογραφίες, φιγούρες
του Καραγκιόζη, ένα ράφι με παλιά ποτήρια που κράτησαν γέλια και καημούς. Στα
τραπέζια, άλλοι μιλούν για την καθημερινότητα, και άλλοι διηγούνται ιστορίες
από τότε που η Κύπρος πάλευε για λευτεριά. Έτσι, το παρελθόν και το παρόν
γίνονται ένα.
Η Νίκη και ο Θεοδόσης, κουρασμένοι μα περήφανοι,
ξέρουν πως δεν σερβίρουν μόνο καφέδες και ζιβανία. Σερβίρουν μνήμη. Σερβίρουν
ιστορία.
Κρατούν ζωντανό ένα κομμάτι ψυχής, που αν έσβηνε,
θα χάνονταν μαζί και οι φωνές τόσων γενεών.
Κι όταν βραδιάζει και ησυχάζει
το χωριό, το καφενείο μένει εκεί. Σαν φρουρός και μάρτυρας της Χλώρακας, σαν
κιβωτός που κουβαλάει μέσα της γέλια, θρήνους, γλέντια και αναμνήσεις. Ένας
τόπος που ανήκει σε όλους, Στους τωρινούς, στους περασμένους και σ’ εκείνους
που θα έρθουν.
Γιατί το καφενείο του Αντωνέσκου δεν είναι απλώς
ένας χώρος. Είναι η ίδια η καρδιά του χωριού. Και όσο οι πόρτες του θα
ανοίγουν, θα χτυπά και η μνήμη της Χλώρακας, αθάνατη και ακούραστη, όπως τότε,
όπως τώρα, και όπως πάντα.
Ο Ταβλαδόρος
Ο Κόκος ήταν
γνωστός σε όλο το χωριό, και ακόμη παραπέρα, σαν ο καλύτερος
ταβλαδόρος που είχε περάσει ποτέ από καφενείο.
Από τα νιάτα
του ως τα γηρατειά, σχεδόν δεν είχε χάσει
ποτέ. Κανείς δεν θυμόταν να του πάρει παιχνίδι. Όχι γιατί ήταν τυχερός,
αλλά γιατί ήξερε να παίζει. Ήξερε να σκέφτεται.
Το τάβλι
ήταν η τέχνη του. Δεν έπαιζε για τα λεφτά, ούτε για τη δόξα. Έπαιζε για την
ομορφιά του παιχνιδιού, για εκείνη τη λεπτή στιγμή που το μυαλό μετράει
πιο γρήγορα από τη ζαριά.
Ήταν ήρεμος, μεθοδικός, ψύχραιμος. Δεν βιαζόταν ποτέ.
Όταν οι άλλοι θύμωναν ή πανηγύριζαν, ο Κόκος χαμογελούσε με εκείνο το μικρό,
σχεδόν ανεπαίσθητο χαμόγελο
που έχουν όσοι ξέρουν πως ελέγχουν τα πάντα.
Στο καφενείο του Αντωνέσκου όπου σύχναζε, δούλευε μια νεαρή Καλαμαρού, κόρη
φίλου του Κυριάκου από τα καράβια. Ήταν κοπέλα ήσυχη, έξυπνη, με βλέμμα καθαρό,
αλλά κουρασμένο από τη ζωή. Ο Κυριάκος είχε μεσολαβήσει να τη βάλουν εκεί
προσωρινά, ώσπου να βρει κάτι καλύτερο.
Μια μέρα,
πάνω στο παιχνίδι, ο Κυριάκος είπε στον Κόκο,
-Ξέρεις,
ο πατέρας της μικρής ήτανε μεγάλος ταβλαδόρος. Ίδιος εσύ. Δεν έχανε με τίποτα.
Ο Κόκος
χαμογέλασε.
-Ε, τότε, να
δούμε αν μοιάζει στον πατέρα της, είπε.
Φώναξε την
κοπέλα.
-Έλα, κοπέλα
μου, να παίξουμε ένα στα εφτά. Αν
παίξεις καλά, θα σου δώσω εκατό ευρώ.
Η κοπέλα τον
κοίταξε χωρίς να ταραχτεί.
-Πολύ ευχαρίστως, κύριε Κόκο, απάντησε ήρεμα.
Κάθισε
απέναντί του, τακτοποίησε τα πούλια, και από το πρώτο ρίξιμο φάνηκε πως ήξερε
το παιχνίδι. Οι κινήσεις της ήταν καθαρές, υπολογισμένες, χωρίς άγχος. Έπαιζε
με ρυθμό, με μυαλό. Ο Κόκος την παρατηρούσε με ενδιαφέρον· σπάνια έβρισκε
παίχτη που να τον κρατά σε εγρήγορση.
Το παιχνίδι
προχωρούσε αργά, γεμάτο ένταση. Ο κόσμος άρχισε να μαζεύεται γύρω τους. Ήθελαν
όλοι να δουν αν, επιτέλους, κάποιος θα κατάφερνε να ρίξει τον Κόκο, αν
επιτέλους ο χουμισιάρης βρήκε τον μάστορα του.
Αλλά ο Κόκος ήταν ο Κόκος. Κάθε φορά που η κοπέλα πίστευε πως τον στρίμωχνε,
εκείνος άλλαζε τακτική, έστηνε πόρτες, άνοιγε δρόμους, προέβλεπε τη ρίψη.
Έπαιζε σαν να διάβαζε τα ζάρια προτού πέσουν.
Στο τέλος, η
παρτίδα έφτασε έξι-έξι.
Η κοπέλα
έκανε μια τελευταία προσπάθεια, μα εκείνος έκλεισε τις πόρτες του με τέτοια
ακρίβεια που δεν άφηνε χαραμάδα. Έφερε διπλές, έβγαλε τα πούλια του ένα ένα,
και τελείωσε το παιχνίδι χωρίς φωνή, χωρίς πανηγυρισμό.
Το καφενείο
ξέσπασε σε χειροκροτήματα.
Η κοπέλα
χαμογέλασε.
-Είσαστε
πράγματι αήττητος, κύριε Κόκο, είπε με σεβασμό.
-Όχι, κοπέλα μου, της απάντησε εκείνος. Απλώς ξέρω να χάνω… πριν χάσω.
Σήκωσε το
ποτήρι του με το κονιάκ, ήπιε μια γουλιά και συνέχισε,
-Έχεις
μυαλό, έχεις ψυχραιμία. Αν είχες λίγη παραπάνω εμπειρία, ίσως σήμερα να με
έδενες κόμπο. Δεν είναι τα ζάρια που παίζουν, είναι το
μυαλό και η καρδιά
Έπειτα,
πρόσθεσε,
-Αντί για τα
εκατό ευρώ που δεν κέρδισες, θέλω να έρθεις να δουλέψεις μαζί μου. Θα
μάθεις περισσότερα δίπλα μου απ’ ό,τι με τα ζάρια.
Έτσι κι έγινε. Η κοπέλα πήγε στην επιχείρησή του και, όπως και στο παιχνίδι, έμαθε να
κινείται με στρατηγική και υπομονή. Ανέβηκε γρήγορα, γιατί ήξερε να περιμένει
τη σωστή στιγμή.Και ο Κόκος, κάθε φορά που την έβλεπε να παίρνει σωστές αποφάσεις,
σκεφτόταν χαμογελώντας:
-Να, αυτή θα μπορούσε μια μέρα να με κερδίσει. Μα δεν χρειάζεται. Γιατί ήδη έμαθε το μυστικό του καλού ταβλαδόρου, να νικάει χωρίς να ρίχνει ζάρια.
Στο καφενείο
της σιωπής
Πέρασαν
πενήντα δύο χρόνια από το καλοκαίρι του 1974. Χρόνια βαριά, φορτωμένα σιωπές,
μισοειπωμένες αλήθειες και μνήμες που αρνήθηκαν πεισματικά να ξεθωριάσουν. Ο
χρόνος κύλησε, οι σχέσεις ξαναχτίστηκαν, οι δρόμοι γέμισαν ζωή, κι όμως, κάτω
από την επιφάνεια της καθημερινότητας, κανείς δεν ήταν ποτέ βέβαιος αν οι
πληγές είχαν πραγματικά κλείσει.
Τα μίση και
τα πάθη ανάμεσα στον ελληνοκυπριακό λαό έδειχναν, τουλάχιστον φαινομενικά, να
έχουν επουλωθεί. Οι παλιοί διαχωρισμοί είχαν φορέσει το προσωπείο της λήθης, κι
οι λέξεις «Γριβικοί» και «Μακαριακοί» ακούγονταν λιγότερο,
σαν απόηχος μιας άλλης εποχής. Η συμφιλίωση φάνταζε εφικτή. Σαν μονοπάτι στενό
αλλά βατό, που οδηγούσε επιτέλους μακριά από το παρελθόν. Κάποιοι προοδευτικοί
άνθρωποι από όλες τις παρατάξεις τόλμησαν να το πιστέψουν.
Υπό αυτές τις
συνθήκες, η Ελένη, φίλη του Κυριάκου, πήρε μια απόφαση που δεν πέρασε
απαρατήρητη. Νοίκιασε το καφενείο του ΑΚΕΛ, έναν χώρο βαριά φορτισμένο από
σύμβολα και μνήμες, όπου οι διαχωριστικές γραμμές ήταν χαραγμένες βαθιά. Για
την Ελένη, όμως, το καφενείο δεν ήταν πια σύμβολο, ήταν μια
ευκαιρία.
Η επιτροπή
του συλλόγου ζήτησε από τον Κυριάκο να βοηθήσει. Τον ήξεραν όλοι στο χωριό:
άνθρωπο ήσυχο, μετρημένο, που μπορούσε να μιλήσει και με τις δυο πλευρές χωρίς
να υψώσει φωνή. Του ανέθεσαν να μαζέψει κόσμο στο καφενείο. Ανθρώπους
απλούς, από όλες τις ιδεολογικές ομάδες, να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι, να πιουν
τον ίδιο καφέ, να θυμηθούν πως πριν απ’ όλα ήταν συγχωριανοί.
Ο σκοπός
ήταν ξεκάθαρος: να συνεχιστεί και να σφιχτεί περισσότερο η συμφιλίωση ανάμεσα
στον απλό κόσμο. Να ξεχαστεί, όσο γινόταν, το κακό παρελθόν. Να παύσουν οι
άνθρωποι να μισούνται αναμεταξύ τους -όχι με
μεγάλα λόγια, αλλά με μικρές καθημερινές πράξεις.
Οι
περισσότεροι πίστεψαν πως το καφενείο θα γινόταν τόπος συνάντησης και όχι πεδίο
σύγκρουσης.
Όμως οι παλιές ιδέες, όπως και τα παλιά τραύματα, δεν ξεριζώνονται εύκολα. Και
αρκούσε μια λάθος λέξη για να θυμίσει σε όλους πως η διχόνοια, όσο κι αν
σωπαίνει, πάντα παραμονεύει.
Ο Πέτρος,
φανατικός αριστερός που είχε χάσει τον αδελφό του στα δύσκολα χρόνια, συνένεσε
κι αυτός στο εγχείρημα. Δήλωσε απερίφραστα πως οι άνθρωποι έπρεπε επιτέλους να
συμφιλιωθούν. Πως θα βοηθούσε. Πως θα ξεχνούσε. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε.
Τα πράγματα,
όμως, δεν έγιναν έτσι. Από την πρώτη κιόλας νύχτα, ο
Πέτρος μόλις ήπιε ένα-δυο ποτηράκια ζιβανία και το βλέμμα του στάθηκε στη
φωτογραφία του νεκρού αδελφού του κρεμασμένη στον τοίχο, άρχισε η μουρμούρα.
Λέξεις βαριές, πνιγμένες πίκρα, βγήκαν από μέσα του σαν να περίμεναν χρόνια τη
στιγμή.
Ο Κυριάκος,
βλέποντας τους άλλους θαμώνες να παγώνουν στις καρέκλες τους, κατάλαβε πως οι
κόποι του πήγαιναν χαμένοι. Η συζήτηση θα παρεκτρεπόταν, οι φωνές θα έπνιγαν
τις καλές προθέσεις και εκείνοι που τόλμησαν να μπουν ακούγοντας τον ίδιο να
τους καλεί, δεν θα ξαναέρχονταν. Το πείραμα που έστησε με τους επιτρόπους του
συλλόγου όδευε προς αποτυχία.
Προσπάθησε
ήρεμα να τον συνεφέρει. Να τον σταματήσει, να του θυμίσει γιατί βρέθηκαν
όλοι εκεί. Μα σε κάθε του κουβέντα, ο Πέτρος αγρίευε περισσότερο. Οι φωνές αντήχησαν σε όλη την πλατεία, σαν παλιός
κακός αντίλαλος.
Τότε ο
Κυριάκος κατάλαβε. Τα μίση και τα πάθη δεν είχαν φύγει. Ζούσαν ακόμη, κρυμμένα
βαθιά στις καρδιές των ανθρώπων. Και για να αναβιώσει η πλήρης ειρήνη, δεν
έφτανε ο καλός σκοπός ούτε η κοινή στέγη. Χρειάζονταν χρόνια πολλά ακόμη.
Σηκώθηκε αθόρυβα
και βγήκε από το καφενείο. Πίσω του έμειναν οι φωνές, τα μισογεμάτα ποτήρια και
οι φωτογραφίες στους τοίχους. Η πλατεία απλώθηκε μπροστά του άδεια και
σκοτεινή. Ένα φως έσβησε μέσα στο καφενείο και, μαζί του, έσβησε και η ελπίδα
της εύκολης συμφιλίωσης.
Άφησε την
προσπάθεια στα χέρια του χρόνου, του μόνου γιατρού που, όσο αργός κι αν
είναι, ίσως κάποτε μάθαινε στους
ανθρώπους να σωπαίνουν χωρίς μίσος.
