Ο Κυριάκος επιστρέφοντας
από τα καράβια, κουβαλούσε μαζί του όχι μόνο τις ιστορίες των θαλασσών και των
ξένων λιμανιών, αλλά και λίγες οικονομίες που είχε καταφέρει να μαζέψει με
κόπο. Δεν ήταν πολλά τα χρήματα, μα αρκετά για να του δώσουν έναν μικρό αέρα
ελευθερίας, έναν δρόμο να ακολουθήσει στη νέα πραγματικότητα της πατρίδας του.
Με τον
πατέρα του, άνθρωπο ριζωμένο στο εμπόριο
και τις αξίες του, μαζί ασχολήθησαν με το παλιό επάγγελμα του πράτη. Ο
πατέρας του, με μάτια που πάντα έμοιαζαν να μετρούν τον κόσμο σιωπηλά, τον
στήριξε από την πρώτη στιγμή. Γνώριζε πως η γη ξανά βρισκόταν στην καρδιά της
κυπριακής οικονομίας, και πως οι άνθρωποι είχαν ανάγκη από κάποιον να διακινεί
τα προϊόντα τους, να μεταφέρει τον κόπο τους σε άλλες επαρχίες.
Έτσι ο Κυριάκος με την καθοδήγηση του πατέρα του, αγόραζε τα γεωργικά προϊόντα από
τους παραγωγούς. Ντομάτες κατακόκκινες, αγγουράκια με τη μυρωδιά της πρωινής
δροσιάς πάνω τους, πατάτες με το χώμα ακόμη κολλημένο στις πλευρές τους.
Ύστερα, τα φόρτωνε στο φορτηγό του και τα μεταπωλούσε στη Λευκωσία και αλλού. Η
δουλειά ήταν πολλή, μα και απαιτητική. Κανείς δεν γινόταν πράτης από τύχη, έπρεπε να έχει νεύρο, δύναμη, αντοχή και κυρίως καρδιά.
Ολημερίς,
κάθε μέρα εκτός Σαββάτου, ο Κυριάκος φόρτωνε. Τα τελάρα στοιβάζονταν το ένα
πάνω στο άλλο με μια τάξη που είχε μάθει να επιβάλλεται από μόνη της. Τα χέρια
του σκλήρυναν, οι παλάμες του έγιναν σαν δέρμα θαλάσσιου ξύλου, ανθεκτικές,
στιβαρές. Το σώμα του, μαθημένο στον άνεμο των καραβιών, προσαρμόστηκε γρήγορα
στο βάρος των προϊόντων και στο ρυθμό της γης.
Τις νύχτες,
όταν οι περισσότεροι άνθρωποι επέστρεφαν στα σπίτια τους, ο Κυριάκος άναβε τη
μηχανή του φορτηγού και ξεκινούσε για τη Λευκωσία. Ο δρόμος σκοτεινός,
ατελείωτος, μια διαρκής εναλλαγή από στροφές, υψώματα και στιγμές απόλυτης
σιωπής. Το μόνο που άκουγε ήταν ο μονότονος βόμβος του κινητήρα και το χτύπημα
των τελάρων μεταξύ τους, σαν καρδιές που χτυπούσαν μέσα στο σκοτάδι.
Καθώς
οδηγούσε, ένιωθε τις μυρωδιές της νύχτας να περνούν από τα παράθυρα: άρωμα θυμαριού
από κάποιο λόφο, υγρασία από τις κοιλάδες, καπνός από κάποιες μακρινές
καμινάδες. Η νύχτα ήταν ο πιστός του σύντροφος, και το φορτηγό, παλιό αλλά
αξιόπιστο, ο αμίλητος φίλος του.
Τα Σάββατα
ήταν τα μόνα διαφορετικά. Φρόντιζε να ξεκινά από τη Λευκωσία νωρίς, με σκοπό να
φτάσει στο Κτήμα πριν χαθεί το πρωινό. Τα Σάββατα ήταν η μικρή του ανάσα, η
μέρα που θύμιζε πως η ζωή δεν ήταν μόνο δρόμος και δουλειά.
Μόλις
έμπαινε στην πόλη, ακολουθούσε πάντα την ίδια διαδρομή. Περνούσε από την αγορά,
εκεί όπου ο κόσμος είχε αρχίσει ξανά να ζει με τη μικρή ασφάλεια της καθημερινότητας.
Οι έμποροι φώναζαν τις πραμάτειες τους, οι γυναίκες κρατούσαν καλάθια γεμάτα
ψώνια, τα παιδιά τριγύριζαν ανάμεσα στους πάγκους. Ήταν μια μουσική ζωής που ο
Κυριάκος άκουγε προσεκτικά, σαν να μην ήθελε να χάσει ούτε μία νότα.
Ο προορισμός
του ήταν πάντα ο ίδιος, το
καφενείο–σουβλατζίδικο του Μωυσή. Βρισκόταν δίπλα στο παζάρι, στην οδό Πάφου
Χρυσάνθου, έναν δρόμο που έσφυζε από ζωή και ιστορίες. Εκεί στεγάζονταν τα
περισσότερα καταστήματα της εποχής. Μικρομάγαζα με μάλλινα υφάσματα,
παπουτσάδικα με δέρματα που μοσχοβολούσαν, ραφτάδικα με παλιά μηχανήματα που
έτριζαν σαν μνήμες παλαιότερης εποχής.
Ο Μωυσής ήταν
από εκείνους τους ανθρώπους που δεν ξεχνιούνται εύκολα. Με
ένα πρόσωπο βαθιά σημαδεμένο από τον ήλιο και σκαμμένο από
τα χρόνια, και με μια φωνή που ακουγόταν σαν κάλεσμα, έκανε το μαγαζί του
καταφύγιο για πολλούς κουρασμένους εργάτες. Μόλις έβλεπε τον Κυριάκο να
πλησιάζει, έβγαζε από την ψησταριά το καλύτερο σουβλάκι, το πιο ζουμερό κομμάτι,
και το σέρβιρε μαζί με πατάτες τηγανισμένες στο παλιό γκάζι.
Ο Κυριάκος
καθόταν πάντα στο ίδιο ξύλινο τραπεζάκι μόνος ή με παρέα, αλλά πάντα στο
ίδιο. Από εκεί μπορούσε να βλέπει τον παλμό της πόλης, τους ανθρώπους να
περνούν, τα καροτσάκια να τρίζουν, τους πωλητές να διαλαλούν τις πραμάτειες
τους. Ένιωθε πως, έστω για λίγη ώρα, ο κόσμος έβρισκε τον ρυθμό του, και
εκείνος μαζί του.
Τα Σάββατα, η οδός Χρυσάνθου γέμιζε κόσμο
από όλα τα χωριά της επαρχίας. Οι χωρικοί, που όλη τη βδομάδα ήταν σκυμμένοι πάνω
στη γη, άφηναν για λίγο τα εργαλεία τους, έβαζαν τα καλοσιδερωμένα ρούχα τους
και κατέβαιναν στην πόλη με τα λεωφορεία. Ήταν η μέρα του παζαριού, η μέρα που
η πόλη γινόταν σημείο συνάντησης για όλους. Άλλοι έρχονταν να πουλήσουν τα
προϊόντα τους, άλλοι να ψωνίσουν, άλλοι απλώς για να δουν κόσμο και να νιώσουν
την ανάσα της πόλης που έσφυζε από ζωή.
Ο δρόμος που
συνόρευε με το παζάρι μετατρεπόταν κάθε Σάββατο σε έναν μικρό κυκεώνα ανθρώπων.
Οι φωνές των πωλητών μπλέκονταν με τα γέλια των παιδιών, ο ήχος από τα σίδερα
των καροτσιών αντηχούσε στα στενά, και ένας παλμός, σχεδόν πανηγυρικός,
απλωνόταν παντού. Ο Κυριάκος πάντα ένιωθε πως εκείνη η μέρα είχε μια δική της
ξεχωριστή ενέργεια, σαν να ξεκλείδωνε την καρδιά της πόλης, και να της χάριζε ζωντάνια.
Ο Μωυσής ο
σουβλιτζής, συνήθιζε να τοποθετεί μια μεγάλη σειρά καρέκλες στο απέναντι
πεζοδρόμιο, μια αυτοσχέδια εξέδρα από όπου μπορούσε κανείς να δει ολόκληρη
τη ζωή να ξετυλίγεται μπροστά του. Το μαγαζί του ήταν μικρό, μα τόσο ζεστό και
φιλικό που έμοιαζε με σπίτι. Ο ίδιος φρόντιζε την ψησταριά με περισσή τέχνη, και
η γυναίκα του, πάντα χαμογελαστή, σερβίριζε καφέδες, λεμονάδες, μαστίχες,
αναψυκτικά και τα μυρωδάτα τριαντάφυλλα και μουχαλεμπιά που έφτιαχνε με τα
χέρια της.
Εκεί, στο
απέναντι πεζοδρόμιο, καθόταν ο Κυριάκος κάθε Σάββατο. Ήταν το σημείο του, η
μικρή του όαση μετά από μια κουραστική εβδομάδα. Εκεί
συναντιόταν με φίλους, άλλοι πράτες, άλλοι εργάτες, άλλοι απλοί άνθρωποι
της πόλης. Τρώγοντας σουβλάκια, πίνοντας λεμονάδες που μύριζαν καλοκαίρι, σχολίαζαν
τη ζωή που περνούσε μπροστά τους σαν ταινία.
Και ανάμεσα στις
κουβέντες και τα γέλια, όλοι τους είχαν το βλέμμα στραμμένο στα νεαρά κορίτσια
που πηγαινοέρχονταν στο παζάρι. Εκείνα τα Σάββατα ήταν και για τις κοπέλες μια
ευκαιρία. Φορ.ωντας τα καλά τους φορέματα τα ραμμένα
με μεράκι, περνούσαν από τον δρόμο αφήνοντας πίσω τους ίχνος από άρωμα γιασεμιού
ή λεβάντας, και έδειχναν με συστολή, μα και περηφάνια, την ομορφιά και τη νιότη
τους.
Το φλερτ της
εποχής εκείνης δεν ήταν ποτέ ανοιχτό ή θρασύ. Γινόταν διακριτικά, σχεδόν αθώα.
Με βλέμματα που συναντιούνταν για μια στιγμή και μετά χάνονταν, με μικρά
χαμόγελα, με ένα πέρασμα που διαρκούσε λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν. Οι
νέοι της εποχής προσέχανε να μην παρεξηγήσουν, γιατί συνήθως πίσω από τις κοπέλες
ακολουθούσε και κάποιος αδελφός, ξάδελφος ή συγγενής που «τις πρόσεχε». Ήταν οι
άγραφοι νόμοι των χρόνων εκείνων, νόμοι που όλοι γνώριζαν και σεβόντουσαν.
Όταν μια κοπέλα
έδειχνε ενδιαφέρον, έστω και από απόσταση, τότε ξεκινούσε σιωπηλά ένα παιχνίδι
ματιών. Δεν χρειαζονταν κουβέντες, ούτε τολμηρές κινήσεις. Ένα βλέμμα μπορούσε
να σημαίνει περισσότερα απ' όσα χιλιάδες λέξεις. Από αυτό το αθόρυβο φλερτ
γεννιούνταν συχνά οι πρώτες σπίθες μιας πιθανής ένωσης. Και όταν η σπίθα ήταν
αμοιβαία, το επόμενο βήμα ήταν το προξενιό.
Ο Κυριάκος
είχε δει πολλούς γνωστούς του να παντρεύονται με αυτόν τον τρόπο. Νέοι που η
ζωή τους άλλαξε από ένα βλέμμα ενός Σαββάτου, από ένα χαμόγελο που κράτησε λίγα
δευτερόλεπτα. Η εποχή εκείνη είχε τον δικό της ρυθμό, μια αίσθηση ότι όλα γίνονταν
με μια σοβαρότητα, μια τιμιότητα που δεν χανόταν ποτέ.
Παρά τα
ταξίδια του στα καράβια, παρά τις εμπειρίες του σε χώρες όπου τα ήθη είχαν
αλλάξει και τέτοιες συνήθειες ήταν ξεπερασμένες, ο Κυριάκος δεν ξέφυγε από τη
μοίρα της παράδοσης. Και εκείνος, κάποια στιγμή, έζησε το δικό του φλερτ του
Σαββάτου. Ήσυχο, κρυφό, γεμάτο νόημα, που τον οδήγησε σε προξενιό και
αργότερα σε γάμο.
Ήταν
παράξενο πώς η ζωή, όσο και αν τον είχε ταξιδέψει σε θάλασσες και ξένους
τόπους, τον έφερε τελικά πίσω στο παζάρι του Σαββάτου, στο μικρό πεζοδρόμιο με
τις καρέκλες απέναντι από το μαγαζί του Μωυσή. Εκεί όπου τα βλέμματα των
κοριτσιών μιλούσαν μια γλώσσα παλιά, γνώριμη και αθάνατη. Εκεί όπου η μοίρα
έπλεκε αργά και υπομονετικά το νήμα της ζωής του.
Και ο
Κυριάκος, καθισμένος με τους φίλους του, πίνοντας τη λεμονάδα του και βλέποντας
τον κόσμο να περνά, δεν ήξερε πως αυτές οι στιγμές, τόσο καθημερινές και
συνηθισμένες, θα καθόριζαν τη ζωή του περισσότερο από οτιδήποτε άλλο είχε ζήσει
ταξιδεύοντας ως τότε.
Ο Κυριάκος,
καθισμένος στη γνώριμη θέση του απέναντι από το σουβλατζίδικο του Μωυσή,
αισθανόταν εκείνο το παράξενο σφίξιμο στο στήθος που μόνο η πρώτη εντύπωση μιας
όμορφης παρουσίας μπορεί να προκαλέσει. Η νεαρή κοπέλα στο μαγαζάκι με τα
παπούτσια, με τα μακριά μαύρα μαλλιά που έπεφταν σαν βελούδο στους ώμους της,
είχε συνεπάρει τα μάτια του και, χωρίς να το καταλάβει, και τη σκέψη του. Οι
φίλοι του, που είχαν αντιληφθεί τον τρόπο που την παρατηρούσε, έσπευσαν να του
κόψουν τη φόρα, να τον προσγειώσουν στα δεδομένα της εποχής.
«Άδικα τη
γλυκοκοιτάζεις, Κυριάκο» του είπαν. «Ο πατέρας της έχει όνειρα μεγάλα. Είναι καλή
κοπέλα, ήσυχη, αλλά… πολύφερνη. Δεν θα είναι εύκολο.»
Ο Κυριάκος
δεν ήταν από τους ανθρώπους που ονειροπολούσαν χωρίς μέτρο. Είχε μεγαλώσει σε
χρόνια σκληρά, και η θάλασσα τον είχε διδάξει πως οι επιθυμίες, όσο δυνατές κι
αν είναι, δεν αρκούν από μόνες τους για να αλλάξουν τις μοίρες των ανθρώπων. Και
όμως, κάτι μέσα του αντιστεκόταν στη λογική. Ένιωθε πως αυτή η κοπέλα, με το
συνεσταλμένο ύφος και τη δειλή της χάρη, είχε χαράξει ήδη ένα σημάδι στην ψυχή
του.
Έτσι, παρόλο
που είπε στον εαυτό του να μην ελπίζει, το βλέμμα του αρνιόταν να υπακούσει.
Κάθε τόσο, χωρίς να το συνειδητοποιεί, το στρέφε προς το μαγαζάκι. Εκείνη
στεκόταν πλάι στους πάγκους με τα κουτιά των παπουτσιών, άλλοτε συνομιλώντας
χαμηλόφωνα με την μητέρα της, άλλοτε περιμένοντας υπομονετικά κάποιον πελάτη.
Και τότε
συνέβη το αναπάντεχο. Η κοπέλα, νιώθοντας την παρουσία του να επιμένει, σήκωσε
το κεφάλι της. Τα μάτια τους συναντήθηκαν για ένα κλάσμα δευτερολέπτου, μα ήταν
αρκετό για να περάσει ανάμεσά τους ένας αδιόρατος ηλεκτρισμός, σαν ψίθυρος που
κανείς δεν τον άκουσε, αλλά και οι δυο τον ένιωσαν.
Ο Κυριάκος
γύρισε το βλέμμα του αλλού, σαν να φοβήθηκε πως την είχε ενοχλήσει. Οι φίλοι
του τον πείραξαν, μα εκείνος χαμογέλασε αμήχανα. Όταν όμως σήκωσε ξανά τα μάτια
του, είδε πως και εκείνη τον κοιτούσε πάλι. Όχι επίμονα, όχι με θράσος, μα με μια διστακτική περιέργεια, με ένα αχνό,
ανεπαίσθητο χαμόγελο που έμοιαζε να λέει περισσότερα απ’ όσα θα τολμούσε ποτέ
να εκφράσει με λόγια.
Από εκείνη
τη στιγμή, κάθε κίνηση φαινόταν να αποκτά άλλο νόημα. Ο κόσμος γύρω τους
συνέχιζε τη βουή του, οι χωρικοί μπαινόβγαιναν από τα μαγαζιά, τα παιδιά
πηγαινοέρχονταν τρέχοντας, και τα καροτσάκια μετέφεραν προϊόντα και εμπορεύματα.
Όμως για τον Κυριάκο, όλα έδειχναν κάπως θολά, σαν να τα παρακολουθούσε από
απόσταση, σαν να είχαν μετατοπιστεί λίγο στο φόντο, αφήνοντας μόνο εκείνη
καθαρή μπροστά του.
Κάθε Σάββατο
που ακολουθούσε, η ίδια ιστορία επαναλαμβανόταν. Ο Κυριάκος, μετά το μακρύ ταξίδι
του από τη Λευκωσία και τη στάση του στο μαγαζί του Μωυσή, έβρισκε την ευκαιρία
να καθίσει στο ίδιο σημείο. Και εκείνη, πάντα συνεσταλμένη, με την ίδια
διακριτική χάρη, προσπαθούσε να φαίνεται απασχολημένη, μα δεν μπορούσε να κρύψει
πως και εκείνη πλέον τον αναζητούσε με το βλέμμα της.
Μόνο που οι
εποχές εκείνες δεν ευνοούσαν επιπολαιότητες. Τα κορίτσια προστατεύονταν
αυστηρά, και πολλές φορές, πίσω τους στεκόταν ένας αδερφός, ένας θείος ή ο
ίδιος ο πατέρας. Για τον Κυριάκο, κάθε ματιά της ήταν σαν δώρο. Κάθε γρήγορο,
δειλό χαμόγελο, σαν υπόσχεση που όμως κανείς από τους δυο δεν ήξερε αν θα
τολμούσε να γίνει πραγματικότητα.
Κάποτε, μια
μέρα που ο δρόμος ήταν πιο ήσυχος, εκείνη βγήκε για λίγο έξω, κρατώντας ένα
ζευγάρι κουτιά. Τα ακούμπησε προσεκτικά σε ένα τραπεζάκι για να τα
τακτοποιήσει. Ο Κυριάκος, που πάλι την παρατηρούσε, είδε τα δάχτυλά της λεπτά,
μα σταθερά, να δένουν μια κορδέλα. Κάτι τόσο απλό, και όμως τόσο όμορφο
στην απλότητά του, που τον έκανε να αναρωτηθεί πως ήταν δυνατόν να έχει ζήσει τόσα
χρόνια χωρίς να έχει συναντήσει αυτό το πλάσμα.
Μα δεν ήταν
μόνο η ομορφιά της. Ήταν η σεμνότητά της, ο τρόπος που κρατούσε το βλέμμα της,
ο τρόπος που μιλούσε στους πελάτες με σεβασμό και ευγένεια.
Ένας
χαρακτήρας χωρίς επιβολέα, αλλά που φανερωνόταν σιγά-σιγά, όπως αποκαλύπτει η
θάλασσα τα μυστικά της σε εκείνους που την παρατηρούν υπομονετικά.
Ο Κυριάκος,
χωρίς να το ομολογεί ούτε στον εαυτό του, είχε αρχίσει να πλάθει όνειρα. Όνειρα
που δεν ήξερε αν άξιζε να τα σκεφτεί ή αν θα έπρεπε να τα διώξει πριν ριζώσουν
μέσα του. Έβλεπε όμως κάτι στα μάτια της, μια μαγεία, μια ανείπωτη
συμφωνία, ένα κρυμμένο χαμόγελο– που του έδινε δύναμη να ελπίζει.
Οι φίλοι του
γελούσαν με τα «άγραφτα προξενιά» που γίνονταν ανάμεσα σε βλέμματα και χαμόγελα.
Μα εκείνος ήξερε πως αν κάτι άξιζε πραγματικά, δεν ήταν το εύκολο, αλλά το
αληθινό. Και αυτό που ένιωθε για την κοπέλα από το μαγαζάκι με τα παπούτσια,
όσο και αν ήταν στην αρχή του, είχε ήδη αρχίσει να μοιάζει επικίνδυνα… αληθινό.
Αυτό που δεν
ήξερε ακόμη ήταν πως η μοίρα, σιωπηλή και υπομονετική, είχε ήδη αρχίσει να
υφαίνει τις λεπτές της κλωστές γύρω τους. Κλωστές που, μια μέρα όχι πολύ
μακρινή, θα έδεναν τις ζωές τους με τρόπους που ούτε ο ίδιος θα μπορούσε τότε
να φανταστεί.
Από εκείνη
τη μέρα, ο Κυριάκος έγινε πια αναπόσπαστο κομμάτι του μικρού κόσμου γύρω από το
μαγαζάκι του Μωυσή. Κάθε Σάββατο –και πολλές φορές και καθημερινές όταν έβρισκε
ευκαιρία. βρισκόταν από τα χαράματα στο γνώριμο πεζοδρόμιο. Μόλις άνοιγαν
τα καταστήματα, αυτός είχε κιόλας παραγγείλει τον καφέ του, τον οποίο η γυναίκα
του Μωυσή τού έφερνε πάντα με ένα ζεστό, μητρικό χαμόγελο. «Καλημέρα, γιε μου»,
του έλεγε, σαν να ένιωθε ότι η παρουσία του εκεί δεν ήταν τυχαία, αλλά πως κάτι βαθύτερο τον κρατούσε καρφωμένο σε εκείνη τη σειρά από καρέκλες.
Ο Κυριάκος
έπινε τον καφέ του σιγά, με τρόπο που έδινε την εντύπωση πως απλώς απολάμβανε την
ηρεμία του πρωινού. Όμως όποιος τον πρόσεχε καλύτερα, και σίγουρα ο Μωυσής
και η γυναίκα του τον είχαν
παρατηρήσει, θα έβλεπε ότι το βλέμμα του δεν περιπλανιόταν ποτέ άσκοπα.
Σταθερά, αθόρυβα, αναζητούσε τη μορφή της κοπέλας στο απέναντι μαγαζάκι. Κάθε φορά
που εκείνη έβγαινε από την πόρτα κρατώντας κουτιά με παπούτσια ή κάποια χαρτιά,
η καρδιά του χτυπούσε λίγο δυνατότερα.
Το άτυπο
αυτό φλερτ μεταξύ του Κυριάκου και της Λύλλας, κράτησε μέρες. Εβδομάδες. Ένα παιχνίδι
μεταξύ δύο ανθρώπων που δεν μιλούσαν, δεν πλησίαζαν ο ένας τον άλλο, που ζούσαν
όμως ολόκληρη συναισθηματική ιστορία μόνο με ματιές.
Ο Κυριάκος,
παρόλο που ήταν άντρας συνηθισμένος στα ταξίδια και τους κινδύνους της
θάλασσας, ατρόμητος μέσα στα καράβια, ένιωθε μέσα του μια αμηχανία πρωτόγνωρη.
Στον έρωτα ήταν πιο άτολμος απ’ ό,τι πάνω στα κύματα και στο τιμόνι.
Η κοπέλα,
από την άλλη, συνέχιζε να δείχνει εκείνη τη συνεσταλμένη ευγένεια, αλλά και μια
απόχρωση ενδιαφέροντος που όσο περνούσαν οι μέρες γινόταν πιο φανερή. Δεν ήταν
ποτέ απρεπής, ούτε υπεροπτική. Το βλέμμα της, όλο ντροπαλή ζεστασιά, έλεγε
περισσότερα απ’ όσο θα μπορούσαν οι λέξεις εκείνης της εποχής. Και ο Κυριάκος, παρακολουθόντας , άρχισε να πιστεύει πως ίσως ο Θεός τού
χαμογελούσε ύστερα από καιρό.
Με τον
καιρό, έγινε κοινό μυστικό ότι ο νεαρός φθαρτέμπορας που ταξίδευε κάθε νύχτα στη Λευκωσία,εκείνος που είχε το
βλέμμα του θαλασσινού μα και την καρδιά του αγρότη, είχε βάλει στο μάτι την
κόρη του παπουτσή. Οι φίλοι του τον πείραζαν διακριτικά, μα και με συμπάθεια.
«Κυριάκο, θα σε δούμε γαμπρό με τα κουτιά των παπουτσιών για προίκα!» του
έλεγαν γελώντας. Αυτός όμως δεν θύμωνε∙ ήξερε πως κάτω από την πλάκα κρυβόταν και
η ευχή τους.
Όταν πια
κατάλαβε ότι υπήρχε ανταπόκριση, όχι φανερή, όχι ξεκάθαρη, αλλά εκείνη η
γλυκιά, τρεμάμενη ανταπόκριση που οι καθωσπρέπει οικογένειες της εποχής δεν θα
επέτρεπαν ποτέ να εξελιχθεί δημόσια, πήρε μια
απόφαση μετά από μια άγρυπνη νύχτα.
Θα έστελνε προξενητάδες.
Ήταν μεγάλη
κουβέντα για έναν άνδρα σαν τον Κυριάκο. Ήξερε ότι το προξενιό είναι δρόμος χωρίς
επιστροφή. Αν πήγαινε κάποιος για λογαριασμό του και οι γονείς της κοπέλας απέρριπταν την πρόταση, το όνομα του θα γραφόταν στο νου του κόσμου, και δεν ήθελε
να γίνει περίγελος ή να προσβάλλει την κοπέλα με μια αποτυχημένη προσπάθεια.
Όμως ένιωθε πως άξιζε να το τολμήσει.
Έτσι, ένα
απόγευμα, μετά από πολλές σκέψεις, μάζεψε θάρρος και επισκέφτηκε μια γειτόνισσα
στο χωριό, γνωστή για τις μεσολαβήσεις της σε προξενιά. Ήταν μια γυναίκα
σοβαρή, έμπειρη, και όλοι ήξεραν πως το κάθε της βήμα είχε βάρος. Εκείνη τον
άκουσε με προσοχή, τον κοίταξε για λίγο, και
ύστερα είπε:
«Θέλει τρόπο
τούτη η δουλειά, Κυριάκο. Οι άνθρωποι εκείνοι σέβονται το σπίτι τους. Δεν θα δεχτούν
εύκολα. Μα… θα πάω. Θα πάω, γιατί είσαι καθαρός άνθρωπος.»
Ο Κυριάκος
ένιωσε την καρδιά του να φτερουγίζει. Ήταν το πρώτο βήμα. Ένα βήμα που, αν ο
Θεός ήθελε, θα γινόταν η αρχή μιας ζωής που δεν είχε ποτέ τολμήσει να
ονειρευτεί.
Το ίδιο
βράδυ, όταν επέστρεψε στο σπίτι του, ο πατέρας του τον περίμενε στο κατώφλι. Ο
Κυριάκος τού μίλησε με σεβασμό, του εξήγησε την πρόθεσή του και είδε στο
πρόσωπο του μια περηφάνια που δεν περίμενε. Ο πατέρας του έβαλε το χέρι στον
ώμο του και του είπε:
«Αν σε
θέλει, γιε μου, να ξέρεις πως η ευτυχία σου θα ’ναι και δική μου.»
Τα λόγια
αυτά ακούστηκαν σαν ευλογία. Και το επόμενο πρωί, η προξενήτρα φόρεσε το καλό
της μαντίλι και ξεκίνησε για το σπίτι του παπουτσή.
Και ενώ
εκείνη χτυπούσε την πόρτα, ο Κυριάκος καθόταν πάλι στην καρέκλα του Μωυσή, με
τον καφέ μπροστά του, μα χωρίς να μπορεί να πιει ούτε γουλιά. Το βλέμμα του καρφωμένο
στο απέναντι μαγαζί, η ψυχή του κρεμασμένη από μια στιγμή που δεν γνώριζε ακόμη
αν θα του έφερνε χαρά ή πίκρα.
Και όμως,
ήξερε πως η ζωή, όπως και η θάλασσα, ανταμείβει μόνο όσους τολμούν να
ταξιδέψουν. Και αυτός, για πρώτη φορά, ταξίδευε όχι με καράβι, αλλά με την
καρδιά του.
Οι μέρες
περνούσαν βασανιστικά αργά για τον Κυριάκο. Κάθε πρωί, πριν ξεκινήσει για τα
δρομολόγια του, ξυπνούσε με την κρυφή ελπίδα ότι η προξενήτρα θα είχε κάποια
είδηση. Κάθε βράδυ, γυρίζοντας κουρασμένος από τη Λευκωσία, ένιωθε το ίδιο
βάρος στο στήθος όταν καταλάβαινε πως καμιά απάντηση δεν είχε έρθει. Το παζάρι
εξακολουθούσε να ζει και να κινείται όπως πάντα. Τα μαγαζιά άνοιγαν, οι άνθρωποι
πηγαινοέρχονταν, και εκείνος ένιωθε σαν ξένος μέσα σε έναν κόσμο που πριν λίγες
μέρες του φαινόταν γνώριμος και γεμάτος ελπίδα.
Μην
αντέχοντας άλλο την αναμονή, αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από κάποιον δικό του.
Έτσι παρακάλεσε τον μεγάλο του ξάδερφο τον
Γιώρκο, έναν άνθρωπο ώριμο, σοβαρό, που τον υπολόγιζαν όλοι να πάει «στα
ίσα», όπως είπε, και να ρωτήσει την οικογένεια της κοπέλας για την τύχη του
προξενιού. Ήξερε πως ο ξάδερφός του δεν θα μάσαγε τα λόγια του, ούτε θα άφηνε
περιθώριο για παρερμηνείες.
Και έτσι
έγινε. Ο Γιώρκος πήγε με καλή πρόθεση και με σεβασμό, και συνομίλησε μαζί τους. Μα
όταν γύρισε, το βλέμμα του βαρύ, το περπάτημά του αργό, ο Κυριάκος κατάλαβε
πριν ακόμη ακούσει. Η καρδιά του σφίχτηκε. Η απάντηση
είχε ήδη γραφτεί στο πρόσωπο του συγγενή του.
«Κυριάκο…
δεν θέλουν.»
Η φωνή του
ξαδέρφου ήταν χαμηλή, σχεδόν απολογητική.
Ο Κυριάκος
ένιωσε τον αέρα να παγώνει γύρω του. Δεν μίλησε. Περίμενε.
«Λένε… πως
δεν είσαι για την κόρη τους.»
Είπε ο
ξάδερφος και κατέβασε το βλέμμα.
Ο Κυριάκος έσφιξε
τις γροθιές του.
«Γιατί;»
ρώτησε με μια φωνή που δεν έμοιαζε με τη δική του.
Η απάντηση
ήρθε αργά, κοφτά, με εκείνη την άβολη ειλικρίνεια που πονάει περισσότερο από
την ίδια την απόρριψη.
«Είπαν πως…
ο πατέρας σου παίζε χαρτιά. Και ο θείος σου τα ίδια, μα και… γυναίκες. Και ότι,
αφού αυτοί είναι έτσι… μπορεί να είσαι και εσύ. Και πως η κόρη τους δεν θα ’ναι ασφαλής
στα χέρια σου.»
Ο Κυριάκος
έμεινε ακίνητος. Ένιωσε πρώτα μια μαχαιριά βαθιά, σαν να άγγιξε η φράση αυτή όσα
μέσα του προσπαθούσε χρόνια να αποδείξει ότι δεν ήταν. Για μια στιγμή, δεν ήξερε
αν πληγώθηκε πιο πολύ ως άντρας, ως ερωτευμένος ή ως γιος. Είχαν προσβάλει
εκείνη την κρυφή, ευαίσθητη πτυχή του που δεν έδειχνε ποτέ, την περηφάνια του.
«Αυτά είπε η
μάνα της κοπέλας» συνέχισε ο Γιώρκος,
«και… τέλος.»
Η κουβέντα
σταμάτησε εκεί. Ο ξάδερφος τον χτύπησε φιλικά στον ώμο, μα ο Κυριάκος δεν
απάντησε. Τον ευχαρίστησε μόνο με ένα τυπικό νεύμα. Η καρδιά του όμως είχε
γίνει πέτρα.
Εκείνο το
βράδυ, όταν έμεινε μόνος, ένιωσε κάτι μέσα του να σπάει. Δεν ήταν μόνο η
απόρριψη, ήταν η αδικία. Το ότι τον έκριναν όχι για το ποιος ήταν, αλλά
για το ποιοι ήταν άλλοι πριν από αυτόν. Τον έκριναν για αμαρτίες που δεν ήταν
δικές του. Και αυτό πονούσε βαθύτερα απ’ όσο πίστευε πως μπορούσε να πονέσει.
Την επόμενη
κιόλας μέρα πήρε την απόφασή του.
Θα σταματούσε να πηγαίνει στο καφενεδάκι.
Θα σταματούσε να περνά από τον δρόμο εκείνο.
Θα έκανε ό,τι μπορούσε για να σβήσει από μέσα του την εικόνα της.
Το είπε στον
εαυτό του με αποφασιστικότητα, σχεδόν θυμό.
Μα η αλήθεια
ήταν πως περισσότερο προσπαθούσε να προστατεύσει τον εγωισμό του παρά την
καρδιά του. Γιατί μέσα του ήξερε ότι το συναίσθημα δεν σβήνει με μια πεισματική
απόφαση.
Και έτσι,
για μια ολόκληρη βδομάδα δεν πέρασε από το παζάρι. Καθημερινά, φορτώνοντας τα προϊόντα
για τη Λευκωσία, οδηγούσε σκυφτός στο τιμόνι, με το μυαλό του να τρέχει πιο
γρήγορα και από το φορτηγό του. Η νύχτα γινόταν σύμμαχος στις σκέψεις του, ο
δρόμος άδειος, η καρδιά βαριά.
Προσπαθούσε
να ξεδιαλύνει το κουβάρι μέσα του:
Ήταν θυμωμένος; Ή ήταν… ερωτευμένος;
Και το
χειρότερο: ποιο από τα δύο πονούσε περισσότερο;
Η εικόνα της
κοπέλας ερχόταν μπροστά του ξανά και ξανά, και όσο κι αν πάλευε, δεν μπορούσε
να την αποδιώξει. Ο θυμός και η λαχτάρα μπλέκονταν μέσα του σαν δύο αντίθετοι
άνεμοι που συγκρούονταν χωρίς να νικιέται κανείς.
Μα ο δρόμος,
όπως πάντα, είχε τον τρόπο του να οδηγεί όχι μόνο το σώμα, αλλά και τη μοίρα.
Και ο Κυριάκος δεν ήξερε ακόμη πως η ιστορία αυτή… δεν είχε τελειώσει. Θα
γύριζε ξανά εκεί, όχι από πείσμα, όχι από αδυναμία, αλλά γιατί κάποιες
φορές, όσο κι αν προσπαθεί ο άνθρωπος, η καρδιά βρίσκει πάντα τον δικό της
δρόμο.
Η Δευτέρα
εκείνη φαινόταν σαν να είχε ξεχάσει τη βαρύτητα των προηγούμενων ημερών. Ο
Κυριάκος, μετά από μια εβδομάδα γεμάτη δρόμους, φορτία και σκέψεις, έφτασε στη
Πάφο κατά τις μεσημεριανές ώρες. Καθυστέρησε στο παζάρι, όχι από αμέλεια, αλλά
επειδή κάθε Δευτέρα ήταν η ημέρα που έπαιρνε από τους μεσητεμπόρους το αντίτιμο
της πώλησης των προϊόντων της προηγούμενης εβδομάδας. Μια συνήθεια που του
έδινε σταθερότητα, αλλά εκείνη τη φορά, ασυναίσθητα, η συνήθεια πήρε άλλη
τροπή.
Αντί να
κατευθυνθεί αμέσως στη δουλειά του, πάρκαρε το φορτηγό σε μια ήσυχη γωνιά και
πήγε στο γνωστό στέκι του Μωυσή. Το μαγαζάκι έμοιαζε ίδιο, μα διαφορετικό. Τα
χρώματα της πόλης, η ζέστη του ήλιου που έπεφτε πάνω στα μαρμάρινα πεζοδρόμια
και το άρωμα του καφέ φάνταζαν πιο έντονα, πιο ζωντανά. Παράγγειλε έναν καφέ
και έγειρε πίσω στην καρέκλα, αφήνοντας το βλέμμα του να χαθεί στον δρόμο.
Και τότε,
χωρίς καμία προειδοποίηση, το βλέμμα του καρφώθηκε εκεί που ήθελε πιο πολύ. Η
όμορφη κόρη του μαγαζάτορα, που τόσες φορές είχε παρατηρήσει διακριτικά,
βρισκόταν απέναντι. Μόλις τον είδε, βγήκε έξω, στάθηκε στο πεζοδρόμιο με ένα
συνεσταλμένο χαμόγελο που ταυτόχρονα έκρυβε και μια γλυκιά προσμονή. Η καρδιά
του Κυριάκου χτύπησε γρήγορα, σαν να τον προειδοποιούσε πως αυτό το βλέμμα δεν
ήταν τυχαίο, πως κάτι άλλαζε.
Χωρίς
δεύτερη σκέψη, της χαμογέλασε πλατιά. Το χαμόγελό του ήταν ειλικρινές, γεμάτο
χαρά και μια μακρόχρονη αναμονή. Εκείνη ανταποκρίθηκε αμέσως, με ένα αχνό αλλά
ζωντανό χαμόγελο που φώτισε το πρόσωπό της και έκανε τον Κυριάκο να νιώσει πως
είχε ξαναβρεί κάτι που είχε μέρες να
δει: ελπίδα.
Κάθισαν και
οι δύο για λίγο σιωπηλά, μα όχι αμήχανα. Το βλέμμα τους μιλούσε για τις μέρες
που πέρασαν, για την αναμονή και τη σιωπηλή επικοινωνία που είχαν ανάμεσα τους, αλλά και για την ανάγκη να ξεκινήσουν κάτι που είχε μείνει
ημιτελές. Ο Κυριάκος ένιωσε πως όλα όσα είχαν συμβεί μέχρι εκείνη τη στιγμή, οι
απορρίψεις, ο θυμός, οι αποστάσεις, δεν είχαν σημασία μπροστά σε αυτό το
στιγμιότυπο.
Κι έτσι,
χωρίς λόγια, η επαφή τους έγινε πιο ουσιαστική. Η παρουσία της, η ζωντάνια των
ματιών της, η ηρεμία που εξέπεμπε, έκαναν τον Κυριάκο να καταλάβει πως η καρδιά
του δεν είχε ξεχάσει ποτέ.
Η μέρα
φαινόταν να έχει σταματήσει γύρω τους, και το μικρό πεζοδρόμιο είχε μετατραπεί
σε χώρο όπου ο χρόνος ακολουθούσε μόνο τον δικό τους ρυθμό.
Μετά από
λίγο, εκείνη έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. Η κίνηση ήταν απλή, αλλά για τον
Κυριάκο είχε όλη τη σημασία του κόσμου. Το χαμόγελό της έγινε πιο σίγουρο, και
το βλέμμα της ανοιχτό, σαν να προσκαλούσε τη ζωή να ξαναμπεί ανάμεσά τους.
Αισθάνθηκε
ξανά τη σιγουριά και τη ζεστασιά που του έλειπαν τις προηγούμενες μέρες.
Η στιγμή
έμοιαζε με αρχή. Και καθώς καθόταν
ακίνητος, συνειδητοποίησε πως η καρδιά του είχε ήδη πάρει την απόφαση να μην
αφήσει τίποτα πια να σταθεί ανάμεσά τους. Η επανένωση αυτή δεν ήταν απλώς μια
συνάντηση, ήταν η αρχή μιας νέας πορείας, που υπόσχονταν να αλλάξει τη ζωή
του για πάντα.
Και έτσι,
κάτω από τον ήλιο της Πάφου, με τον θόρυβο του δρόμου γύρω τους, ο Κυριάκος και η όμορφη κοπέλα στάθηκαν για λίγο αμίλητοι, μα
συνδεδεμένοι από κάτι πολύ περισσότερο από βλέμματα και χαμόγελα, από μια κρυφή υπόσχεση στις καρδιές τους, ότι τίποτα δεν θα ήταν πια όπως πριν.
Ο Κυριάκος
είχε πάντα την ικανότητα να σκέφτεται γρήγορα και να βρίσκει λύσεις σε ξαφνικά
προβλήματα. Αυτή τη φορά όμως, η έμπνευσή του δεν είχε να κάνει με δουλειά ή
φορτία, αλλά με την καρδιά του. Καθώς καθόταν στο πεζοδρόμιο του Μωυσή και
παρατηρούσε την κοπέλα, του ήρθε μια φαεινή ιδέα. Προτού καν φτάσει ο καφές που
είχε παραγγείλει, σηκώθηκε αποφασιστικά και κατευθύνθηκε στο μαγαζί με τα
παπούτσια.
Μόλις μπήκε,
χαιρέτησε τηνΜαρινέλα με ένα
πλατύ, αυθόρμητο χαμόγελο. Του
ανταπόδωσε το χαμόγελο με τη σειρά
της, μα με εκείνη τη διστακτική, συνεσταλμένη γοητεία που τόσο του άρεσε. «Θέλω
να αγοράσω παπούτσια», της είπε, σαν απλή αγοραστική ανάγκη, μα η τόλμη του και
η σιγουριά στη φωνή του έστελναν ένα ξεκάθαρο μήνυμα και προς τους γονείς της.
Οι γονείς της,
έμειναν με το στόμα ανοιχτό. Η έκπληξή τους ήταν εμφανής. Δεν περίμεναν ο Κυριάκος θα έμπαινε έτσι απροκάλυπτα στο κατάστημά τους και να
αρχίσει κουβέντα με την κόρη τους. Η μητέρατης η Δήμητρα, που φαινόταν να κάνει
κουμάντο, τον κοίταξε με αμφιβολία, και εκείνος το κατάλαβε αμέσως.
Χωρίς να
χάσει στιγμή, άρχισε να μιλάει στη μητέρα της. Ήθελε να δείξει πως δεν ήταν
απλώς ένας οποιοσδήποτε νέος, αλλά κάποιος σοβαρός, υπεύθυνος και με δυνατή
θέληση. Ύστερα γύρισε στη κόρη της και της ζήτησε να τον βοηθήσει να βρει ένα ζευγάρι μπότες. Αυτή τον
βοήθησε να διαλέξει τα παπούτσια που ήθελε δείχνοντας την ίδια διάθεση που είχε δείξει τις προηγούμενες μέρες, με εκείνη τη
διακριτική φροντίδα και την γλυκιά προθυμία.
Όταν τελικά
βρήκε αυτό που ήθελε, γύρισε στη μητέρα
της και ζήτησε την τιμή, ενώ ταυτόχρονα έβαλε το χέρι στη τσέπη και έβγαλε ένα
μάτσο χαρτομομίσματα, πολλών χιλιάδων λιρών, κάνοντας τοιουτοτρόπως μια
επίδειξη πλούτου. Ήθελε να την εντυπωσιάσει, να της δείξει πως είναι πλούσιος,
να την κάνει να αλλάξει γνώμη. Όταν άκουσε την τιμή, τα έβαλε πίσω και από την
άλλη τσέπη έβγαλε ένα δεύτερο μάτσο από την άλλη τσέπη, μικρότερο αλλά κι
αυτό αξίας πολλών χιλιάδων, έτσι για να ενισχύσει την
εντύπωση. Η Δήμητρα τον παραολουθούσε προσεχτιά με μάτια διεσταλμένα από έκπληξη και
ενδιαφέρον.
Ο Κυριάκος,
χωρίς να φανεί υπερβολικός, παρέμεινε ήρεμος, ενώ ταυτόχρονα παρατηρούσε κάθε
μικρή κίνηση της μητέρας της κόρης. Ήθελε να καταλάβει αν η τακτική του είχε
αποτέλεσμα, αν η τόλμη του και η σιγουριά του μπορούσαν να σπάσουν το πάγο και
να της δώσουν μια θετική εικόνα για εκείνον. Και
χαμογελώντας ήρεμα, πλήρωσε
και χωρίς
κανένα δισταγμό, κοιτάζοντας
την κόρη τους με ένα βλέμμα που δεν
χρειαζόταν λόγια, τους αποχαιρέτησε σαν να τους έλεγε περιμένω…
Η ανταπόδωση
του χαμόγελου της κοπέλας, εκείνη η σιωπηλή ανταπόκριση, ήταν για τον
Κυριάκο πιο πολύτιμο από κάθε λέξη ή συγκατάθεση.
Καθώς έφευγε
από το μαγαζί, ένιωσε μια ελαφράδα στην καρδιά, μια ανάσα ελευθερίας. Ήξερε πως
είχε κάνει το πρώτο, τολμηρό βήμα. Όχι για να αγοράσει παπούτσια, αλλά για να σπάσει
το τείχος αμφιβολίας και απόστασης που η οικογένεια της κοπέλας είχε υψώσει.
Κάτι μέσα του του είπε ότι η κίνηση αυτή δεν ήταν μόνο αγοραστική, ήταν δελεαστική και το πρώτο κεφάλαιο μιας ιστορίας που μόλις είχε
ξεκινήσει.
Και καθώς
περπατούσε πίσω στο φορτηγό του, η σκέψη του έτρεχε στα μάτια της και στο πλατύ
χαμόγελο που του είχε δώσει. Ένιωθε πως αυτή η μικρή, απλή πράξη είχε αλλάξει
κάτι σημαντικό. Η καρδιά του, που είχε περάσει εβδομάδες θλίψης και
απογοήτευσης, άρχισε να ξαναχτυπά δυνατά. Ήξερε πως η
ιστορία δεν τελείωνε εδώ, αλλά είχε ανοίξει μια πόρτα, και πλέον δεν
υπήρχε επιστροφή.
Μετά την
τολμηρή επίσκεψη στο μαγαζί, ο Κυριάκος ένιωθε σαν να είχε βρει έναν δρόμο που
προηγουμένως του φαινόταν απαγορευμένος. Το βλέμμα της κοπέλας, το χαμόγελό της
και η διακριτική της προθυμία του έδιναν δύναμη να συνεχίσει. Η μητέρα της, παρά
την αρχική της έκπληξη, άρχισε να δείχνει μια πιο θετική διάθεση απέναντί του.
Δεν υπήρχαν ακόμα λόγια συγκατάθεσης, μα η στάση της είχε αλλάξει, τον χαιρετούσε από απέναντι σε κάθε επίσκεψη του στου Μωυσή, και
αυτό ήταν σημαντικό για τον Κυριάκο.
Η μητέρα
πλέον, είχε αλλάξει γώμη. Τον παρακολουθούσε προσεκτικά. Έβλεπε έναν νέο
σοβαρό, αποφασισμένο, που ήξερε πώς να κινείται και να σέβεται τους κανόνες.
Ταυτόχρονα, η κόρη της δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά της κάθε φορά που ο
Κυριάκος έστρεφε το βλέμμα του σε εκείνη.
Την ίδια
εβδομάδα έγιναν τα λογιάσματα. Ήταν μια παράδοση που τηρούσαν οι οικογένειες
εκείνης της εποχής για κάθε νέα υπόθεση ή συμφωνία.
Ο δεσμός
τους, ακόμα ανεπίσημος και σιωπηλός, δυνάμωνε σταδιακά, και οι μικρές στιγμές
της κοινής παρουσίας τους ήταν γεμάτες νόημα.
Την επόμενη
εβδομάδα έγιναν τα χαρτώματα. Αυτή η διαδικασία, που αποτελούσε ένα είδος
κοινωνικής και οικονομικής επισημοποίησης, ήταν σημαντική για την οικογένεια
της κοπέλας. Ο Κυριάκος, με σεβασμό και προσοχή, παρακολούθησε κάθε κίνηση,
κάθε χειρονομία, προσπαθώντας να καταλάβει πώς θα μπορούσε να κερδίσει ακόμη
περισσότερο την εμπιστοσύνη τους. Η συμπεριφορά του απέναντι στους γονείς, η
ευγένεια, η ψυχραιμία του και η σοβαρότητα που έδειχνε στο ζήτημα των
χαρτωμάτων άρχισαν άλλαξαν παντελώς την εικόνα που είχαν σχηματίσει για εκείνον.
Και καθώς τα
χαρτώματα προχωρούσαν, ο Κυριάκος ένιωσε ότι η θέση του ανάμεσα στην οικογένεια
της κοπέλας άρχιζε να γίνεται πιο σταθερή. Κάθε μικρή επιτυχία, κάθε καλή
εντύπωση που άφηνε, δημιουργούσε ένα θεμέλιο πάνω στο οποίο θα μπορούσε να
χτίσει μια σχέση με την κόρη. Η μητέρα, πιο ήρεμη τώρα, πιο
φιλική, άρχισε να βλέπει το μέλλον του γιου που ήθελε για την κόρη της με
λιγότερη αμφιβολία.
Όταν τα
χαρτώματα ολοκληρώθηκαν, ο Κυριάκος ήξερε πως είχε κάνει ένα μεγάλο βήμα. Η
σχέση του με την οικογένεια της κοπέλας είχε αλλάξει, η αποδοχή είχε αρχίσει να
εμφανίζεται, και η δική του θέση δεν ήταν πια απλώς εκείνου που στην αρχή δεν
τον ήθελαν, αλλά τώρα, ήταν κάποιος
που είχε κερδίσει την προσοχή και τον σεβασμό τους.
Καθώς
επέστρεφε στο φορτηγό του, ένα χαμόγελο σχηματιζόταν στα χείλη του. Η καρδιά
του χτυπούσε με αισιοδοξία. Ένιωθε πως είχε καταφέρει να σπάσει τα τείχη
αμφιβολίας, και ήξερε πως η πορεία προς την καρδιά της κοπέλας πήρε σάρκα και οστά.
Και
πράγματι, οι μέρες που ακολούθησαν ήταν ευχάριστες
και γεμάτες κατανόηση. Καθημερινά στην αυλή όλοι μαζί, μαζί και κάποιες
γειτόνισσες φίλες της πεθεράς του, με διάθεση για κουβέντα, αμέρημνοι, κάθονταν
κάνοντας σχέδια για το μέλλον.
Ενας
ξυλάδρωπος στη στέγη
Στα παλιά
χωριά της Κύπρου, εκεί όπου οι ιστορίες περνούσαν από στόμα σε στόμα και τα
σπίτια θυμούνταν περισσότερα απ’ όσα έλεγαν οι άνθρωποι, τίποτα δεν ήταν απλώς
πέτρα και ξύλο. Όπως και σε άλλα σπίτια, σε άλλες νύχτες που είχαν ήδη ειπωθεί,
έτσι κι εδώ, οι στέγες είχαν τη δική τους ζωή, γεμάτη μυστικά και ψιθύρους από
παλιά. Στις σκεπές τους, ανάμεσα στα ξερά καλάμια και το χώμα που δεν άφηνε τη
βροχή να περάσει, ζούσαν οι ξυλαδρωποί -λευκά, σχεδόν φωτεινά φίδια που οι
παλιοί θεωρούσαν φύλακες και πνεύματα της στέγης. Κινούνταν αθόρυβα, σαν σκιές
που γλιστρούν ανάμεσα στα καλάμια, τα μάτια τους να λαμπυρίζουν σαν μικρές φλόγες
μέσα στο σκοτάδι, παρακολουθώντας τα πάντα χωρίς να φανερώνουν την παρουσία
τους. Οι παλιοί έλεγαν πως η εμφάνισή τους στο σπίτι ήταν καλός οιωνός, πως
προστάτευαν την οικογένεια από το κακό μάτι, την κακοτυχία και τις αρρώστιες,
και πως κάθε χτύπημά τους πάνω στο σκεπασμα δεν ήταν απειλή, αλλά προειδοποίηση
για μικρές αναταραχές που θα περνούσαν με ασφάλεια.
Ο Κυριάκος
αμέσως μετά τα χαρτώματα, κατοίκησε με τη χαρτωμένη του στα πεθερικά του. Ποτέ
δεν φανταζόταν ότι η πρώτη τους νύχτα κάτω από εκείνη τη στέγη θα τον έφερνε
τόσο κοντά σε αυτούς τους παλιούς φόβους και τις δοξασίες. Καθώς κοιμόνταν
ήσυχα, ένας ξυλαδρωπός έπεσε από τα ψηλά καλάμια με βαρύ, κρουστό θόρυβο πάνω
στο σκεπασμα τους, σαν κεραυνός που σχίζει τη σιωπή της νύχτας. Το δωμάτιο αντήχησε,
οι σκιές άρχισαν να χορεύουν στους τοίχους σαν ζωντανά πλάσματα, και ο ήχος από
το σύρσιμό του έμοιαζε με βήματα αόρατου επισκέπτη.
Άνοιξαν το
φως και τον είδαν. Το λευκό φίδι ήταν εκεί, ακίνητο αλλά αινιγματικό, τα μάτια
του φωτεινά και γυάλινα, σαν να διαπερνούσαν τις σκέψεις τους. Η τρομάρα τους
ήταν τέτοια που ένιωθαν την ανάσα τους βαριά και κοφτή. Δεν μπόρεσαν να
ξανακοιμηθούν εκείνη τη νύχτα, μένοντας ακίνητοι, με το βλέμμα καρφωμένο στις
σκιές που γεννούσε το μισοφως της λάμπας.
Σαν σε αργή κίνηση,
ο ξυλαδρωπός συρθηκε αθόρυβα και χάθηκε μέσα στο χαμηλό φως, λες και η ίδια η
σκιά τον κατάπιε. Κι όμως, η παρουσία του δεν έφυγε μαζί του. Κάθε θρόισμα στα
καλάμια, κάθε ανεπαίσθητη κίνηση πάνω από το κεφάλι τους, έμοιαζε να τον
ξαναφέρνει πίσω. Οι σκιές του δωματίου και οι αναλαμπές του φωτός συνέχισαν να
χορεύουν, σαν μια παράξενη ορχήστρα που συνόδευε το πέρασμα του μυθικού φύλακα.
Το πρωί, η
Δήμητρα, η πεθερά του Κυριάκου, τους μίλησε με ήρεμη φωνή. Τους εξήγησε πως το
φίδι δεν ήταν κακό σημάδι. Ήταν φύλακας του σπιτιού και καλός οιωνός, αόρατος
αλλά παντοδύναμος. Έτσι πίστευαν οι παλιοί: πως όταν ένας ξυλάδρωπος
φανερωνόταν την πρώτη νύχτα μιας νέας οικογένειας, ήταν σημάδι ευλογίας και
προστασίας, πως το σπίτι δεχόταν τους νέους του ανθρώπους και τους έπαιρνε υπό
τη σκέπη του.
Από εκείνη
τη μέρα, οι νύχτες δεν έφερναν πια φόβο. Έφερναν δέος, αγωνία και έναν παράξενο
θαυμασμό. Όπως και σε άλλα σπίτια, σε άλλες στέγες, έτσι κι εδώ, το σπίτι, τα
καλάμια και οι σκιές έμοιαζαν να έχουν ζωή δική τους. Και κάπου ανάμεσα στο φως
της λάμπας και στο σκοτάδι της νύχτας, ο ξυλαδρωπος παρέμενε εκεί -σιωπηλός,
αόρατος, παντοδύναμος- όπως έμελλε να συμβεί και αλλού, σε ιστορίες που δεν
είχαν ακόμη ειπωθεί.
Ο ΤΡΙΜΜΑΤΟΣ
Κάθε δείλι το
Bedford ανέβαινε βαρυφορτωμένο ατο απότομο ανηφόρι,
βαρυγκοβώντας. Ο Κυριάκος ένιωθε πάντα τον ενοχλητικό αντίλαλο της
μηχανής να διαπερνά τα σπίτια του χωριού,
πολλαπλασιασμένη από
τα
πυκνοκατοικημένα περάσματα, και σκέφτηκε πως οι χωριανοί θα τον θεωρούσαν απρόσεκτο,
μα δεν υπήρχε τρόπος να αλλάξει τον ήχο του φορτηγού, ήταν η μοίρα του.
Μετά τα
χαρτώματα κατοικούσε με τη Λούλλα στα πεθερικά του, στο χωριό τους. Οι
μέρες περνούσαν γλυκά. Κάθε που φόρτωνε το φορτηγό
και ανέβαινε το ανηφορικό δρομάκι προς το παλιό σπίτι στην άκρια του χωριού, ένιωθε πως η ζωή του αποκτούσε νόημα. Εκεί τον περίμεναν η Δήμητρα η πεθερά με
αγάπη, και η μνηστή του η Λούλλα, με τη γοητεία και το χαμόγελό της. Μαζί
περνούσαν ώρες, πίνοντας καφέ, καπνίζοντας τσιγάρα κουβεντιάζοντας.
Ήταν στιγμές γέλιου, φιλίας και κοινών ονείρων.
Η αυλή του
σπιτιού γέμιζε με ζωή. Οι γειτόνισσες έρχονταν σχεδόν καθημερινά να βοηθήσουν
στα αθάσια, στα τεράτσια, στις ελιές και τα σταφύλια που ο πεθερός του
καλλιεργούσε με μεράκι. Και ο Κυριάκος, αν και
κουρασμένος από τη δουλειά, συμμετείχε με ευχαρίστηση βλέποντας τη Λούλλα να
ασχολείται με τα φυτά και να γελάει με τα αστεία των γειτόνων.
Οι καλύτερες
ώρες όμως ήταν τα δειλινά, όταν μαζεύονταν όλοι στην αυλή. Εκεί ο Κυριάκος, με
τις ιστορίες από τα ταξίδια του ως ναυτικός, μαγνήτιζε τα βλέμματα και τα αυτιά
όλων. Οι γυναίκες άκουγαν με ανοιχτή καρδιά τις περιπέτειες του, γελώντας ή
εκπλησσόμενες από τις αφηγήσεις του για τα μακρινά λιμάνια, τους λαούς και τα
θαύματα που είχε δει.
Μα η
κουβέντα πολλές φορές στρεφόταν στον γέρο Νικολή, τον Τρίμματο, όπως τον αποκαλούσαν.
Οι ιστορίες για αυτόν κυκλοφορούσαν ασταμάτητα και όλες είχαν ένα κοινό στοιχείο, τον φθόνο και τη ζηλοφθονία που υποτίθεται διέθετε. Ο Τρίμματος, όπως
εξηγούσαν, ήταν ο άνθρωπος που ζήλευε την καλή τύχη των άλλων, και με διαβολική
υπομονή διοχέτευε την κακία του, δηλητηριάζοντας τις ψυχές και φορτώνοντας τις
ζωές των συνανθρώπων του με βάσανα. Ο Κυριάκος γελούσε με τις ιστορίες αυτές και τις περίπαιζε, θεωρώντας τες παραμύθια. Αλλά οι γυναίκες
επιμένοντας, συνέχιζαν να διηγούνται παραδείγματα: Η θεία Αλισαβού μιλούσε για
την κατσίκα της που πάντα γεννούσε δύο ρίφια. «Την είδε ο φθονερός, και η αίγα
δεν άντεξε το μάτι του. Ψόφησε την ίδια μέρα», έλεγε. Ο Κυριάκος χαμογέλασε και
απάντησε: «Ήταν τυχαίο γεγονός».
Η πεθερά του
συνέχιζε με τους πελάτες που δεν έμπαιναν στο μαγαζί όταν ο Τρίμματος
εμφανιζόταν. «Όλες οι μέρες δεν είναι ίδιες», της απαντούσε ο Κυριάκος,
κρατώντας πάντα τη λογική του.
Και ενώ οι
ιστορίες έρεαν ασταμάτητα, ο Κυριάκος άρχισε να παρατηρεί κάτι άλλο. Το πώς
αυτές οι αφηγήσεις δημιουργούσαν ένα κοινό συναίσθημα ανάμεσα στις γυναίκες της
αυλής, ένα δέσιμο που ξεπερνούσε τις καθημερινές δουλειές. Παρά την αμφιβολία
του για τον Τρίμματο, ένιωθε πως οι ιστορίες αυτές τους δίδασκαν προσοχή και
αλληλεγγύη. Έκαναν τη ζωή τους πιο συνδεδεμένη, πιο ζωντανή.
Και έτσι οι
μέρες περνούσαν, με το Bedford να
βαρυφορτώνει, τον Κυριάκο να ανεβαίνει στο παλιό σπίτι, τις ώρες με τη Λούλλα
και τη Δήμητρα γεμάτες συζητήσεις, γέλια και παραμύθια για τον Τρίμματο. Οι
ιστορίες για τον γέρο Νικολή ήταν πλέον κομμάτι της καθημερινότητάς τους, Είτε
τις πίστευαν είτε όχι, είχαν γίνει αφορμή για συζητήσεις, κουτσομπολιά και
γέλια, και για τον Κυριάκο ήταν μια αφορμή να παρατηρεί την ψυχή και την ευαισθησία
της Λούλλας και της πεθεράς του.
Το απόγευμα
έπεφτε σιγά, και ο ήλιος άφηνε πίσω του χρυσά χρώματα στην αυλή, ενώ ο Κυριάκος
σκεφτόταν: «Μακάρι να ήταν όλοι οι άνθρωποι έτσι. Με ιστορίες που δένουν τις
ψυχές και όχι τις χωρίζουν». Και, παράλληλα, ένα χαμόγελο σχηματιζόταν στα
χείλη του για την τύχη που είχε να ζει ανάμεσα σε αυτούς τους ανθρώπους, την
αγάπη και τις στιγμές που θα του μείνουν για πάντα στη μνήμη.
Τακτικά,
καθώς οδηγούσε το βαρυφορτωμένο Bedford στο στενό
ανηφορικό δρομάκι, συναντούσε τον γέρο Νικολή. Ο ηλικιωμένος, κούτσα κούτσα,
ακουμπώντας στο μπαστούνι του, ανέβαινε και εκείνος με αργό βήμα. Μόλις άκουγε
τη βουή του φορτηγού, ανέβαινε σε κάποιο σκαλοπάτι μιας αυλής για να δώσει χώρο
στον Κυριάκο να περάσει. Στεκόταν πάντα από μακριά και του κουνούσε το χέρι·
και καθώς τον προσπερνούσε, έβγαζε το κεφάλι του έξω από το παράθυρο και
ανταλλάσσανε καμιά κουβέντα.
Ο γέρος
Νικολής ήταν πάντοτε ευπροσήγορος στις συζητήσεις, μα ποτέ δεν χαμογελούσε. Τα
μάτια του ήταν γεμάτα θλίψη και το ύφος του κατσούφικο. Ο Κυριάκος τον
δικαιολογούσε. Γέρος, μόνος στη ζωή, χωρίς γυναίκα και παιδιά κοντά, χωρίς
κανέναν να τον συντροφεύει στις μέρες και στις νύχτες του. Η γυναίκα του είχε
αποδημήσει εις Κύριον, τα παιδιά του εργάζονταν στη μακρινή Αυστραλία, και εκείνος είχε μείνει μόνος, μαγκούφης, σε μια μικρή καμαρούλα της
γειτονιάς.
Το μυαλό του
Κυριάκου τον έβλεπε σαν έναν συμπαθή γέροντα, μισότυφλο και καταπονημένο από
τον χρόνο, που περνούσε τις μέρες του στο καφενείο του Μαζαράκη και τις νύχτες
του μέσα στο σκοτάδι του σπιτιού του, με παρέα τα φαντάσματα του παρελθόντος
και του μοναχικού του βίου. Ήταν μια
θλιβερή εικόνα. Αλλά καθώς γαλουχημένος
με οικογενειακές αξίες που θεωρούσαν τους γεροντότερους ιερά πρόσωπα, ένιωθε
συμπάθεια και σεβασμό.
Και όταν οι
γυναίκες της αυλής του έλεγαν για τα περίφημα «κακά μάτια» του Νικολή, ο
Κυριάκος τα άκουγε βερεσέ. Αν καμιά φορά συνέβαιναν μικρά ατυχήματα, ποτέ δεν
τα συνέδεε με μια συνάντηση μαζί του. Προσπαθούσε να εξηγήσει στις γυναίκες πως
η μοίρα δεν καθορίζεται από τα μάτια ενός γέροντα, αλλά οι προτροπές τους ήταν
αδιάκοπες:
«Όμως όπως
και να έχει, χρειάζεται προσοχή», έλεγαν. «Θα πρέπει να λες προσευχές εις το
όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος για να εξορκίζεται πάσα κακό
και βασκανία».
Μέσα του, ο
Κυριάκος σκεφτόταν με απορία, με ποιο
δικαίωμα σταυρώνουν ένα γεροντάκι που δείχνει τόσο φιλήσυχος και πράος; Και να ήταν μόνο αυτό; Κάθε φορά που τον έβλεπαν οι γυναίκες,
άλλαζαν δρόμο, ή αν τυχαία περνούσαν από το ίδιο στενό, προχωρούσαν γρήγορα, κοιτώντας
κάτω ή στα πλάγια, σαν να φοβούνταν να βρεθούν κοντά του.
Η φήμη του
Τρίμματου είχε δημιουργήσει ένα είδος συλλογικής προκατάληψης. Ο Κυριάκος
κατάλαβε ότι πίσω από αυτή την εικόνα κρυβόταν ένας γέροντας μόνος, πληγωμένος
από τη ζωή, που κανείς δεν γνώριζε αληθινά. Κάποιες φορές, καθώς τον
προσπερνούσε, του φαινόταν σχεδόν τραγικός. Και οι ιστορίες της αυλής για το
φθόνο και τη βασκανία του, μάλλον ήταν
προϊόν φόβου και παρερμηνείας παρά πραγματικής κακίας.
Κι έτσι, ο
Κυριάκος συνέχιζε τις τακτικές διαδρομές του, με αργή ταχύτητα, προσπερνώντας τον γέρο Νικολή,
χαιρετώντας τον και συζητώντας λίγες κουβέντες. Η συμπάθεια του μεγάλωνε, παρά
τις φήμες, και η συνειδητοποίηση πως η μοναξιά μπορεί να γεννήσει φόβο και
παρερμηνείες τον έκανε να τον κοιτάζει με διαφορετικά μάτια, με σεβασμό και
κατανόηση
Όσο όμως καλοπροαίρετος και να ήταν, με τον καιρό άρχισε να αμφιβάλλει για την
αθωότητα του γέρο Νικολή. Όλα ξεκίνησαν παραμονή Χριστουγέννων, όταν
παρακολουθούσαν την ακολουθία στη μικρή εκκλησία του χωριού. Ξαφνικά, ένιωσε
ζάλη. Το μυαλό του θόλωσε και το εκκλησίασμα άρχισε να χάνεται μπροστά στα
μάτια του. Την ίδια στιγμή, τον έπιασε κρύος ιδρώτας και δεν άντεξε. Βγήκε στην
αυλή να πάρει αέρα.
Πίσω του
βρισκόταν η Λούλλα και η πεθερά του, και μία χωριανή που ξεμάτιαζε τον πλησίασε
αμέσως. «Τί έπαθες; Σε μάτιασε ο Νικολής», του είπε, «τον είδα να σε κοιτάζει
και το κατάλαβα». Άρχισε να τον ξεματιάζει με παράξενες ευχές και ξόρκια, και
στο τέλος έβγαλε από το λαιμό της ένα φυλακτό. «Πάρτο», του είπε, «φόρεσέ το και
δεν θα το ξαναπάθεις».
Η προσωρινή
ανακούφιση που ένιωσε ο Κυριάκος χάρη στις επικλήσεις και στους εξορκισμούς της
γυναίκας, όμως, δεν κράτησε για πολύ. Στις μέρες που ακολούθησαν, κάθε
συνάντηση με τον γέρο Νικολή συνοδευόταν από μικρές ή μεγαλύτερες ατυχίες, που
έτειναν να τον πείσουν πως πράγματι ο Τρίμματος είχε κάποια υπερφυσική δύναμη
να φέρνει κακό.
Μια φορά,
μέσα στο καταχείμωνο, με φοβερή παγωνιά, προσπάθησε να ξεκινήσει το ΤΟΥΤΑ το μικρότερο φορτηγό που είχε για το παζάρι, και το όχημα αν και ολοκαίνουργιο, δεν
έπαιρνε μπρος. Οι θερμάστρες για το πετρέλαιο ήταν χαλασμένες και η ώρα
περνούσε αργά.
Σε άλλη
νύχτα παγερή, με βαθμούς που άγγιξαν το μηδέν, το πετρέλαιο πάγωσε. Μάλλον
κάποιος πρατιριούχος είχε αναμίξει νερό στα καύσιμα. Χωρίς θέρμανση και μέσα
στο κρύο που διαπερνούσε κόκαλα, έπρεπε να κάνει εξαέρωση και να βάλει μπρος το
φορτηγό. Τα χέρια του πάγωσαν τόσο που υπέστη κρυοπαγήματα, με πόνους που κράτησαν πολλές μέρες.
Μια άλλη
φορά βρήκε ένα ελαστικό καθισμένο. Με το φορτηγό βαρυφορτωμένο, χρειάστηκε ώρα
να το αλλάξει.
Και όταν μια φορά το Bedford αν και
είχε λίγο φορτίο, το λάστιχο έσπασε στον δρόμο.
Ακόμη μια φορά δεν άκουσε το ξυπνητήρι και αργοπόρησε.
Οι ατυχίες
δεν άφησαν καν τη μέρα του γάμου του. Ενώ τον είχε προγραμματίσει προσεκτικά,
βρέθηκε να τον ορίζει στις 15 Αυγούστου, ημέρα θρησκευτική κατά την οποία
απαγορευόταν να γίνει γάμος. Τέτοια περιστατικά, μικρά ή μεγάλα, συνέβαιναν
σχεδόν κάθε φορά που συναντούσε τον γέρο Νικολή, και η συνεχής αλληλουχία τους
άρχισε να να τον κάνει να τείνει να πιστεύει πως οι γυναίκες είχαν δίκιο.
Μέχρι την
ημέρα που παντρεύτηκε και άλλαξε σπίτι, όλα αυτά τα περιστατικά συνεχίστηκαν.
Όταν όμως εγκαταστάθηκαν στο νέο σπίτι και οι
συναντήσεις με τον Νικολή σταμάτησαν, έπαψαν και οι ατυχίες. Η ζωή επανήλθε στη
φυσιολογική της ροή. Οι μέρες, τα ταξίδια, οι δουλειές και η οικογένεια του
επέστρεψαν στην κανονικότητα.
Και έτσι,
παρά τις ιστορίες και τις προκαταλήψεις, ο Κυριάκος κατάλαβε πως πολλές φορές ο
φόβος και η φήμη δημιουργούν την αίσθηση του κακού. Η πραγματική
ζωή, όμως, συνεχίζεται όταν οι άνθρωποι παίρνουν τα μέτρα τους, αγαπούν και
μένουν πιστοί στις αξίες τους. Η εμπειρία του με τον Τρίμματο έγινε γι’ αυτόν
μάθημα υπομονής, αντοχής και λογικής κρίσης, και ενώ οι ιστορίες για τον γέρο
Νικολή συνέχιζαν να κυκλοφορούν στο χωριό, εκείνος είχε πλέον την εσωτερική
ηρεμία να τις αντιμετωπίζει χωρίς φόβο.
Πέρασαν
χρόνια. Ο Κυριάκος είχε προχωρήσει στη ζωή του. Μεγάλωσε παιδιά, δούλεψε
αδιάκοπα, άλλαξε σπίτια, φορτηγά, γειτονιές και εποχές. Όμως, όσο και αν η
καθημερινότητα τον παρέσερνε, μια μικρή έγνοια για τον γέρο Νικολή παρέμενε στο
πίσω μέρος του μυαλού του, μια σκιά από τα παλιά, ένα ίχνος που δεν έλεγε
να σβήσει.
Όποτε άκουγε
ιστορίες για τρίμματος, για φθονερούς ανθρώπους ή για μάτιασμα, ασυναίσθητα
τους απέφευγε. Δεν ήθελε συναλλαγές, ούτε κουβέντες, ούτε συγκρούσεις μαζί
τους. Είχε αποχτήσειυποσυνείδητα, άθελά του, μια παράξενη αίσθηση πως θα μπορούσε να επηρεαστεί αρνητικά, ακόμα και από ένα βλέμμα. Και ας
είχε λογική, και ας δεν πίστευε βαθιά σε δεισιδαιμονίες, μια λεπτή σχεδόν
ανεπαίσθητη ρωγμή που είχε ανοίξει κάποτε
μέσα του, δεν είχε κλείσει εντελώς.
Ώσπου μια
μέρα χτύπησε το τηλέφωνό του. Η φωνή από την άλλη άκρη ήταν ψυχρή, σχεδόν
ουδέτερη:
-Πέθανε ο φίλος σου ο Νικολής. Τον βρήκαν σε κατάσταση σήψης… μόνος. Μόνο όταν
η δυσοσμία άρχισε να ενοχλεί τους γείτονες πήγαν οι αστυνομικοί και τον βρήκαν.
Ο Κυριάκος
σώπασε. Για λίγο δεν είπε λέξη. Μόνο άκουγε.
Ο γέρο Νικολής, ο Τρίμματος, ο φοβιστικός και συνάμα αξιολύπητος γέροντας που
κάποτε του χαμογελούσε άχρωμα από το σκαλοπάτι κάποιας αυλής, είχε φύγει από
τον κόσμο μονάχος, άθαφτος για μέρες.
Και τότε, ξαφνικά,
εκείνος ο κόμπος που χρόνια έμενε κάπου βαθιά, λύθηκε. Στεναχωρήθηκε. Αληθινά.
Παρ’ όλο που
κάποτε πίστεψε ότι ίσως ο γεράκος τού ’φερνε
κακοτυχίες, παρ’ όλο που τα σημάδια έμοιαζαν να τον πείθουν, εντούτοις μέσα του
υπήρχε μια γνήσια συμπάθεια για τον μισότυφλο, κατσούφη γέρο
που γύριζε μοναχικός στις γειτονιές με το μπαστούνι του. Είχε υπάρξει κομμάτι της ζωής του,
της καθημερινότητάς του, από εκείνα τα αλλιώτικα κομμάτια που μένουν χαραγμένα
δίχως να το περιμένεις.
Το ίδιο
βράδυ, οδηγώντας το φορτηγό στο μοναχικό δρόμο για το παζάρι, η σκέψη του
έμεινε κολλημένη πάνω στον Νικολή.
Σκεφτόταν
την άχαρη μοίρα του. Το κορμί που έμεινε μέρες άταφο. Το σπίτι που σιώπησε
χωρίς κανείς να προσέξει την απουσία του.
Και
συλλογιζόταν:
-Έρημος,
μόνος και θλιμμένος, τράβηξε τον δρόμο τον μακρύ, τον αιώνιο… Ίσως καλύτερα που
πέθανε μια φορά, παρά που υπέφερε όλες.
Όταν η ζωή
καταντάει ανυπόφορη, ο θάνατος γίνεται παράδεισος. Ο ύπνος και ο θάνατος είναι
δίδυμα αδέλφια…
Εκεί,
ανάμεσα στα σκοτάδια του δρόμου και στο μονότονο βουητό της μηχανής, ο Κυριάκος
ένιωσε ένα παράξενο αίσθημα γαλήνης.
Ίσως γιατί
κατάλαβε πως ο Νικολής δεν ήταν δαίμονας, ούτε κακοποιό στοιχειό. Ήταν άνθρωπος
πληγωμένος, φθαρμένος από τη ζωή, ίσως και από τον ίδιο τον κόσμο που τον
φοβόταν.
Και αν όντως
επηρέαζε τους γύρω του, ίσως αυτό να ήταν απλώς το βάρος της δικής του
δυστυχίας που γινόταν αβάσταχτο και ξεχείλιζε.
«Τώρα πια,»
συλλογίστηκε ο Κυριάκος, «ως πεθαμένος δεν θα ματιάζει κανέναν. Και οι
χωριανοί, όπως γίνεται πάντα, θα τον θυμηθούν με καλό λόγο. Γιατί οι νεκροί
αγιάζουν, κι ας μην αγίασαν ποτέ όσο ζούσαν.»
Το φορτηγό
συνέχισε την πορεία του στο σκοτεινό δρόμο, μα ο Κυριάκος είχε μέσα του μια
παράξενη εσωτερική ηρεμία.
Ένιωσε μια
τρυφερότητα για εκείνον τον γέρο που όσο ζούσε όλοι τον έφτυναν στον κόρφο
τους. Έναν άνθρωπο που είχε μείνει δίχως οικογένεια, δίχως χαμόγελο, δίχως
στήριγμα.
Και μέσα από
αυτή τη σκέψη, σαν να ξαλάφρωσε.
Γιατί καμιά
φορά, σκέφτηκε, το κακό μάτι δεν είναι τίποτα
άλλο παρά μια παρεξήγηση της ανθρώπινης μοναξιάς. Και ο φόβος του κόσμου είναι
πιο ισχυρός από κάθε κατάρα. Και έτσι έκλεισε μέσα του το κεφάλαιο του
Τρίμματου Νικολή. Με λύπη, με κατανόηση, με μια ανθρώπινη ζεστασιά που μόνο
όποιος έχει ζήσει τη ζωή από τα δύσκολα μπορεί πραγματικά να νιώσει.
Τα χρόνια κύλησαν σαν νερό σε ποτάμι που δεν γυρίζει πίσω. Ο Κυριάκος
συνέχισε τη ζωή του με τη Λούλλα, τα παιδιά τους μεγάλωσαν, και το φορτηγό που
κάποτε τον συντρόφευε σε ατέλειωτα ταξίδια αντικαταστάθηκε από νέες δουλειές
και άλλες ευθύνες. Το χωριό άλλαξε· οι δρόμοι φάρδυναν, τα παλιά σπίτια
ανακαινίστηκαν, οι άνθρωποι και οι συνήθειες άλλαξαν.
Όμως, κάποιες εικόνες έμεναν ζωντανές μέσα του. Το βλέμμα της Λούλλας
όταν καθόντουσαν στην αυλή πίνοντας καφέ. Οι κουβέντες με την πεθερά του, που
γέμιζαν τις μέρες του με γέλιο και σοφία. Και πάνω απ’ όλα, ο γέρο Νικολής ο
Τρίμματος, που ακόμα και μετά τον θάνατό του τον συντρόφευε στη σκέψη του, σαν σκιά μιας εποχής που είχε σημαδέψει τη
νεότητά του.
Συνήθιζε πια να θυμάται τα παλιά με χαμόγελο και φιλοσοφία. Κάθε
δυσκολία, κάθε ατυχία που του συνέβαινε, είχε αποκτήσει νόημα. Τον είχε διδάξει
υπομονή, αντοχή, και την ικανότητα να ξεχωρίζει τον φόβο από την
πραγματικότητα. Ο Τρίμματος δεν υπήρχε πια για να ματιάζει ή να τρομοκρατεί,
αλλά το
σύντομο πέρασμα του, είχε αφήσει ανεξίτηλα μαθήματα για τη ζωή και τον θάνατο.
Ο Κυριάκος συνειδητοποίησε ότι η ζωή είναι ένα συνεχές ταξίδι γεμάτο
ανθρώπους, μικρές ατυχίες, μεγάλες χαρές, φόβους και ανατροπές. Και πως, στο τέλος,
το σημαντικό δεν είναι οι προλήψεις ή οι φήμες, αλλά η καρδιά που αγαπά, η
λογική που σκέφτεται και η ανθρωπιά που δεν θα έπρεπε να αφήνει
κανέναν να χάνεται μέσα στη μοναξιά του.
Καθώς οι μέρες προχωρούσαν, ο Κυριάκος έβρισκε γαλήνη στον εαυτό του και
στη ζωή που είχε χτίσει. Και κάθε φορά που μιλούσε για τον Τρίμματο, το έκανε
με σεβασμό, με συμπόνια και με ένα αχνό χαμόγελο. Γιατί είχε καταλάβει ότι
ακόμη και οι πιο αντιπαθείς ή δύστροποι άνθρωποι, στο τέλος, είναι απλώς θνητοί που κουβαλούν τα δικά
τους βάσανα.
ΑΠΡΟΟΠΤΑ:
Το δυστήχημα
Η ζωή του
Κυριάκου ήταν δρόμοι, φορτία, παζάρια, προσευχές, θαύματα και ανθρώπινες
αδυναμίες. Μα πάνω από όλα ήταν μια ιστορία πίστης: πίστη στη δουλειά, στη ζωή,
στον Θεό.
Σαν άνθρωπος της δουλειάς που ο ιδρώτας τον συντρόφευε από τα χαράματα ώς τη νύχτα, ποτέ δεν παραπονιόταν. Το μικρό εφεδρικό του φορτηγάκι TOYOTA, ολοκαίνουργιο,
ήταν προέκταση του σώματός του. Τα φορτία του ήταν πάντα περισσότερα απ’ όσο
άντεχε, αλλά αναγκαστικά το υπερφόρτωνε διπλά και τριπλά. Το ταξίδι γινόταν βαρύ,
αργό, εξαντλητικό. Οι δρόμοι τότε, παλιοί και στενοί, απομεινάρια των Εγγλέζων, γεμάτοι ανηφόρες και στροφές που δεν συγχωρούσαν λάθος.
Το ταξίδι που
έπρεπε να διαρκεί δυόμισι ώρες, κρατούσε τέσσερις. Ο Κυριάκος ξεκινούσε πάντα
νύχτα, φορτωμένος κι εκείνος όπως το φορτηγάκι του, και γύριζε πίσω την αυγή,
να μοιράσει άδεια κιβώτια στους παραγωγούς που τον περίμεναν στα χωράφια.
Ο ύπνος ήταν
ο μεγάλος εχθρός. Η Μαρινέλα το ήξερε· γι’ αυτό συχνά τον συνόδευε, για να του
κρατά κουβέντα, να του θυμίζει ότι το τιμόνι θέλει μάτια ανοιχτά και καρδιά
ξύπνια.
Μα εκείνη τη
μέρα κατά την επιστροφή του, κάτι τον βάραινε περισσότερο από συνήθως. Τα
βλέφαρα έκλειναν σαν πέτρες. Σκέφτηκε να οδηγήσει
ακόμα λίγο, να φτάσει στο μικρό αλσύλλιο κοντά στη θάλασσα, να γείρει στο
τιμόνι, να ξαποστάσει λίγο στη θαλασσινή δροσιά.
Και ενώ τα
βλέφαρα έκλειναν βαριά, σκεφτόταν «ακόμα λίγο, ακόμα λίγο…
Μα το κακό
δεν προειδοποιεί.
Πενήντα μέτρα
πριν το ξέφωτο, αποκοιμήθηκε για μια αναπνοή. Μόλις ξύπνησε, είδε μπροστά του
ένα αυτοκίνητο σταματημένο και μπροστά από αυτό ένα λεωφορείο έτοιμο να
στρίψει. Πάτησε φρένο με όλη του τη δύναμη.Τα φρένα στρίγγλισαν, οι τροχοί
σύρθηκαν στην άσφαλτο. Και μόνο η σκέψη του ακούστηκε. «αμάν, δυστύχημα»
Το φορτηγό
σταμάτησε. Ακούμπησε το άλλο αυτοκίνητο ελαφρά. Ο Κυριάκος ένιωσε ανακούφιση,
όμως για μια στιγμή. Γιατί το άλλο αμάξι
πετάχτηκε μπροστά, και χώθηκε κάτω από το λεωφορείο.
Ένας ήχος στριγγός, μέταλλα που λύγιζαν, λαμαρίνες που έσκιζαν τον αέρα. Το
μικρό αυτοκίνητο έγινε μια
στραπατσαρισμένη μάζα. Το λεωφορείο που ταυτόχρονα είχε ξεκινήσει, το έσυρε μερικά μέτρα πιο κάτω.
Όταν
σταμάτησαν όλα, ο κόσμος έτρεξε. Ο Κυριάκος πάγωσε, βέβαιος πως όσοι βρίσκονταν
μέσα ήταν νεκροί. Ώσπου είδε τις πόρτες να ανοίγουν. Δύο άντρες, ΟΗΕδες,
έβγαιναν ζωντανοί, γεμάτοι αίματα, μα όρθιοι.
«Good… good», του είπαν.
Η ζωή, για
ακόμη μια φορά, είχε σταθεί στο πλάι του.
Χρόνια
αργότερα, στο δικαστήριο, ομολόγησαν πως στην τρομάρα τους πάτησαν γκάζι αντί
φρένο. Ο Κυριάκος πλήρωσε διακόσιες λίρες για αμελή οδήγηση. Ένα τίποτα,
μπροστά σε εκείνη την προσευχή που είχε ψιθυρίσει στο όριο μεταξύ ζωής και
θανάτου: «Θεέ μου, βοήθα με.»
Το
περιστατικό όσο και αν έληξε ευνοϊκά, τον σημάδεψε. Από τότε, κάθε φορά που
έπιανε το τιμόνι, θυμόταν εκείνα τα πενήντα μέτρα και εκείνη τη φράση που
ψιθύρισε στον δρόμο ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο:
«Θεέ μου, βοήθα με.» Και οδηγούσε πάντα πολύ προσεχτικά.
Ο νόμος της
αγοράς
Η ζωή δεν
ήταν μόνο δρόμοι και φορτία. Ήταν και παζάρι, εκεί όπου ο ιδρώτας γίνεται
χρήμα και το χρήμα γίνεται ρίσκο. Στο Σοπαζ, ανάμεσα σε τελάρα, φωνές και
υπολογισμούς, ο Κυριάκος ήξερε πως
η αγορά έχει τα δικά της μυστικά.
Μια φορά,
όταν η προσφορά ήταν φτωχή κι οι τιμές έπρεπε να
πάρουν την ανηφόρα, προσπάθησε να πείσει τον νεαρό πωλητή από το Παραλίμνι να ανεβάσει την τιμή των
αγγουριών, καθώς είχε τις περισσότερες ποσότητες προϊόντων. Μα εκείνος είχε αέρα εξουσίας, συμφωνίες κάτω από το τραπέζι, εγωισμό
που άχνιζε.
«Θα ανοίξω
στα δύο σελίνια», του είπε.
Ο Κυριάκος
πούλησε φθηνά εκείνη τη μέρα. Ζημιώθηκε. Μα δεν ξέχασε.
Την επόμενη
εβδομάδα, η αγορά ήταν στεγνή.
Κι όμως, ο
νεαρός άνοιξε ξανά στα δύο σελίνια.
Τότε ο
Κυριάκος έκανε το μεγάλο βήμα.
«Τραβάτε πίσω
τα κιβώτια. Δεν πουλάμε τίποτα.»
Και όταν άδειασε
η αγορά, τότε μόνο έβγαλε το εμπόρευμά του μπροστά.
«Δέκα
σελίνια η οκά.»
Τα αγγούρια
του έφυγαν σε δευτερόλεπτα.
Η αγορά
μίλησε.
Και εκείνος
ήταν ο πρώτος που την άκουσε.
Ο Αρχάγγελος προστάτης
Η πίστη του
Κυριάκου δυνάμωσε όταν έχτισε το σπίτι του δίπλα στο ξωκλήσι του Αρχαγγέλου
Μιχαήλ.
Ήταν ένα απλό παλιό κτίσμα που παλαιότερα ήταν ιδιοκτησία του παππού του
του Λεωνή, και γι αυτό το ένιωθε σαν δικό του. Κάθε Σάββατο άναβε ένα
κερί. Και ένα μεσημέρι, βεβαιώθηκε πως είχε δίκιο να πιστεύει.
Η Μαρινέλα
οδηγούσε ένα μπλε Cavalier, δώρο
του, με περηφάνια. Γυρνώντας από τη Μσόγη, το αυτοκίνητο γλίστρησε πάνω
σε χυμούς σταφυλιών στην κατηφόρα προς Πάφο. Το αμάξι άρχισε να τουμπάρει.
Φριχτός ήχος, χώμα που σηκωνόταν σε σύννεφα, λαμαρίνες που στριγκλίζαν.
Και όμως, το θαύμα έγινε. Σε κάθε τούμπα, οι πόρτες άνοιγαν, και τα παιδιά και η
Μαρινέλα, όλοι, ένας-ένας έπεφταν έξω,
στο μαλακό, φρεσκοοργωμένο χώμα… Ούτε γρατζουνιά.
Ο Κυριάκος ήταν σίγουρος πως δεν ήταν σύμπτωση, αλλά πραγματικό θαύμα.
Δεν χρειαζόταν αποδείξεις. Και γι αυτό έκαμε το τάμα του. Δώρησε άμφια για την Αγία Τράπεζα
και την Ιερή Πύλη. Και από τότε, το ξωκλήσι κρατά εκείνα τα άμφια σαν σιωπηλή
μαρτυρία ενός θαύματος.
Η σκουριά της ζήλειας
Ο κόσμος έδειχνε πως εκτιμούσε τον Κυριάκο...
Ώσπου αγόρασε μία BMW λαμπερή, γυαλιστερή, σύμβολο
επιτυχίας.
Και τότε
είδε τα βλέμματα να αλλάζουν. Πόρτες που ήταν ανοιχτές, έκλεισαν. Φίλοι άρχισαν
να απομακρύνονται.
Η αγορά, που πάντα τον στήριζε, τώρα τον κοίταζε με καχυποψία.
«Ξέρεις… το
αμάξι… τους κάθεται στο στομάχι»,
του είπε
ένας φίλος.
Η ζήλια
είναι ύπουλο πράγμα. Δεν φαίνεται, μα τρώει σιγά σιγά.
Έτσι ένα
πρωί, πήγε και την πούλησε.
Αγόρασε ένα Lancia, πιο φτηνό στην όψη, μα πιο ακριβό στην αξία. Ένα αμάξι όμως που
έδειχνε του μεροκάματου.
Και τότε,
σαν να είχε λυθεί ένα μαγικό, όλα ξαναβρήκαν τη θέση τους. Οι χειραψίες
ζεστάθηκαν. Τα βλέμματα καθάρισαν.
Και ο Κυριάκος κατάλαβε τότε πως μερικές μάχες δεν κερδίζονται. Τις παρακάμπτεις, για
να συνεχίσεις τη ζωή σου.
ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ:
Το χαρτονόμισμα της
μοίρας
Πριν από την Τουρκική εισβολή,
οι φαντάροι στο στρατό της Κύπρου πληρώνονταν μισθό μόλις τεσσεράμισι λίρες.
Ήταν ένα μηδαμινό ποσό, που δεν έφτανε ούτε για τσιγάρα. Και αφού το στράτευμα
παρείχε διαμονή και φαγητό, για τα προσωπικά τους έξοδα οι στρατιώτες έπρεπε να
τα βγάζουν πέρα μόνοι τους. Όποιος δεν είχε βοήθεια από την οικογένεια, ήταν
αναγκασμένος να αρκεστεί σ’ αυτόν τον πενιχρό μισθό.
Όταν έγινε η κατάταξη και πέρασε
ο πρώτος μήνας, ήρθε η μέρα της πληρωμής. Οι φαντάροι στη σειρά, ένας-ένας,
έπαιρναν τον φάκελό τους. Ο Κυριάκος, ενώ περίμενε τη σειρά του, παρατήρησε
έναν συνάδελφο να πλησιάζει διαδοχικά τους υπόλοιπους, να τους ψιθυρίζει κάτι
και ύστερα να φεύγει με βλέμμα θλιμμένο.
Όταν έφτασε κοντά του, του
είπε με λυπημένη φωνή,
-Χρειάζομαι μια λίρα για να
συμπληρώσω τα χρήματα να αγοράσω φάρμακα στη μάνα μου. Μπορείς να με βοηθήσεις;
Η καρδιά του Κυριάκου
σφίχτηκε. Μια λίρα ήταν μεγάλο ποσό. Χωρίς βοήθεια από το σπίτι, έπρεπε να
περάσει τον μήνα με τις τέσσερις και μισή λίρες.
-Άσε λίγο να σκεφτώ, του
απάντησε. Μια λίρα για μένα είναι πολλά.
Σκέφτηκε ξανά και ξανά. Τελικά
πήρε την απόφαση.
«Στο κάτω
κάτω», συλλογίστηκε, «εγώ δεν θα πεθάνω από την πείνα, ενώ έτσι μπορεί να σωθεί
μια ζωή».
Του έδωσε
τη λίρα. Από τότε όμως δεν τον ξαναείδε ποτέ.
Πέρασαν τα χρόνια. Ο Κυριάκος
τώρα ως πράτης,
μια χρονιά κατάφερε να συνάψει
συμβόλαιο με την κυβέρνηση: θα προμήθευε τον στρατό με κυπριακά κρεμμύδια. Τα
ντόπια κρεμμύδια ήταν μοναδικά, καυτερά, γεμάτα γεύση, απαραίτητα σχεδόν σε
κάθε τηγάνιση. Όμως η παραγωγή τους ήταν δύσκολη Έπρεπε πρώτα να μαζευτούν οι
σπόροι από τις «φούτσες», να αποξηρανθούν, να φυτευτούν σε «λασάνια», να
βλαστήσουν σε «κονάρι» και μετά να μεταφυτευτούν ώσπου να γίνουν καρπός. Δεν
ήταν εύκολη καλλιέργεια όπως οι ξενόφερτοι σπόροι, μα είχαν τη δική τους αξία.
Ο Κυριάκος αγόρασε σχεδόν όλη
την παραγωγή της Πάφου, τον κύριο τόπο παραγωγής, και γέμισε τις αποθήκες του,
ακόμη κι άλλες που νοίκιασε. Μήνες αργότερα, με την άνοιξη, παρουσιάστηκε
πλήρης έλλειψη κυπριακών κρεμμυδιών στις αγορές και οι τιμές εκτοξεύτηκαν.
Οι αποθήκες του Κυριάκου ήταν
γεμάτες, αλλά δυστυχώς το συμβόλαιο με την Εθνική Φρουρά προέβλεπε χαμηλή τιμή,
μόλις τέσσερα σελίνια η οκά.
Σκέφτηκε λοιπόν να πάει ο
ίδιος στον διευθυντή του Υπουργείου Άμυνας και να του προτείνει να προμηθεύει
τον στρατό με φθηνότερα εισαγόμενα κρεμμύδια, που κόστιζαν ακριβώς τέσσερα
σελίνια η οκά. Έτσι θα μπορούσε να πουλήσει τα κυπριακά στην ελεύθερη αγορά, σε
πολύ υψηλότερες τιμές.
Χτύπησε την πόρτα, μπήκε στο
γραφείο και του εξήγησε την κατάσταση. Προς μεγάλη του έκπληξη, ο διευθυντής
δέχτηκε αμέσως. Και όταν είδε το ύφος του, του είπε:
-Δεν με κατάλαβες, Ταπακούδη.
Πριν χρόνια σου ζήτησα μια λίρα να πάρω φάρμακα στη μάνα μου. Και εσύ μου την
έδωσες από το υστέρημά σου.
Με τα κέρδη εκείνης της χρονιάς,
ο Κυριάκος έχτισε το πρώτο του συγκρότημα κτιρίων.
Το όνομα αυτού Κυριάκος
Όταν έκλεισε τη συμφωνία για
να τροφοδοτεί τον στρατό με κρεμμύδια, ο Κυριάκος βρέθηκε μπροστά σε μια
δυσκολία: για να γίνει αποδεκτή η συμφωνία, έπρεπε να καταθέσει τραπεζική
εγγυητική. Μα η τράπεζα, για να την εκδώσει, απαιτούσε ακίνητη περιουσία ως
υποθήκη. Ο Κυριάκος όμως δεν είχε τίποτα ακόμα να βάλει ενέχυρο.
Έτσι, στράφηκε στη Συνεργατική
Πιστωτική Εταιρεία του χωριού του. Έλπιζε πως εκεί, ο γραμματέας, που δεν ήταν
άλλος από τον θείο του, και που έφερε το ίδιο όνομα, Κυριάκος κΑι εκείνος, θα
του έδινε τη λύση.
Μπήκε στο γραφείο της
τράπεζας. Ο θείος του καθόταν σκυφτός πάνω από ένα μεγάλο γραφείο, με το στυλό
στο χέρι, μετρώντας λογαριασμούς. Σήκωσε το κεφάλι του και αφού τον άκουσε,
είπε,
-Κάθησε, τελειώνω σε λίγο.
Λίγο αργότερα, άφησε στην άκρη
τα χαρτιά, τον ρώτησε πώς είναι και του άνοιξε κουβέντα. Μιλούσαν για τα παλιά
και τα καινούργια, για τις οικογένειές τους, για συγγενείς και γνωστούς. Ο
χρόνος περνούσε και η ανησυχία φούντωνε μέσα στον Κυριάκο. Δεν ήξερε ακόμα αν
θα έπαιρνε την πολυπόθητη εγγυητική.
Κάποια στιγμή ο θείος του τον
ρώτησε,
-Ξέρεις Κυριάκο, γιατί η μάνα
σου σού έδωσε αυτό το όνομα;
Όχι... μα υποθέτω για χάρη της
στετές μου, της μητέρας του πατέρα μου, που τη λέγανε Κυριακή, απάντησε
διστακτικά.
-Άκου λοιπόν, για να μάθεις,
είπε ο θείος. Η στετέ σου, η μάνα της μάνας σου, είχε σε μένα μιαν αγάπη πιο μεγάλη
απ’ ό,τι στα άλλα της παιδιά. Όταν αρραβωνιάστηκα και έφυγα από το σπίτι, της
ήρθε η παράξενη ιδέα να ζητήσει από τη μητέρα σου, που θα γεννούσε σύντομα
εσένα, να σου δώσει το όνομά μου. Έτσι, κάθε φορά που θα σε έβλεπε, να θυμόταν
εμένα. Και πράγματι, καθώς μένατε στην ίδια αυλή, αυτό γινόταν.
Ήταν μια ιστορία που συγκίνησε
τον Κυριάκο, μα μέσα του η αγωνία μεγάλωνε. Θα του έδινε την εγγυητική;
Ετοιμάστηκε να μιλήσει, να τον ρωτήσει ευθέως, μα ο θείος τον πρόλαβε.
-Πόσα χρήματα θέλεις να αξίζει
η εγγυητική;
Ο Κυριάκος, ανακουφισμένος,
απάντησε αμέσως. Και εκείνος είπε ήρεμα,
-Έλα αύριο να την πάρεις.
Και έτσι όλα πήγαν κατ’ ευχήν.
Ωστόσο, ο Κυριάκος ποτέ δεν έμαθε γιατί ο θείος του τον κράτησε τόση ώρα στην
αγωνία, λέγοντάς του πρώτα ιστορίες για το παρελθόν και μόνο ύστερα του έδωσε
την πολυπόθητη θετική απάντηση.
ΧΑΜΠΗΣ
ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ:
Ο Χαμπής Ταπακούδης, πατέρας
του Κυριάκου, ήταν μια μορφή που δύσκολα ξεχνιόταν. Όπου και αν άκουγες το
όνομά του, από τα παράλια της Πάφου ως τα χωράφια της Μεσαορίας και τα σοκάκια
της Αμμοχώστου, θα έβρισκες κάποιον να πει μια ιστορία γι’ αυτόν, για το
εμπόριό του, για τον τρόπο που ήξερε να κλείνει συμφωνίες χωρίς χαρτιά και
υπογραφές, μόνο με τον λόγο του.
Ο λόγος του είχε μπέσα. Και η
μπέσα, τότε, άξιζε περισσότερο από συμβόλαιο.
Από νεαρός ακόμη, ήταν παιδί
της αντρείας. Υπηρέτησε στο Κυπριακό σύνταγμα και πολέμησε στον Β΄ Παγκόσμιο
πόλεμο. Εκεί, μέσα στις λάσπες και στον καπνό, γνώρισε τον θάνατο από κοντά,
και όμως γύρισε πίσω ζωντανός, με παράσημα στο στήθος και μια ουλή στο πόδι από
σφαίρα, που την κουβαλούσε με περηφάνια.
Τον υποδέχτηκαν σαν ήρωα στο χωριό, με σημαίες και τραγούδια. Και όπως ήταν
λεβέντης, ψηλός, με βλέμμα καθαρό και σταθερό, δεν άργησε να κλέψει την καρδιά
της Στασούς, της πιο όμορφης και πλούσιας κόρης του χωριού. Οι γονείς της,
εύκολα συναίνεσαν, ποια μάνα θα ’λεγε όχι σε έναν τέτοιο άντρα, τίμιο,
πολεμιστή και σεβαστό;
Ο γάμος τους έγινε πανηγύρι,
και από την ημέρα εκείνη, το σπίτι τους γέμισε με φωνές, με παιδιά.
Έκαναν έξι παιδιά, τρεις γιους
και τρεις κόρες. Ο Χαμπής καμάρωνε, γιατί πίστευε πως ο άνθρωπος αφήνει πίσω
του όνομα και σπόρο.
Και το όνομα “Ταπακούδης”
ήξερε πως θα συνεχιζόταν για γενιές.
Δυστυχώς όμως έχασε τη γυναίκα
του ενωρίς. Πέθανε στα σαράντατρία της, και αυτός μόλις σαράντατεσσάρων. Έμεινε
για χρόνια μόνος. Ύστερα παντρεύτηκε μια άλλη καλή γυναίκα, την
Παρασκευού που τον συντρόφευσε ως το τελος της ζωής του/
Με τα χρόνια, ο Χαμπής έγινε
κάτι σαν θρύλος. Ήξερε τα παζάρια και τους ανθρώπους τους καλύτερα από όποιον
άλλον. Με το φορτηγό του, οργωνε το νησί, απ’ άκρη σ’ άκρη, φορτωμένος
πορτοκάλια, πατάτες, καρπούζια, ό,τι έβγαζε η γη. Ήξερε πού υπήρχε ζήτηση και πού
όχι. Έπιανε παζάρια με το μάτι, χωρίς ζυγαριά, και όλοι ήξεραν πως ό,τι πει ο
Χαμπής, αυτό θα γίνει.
Δεν ήξερε τι θα πει γιατρός, η
υγεία του ήταν σιδερένια, το σώμα του γερό, το μυαλό του καθαρό. Έδειχνε
αγέραστος, πάντα με το χαμόγελο, πάντα δραστήριος, ένας άντρας που έδινε
κουράγιο στους άλλους απλώς με την παρουσία του.
Και όμως, ήρθε το αναπάντεχο,
μια νύχτα που ο χρόνος σταμάτησε.
Ήταν ένα ήσυχο βράδυ. Είχε
γυρίσει νωρίς από το καφενείο, κάπως πιο σιωπηλός απ’ ό,τι συνήθως. Έβαλε τις
παντόφλες του, κάθισε στην πολυθρόνα του μπροστά στην τηλεόραση, και πριν καν
προλάβει να αλλάξει κανάλι, έγειρε πίσω. Ήταν σαν να αποκοιμήθηκε.
Ο Χαμπής αν και πανέξυπνος και
επιτυχεμένος. είχε ένα μεγάλο ελάττωμα, αγαπούσε το χαρτοπαίγνιο. Όσα χρήματα
κέρδιζε τα ξόδευε στον τζόγο, ένα πάθος με πολλές αρνητικές συνέπειες, ένας
εθισμός που προκαλεί οικονομικά προβλήματα, γεννά εντάσεις στις οικογενειακές
σχέσεις, οδηγεί σε καυγάδες και απογοήτευση, ενώ στον ίδιο τον χαρτοπαίκτη
φέρνει άγχος, λύπη και ντροπή. Ένα ακόρεστο πάθος που δεν προσφέρει πραγματική
χαρά, αλλά οδηγεί σε αδιέξοδα και δυσκολίες.
Ο Χαμπής, σαν παθιασμένος παίκτης,
τα βίωσε όλα αυτά για χρόνια, ώσπου, δυστυχώς, αυτό το πάθος και η αγωνία του
παιχνιδιού τον οδήγησαν στον θάνατο.
Είχαν περάσει περίπου πέντε
χρόνια από την επιστροφή του Κυριάκου και τον συνεταιρισμό τους. Ο Κυριάκος
είχε πλέον αναλάβει πλήρως τη δουλειά και είχε αφήσει τον πατέρα του να
ξεκουράζεται σε διευθυντική θέση. Δεν είχε κλείσει ακόμη τα εξήντα, εκείνη τη
μοιραία βραδιά, όταν καθόταν στο μεγάλο στρογγυλό τραπέζι με άλλους συμπαίκτες
και χαρτόπαιζαν. Τα ποσά είχαν φτάσει πολύ ψηλά, χίλιες διακόσιες σαράντα
λίρες, και η αγωνία όλων μεγάλωνε όσο πλησίαζε το τέλος. Το άγχος κυρίαρχούσε
στην ατμόσφαιρα, η αδρεναλίνη έβραζε, και κανείς δεν άντεχε κουβέντα. Όλοι ήταν
απότομοι και θυμωμένοι.
Το παιχνίδι λεγόταν «Θανάσης».
Ένα παραδοσιακό κυπριακό χαρτοπαίγνιο, που παιζόταν από δύο έως οχτώ άτομα, με
δέκα φύλλα στον καθένα. Στόχος ήταν να σχηματίσει ο παίκτης «τρίτες», δηλαδή
τριάδες ή περισσότερα ίδια φύλλα σε σειρά, και να τα κατεβάσει. Οι υπόλοιποι
μετρούσαν τους πόντους από τα χαρτιά που τους περίσσευαν. Όποιος ξεπερνούσε
τους εκατό πόντους έβγαινε από το παιχνίδι, εκτός κι αν ξαναέμπαινε. Την πρώτη
φορά πλήρωνε το ίδιο ποσό, αλλά κάθε επόμενη φορά το διπλάσιο από την
προηγούμενη. Το παιχνίδι συνεχιζόταν ώσπου να μείνει ένας μόνο νικητής.
Σε ένα τράβηγμα, ο Χαμπής
έκλεισε. Αν κατέβαζε τα φύλλα, το παιχνίδι τελείωνε. Μα απρόσεχτος, δεν το
κατάλαβε και πέταξε σκάρτο χαρτί. Ο κουμπάρος του, ο Μελής, τον κλώτσησε κάτω
από το τραπέζι, αλλά ήταν πια αργά.
Ο Χαμπής, στενοχωρημένος, άρχισε
να αναπνέει γρήγορα, γεμάτος αγωνία, περιμένοντας να ξαναέρθει η σειρά του για
να κατεβάσει τα χαρτιά. Όταν τελικά τα κατέβασε, ήταν ήδη αργά. Ένας άλλος
παίκτης έμεινε μέσα, ξαναγράφτηκαν κι άλλοι, και όταν το παιχνίδι τέλειωσε,
κέρδισε άλλος.
Το άγχος και η στενοχώρια έκαναν
την καρδιά του Χαμπή να χτυπά δυνατά και ασταμάτητα. Ένιωθε ότι θα σπάσει. Μη
αντέχοντας τον πόνο, βγήκε έξω να αναπνεύσει. Όταν συνήλθε λίγο, γύρισε στο
σπίτι. Μα μόλις πέρασε την πόρτα, η καρδιά του τον πρόδωσε. Έπεσε νεκρός στον τόπο.
Ήταν μόλις εξήντα χρονών.
Ήταν ένας ύπνος που δεν είχε ξύπνημα.
Στο διπλανό διαμέρισμα, ο
Κυριάκος άκουσε τις φωνές της μητριάς του, άναρθρες, σπαρακτικές. Έτρεξε και
τον βρήκε εκεί, γερμένο, ακίνητο. Η τηλεόραση έπαιζε ακόμα ένα παλιό κυπριώτικο
σήριαλ. Ο Κυριάκος προσπάθησε να τον συνεφέρει, τον ξάπλωσε στον καναπέ, έψαξε
για σφυγμό, φώναξε το όνομά του, αλλά ο χρόνος είχε ήδη τελειώσει.
Οι γιατροί αργότερα είπαν πως ήταν οξύ έμφραγμα. Πως όλα έγιναν μέσα σε λίγα
δευτερόλεπτα.
Η είδηση εξαπλώθηκε σαν φωτιά.
Σε μια ώρα, όλο το χωριό ήξερε, σε λίγες ακόμη, όλη η επαρχία. Από καφενείο σε
καφενείο, από στόμα σε στόμα, ακουγόταν το ίδιο:
-Ο Χαμπής ο Ταπακούδης πέθανε.
Κανείς δεν το πίστευε.
-Μα ο Χαμπής; Μα δεν πρέπει,
δεν γίνεται, έλεγαν. Ήταν σαν να είχαν αφαιρέσει από τη ζωή ένα κομμάτι της
σταθερότητας, έναν βράχο.
Ήταν μόλις εξήντα χρονών, στην πιο ήσυχη φάση της
ζωής του. Είχε αφήσει την επιχείρηση στα χέρια του Κυριάκου που αποδείχτηκε
άξιος και έξυπνος, και καθισμένος πίσω από ένα γραφείο, τον συμβούλευε, του
έδινε το νου και την πείρα του, και καμάρωνε βλέποντας την πρόοδο του.
Είχε αρχίσει να χαίρεται τη
ζωή χωρίς βάρη, χωρίς αγωνίες, μα ο χάρος, όπως πάντα αμείλικτος, δεν κοιτά
ούτε ηλικίες ούτε χαρές. Έρχεται απλά, χωρίς προειδοποίηση, όπως έρχεται το
βράδυ.
Από εκείνη τη νύχτα, πολλά
άλλαξαν. Ο φωνή του χάθηκε, δεν αντήχησε ξανά στα παζάρια. Το φορτηγό του
έμεινε παρκαρισμένο έξω, με τη σκόνη να το σκεπάζει μέρα με τη μέρα. Και όμως,
κάθε φορά που φυσούσε ο άνεμος, ήταν σαν να έφερνε τη φωνή του από μακριά,
εκείνη τη βαθιά, σταθερή φωνή που έλεγε πάντα την τελευταία κουβέντα, τη σωστή.
Ο Χαμπής όμως μπορεί να έφυγε,
μα ο λόγος του, η μπέσα του, και η ιστορία του έμειναν πίσω. Σαν παράδειγμα.
Σαν θρύλος. Σαν μνήμη που δε γερνά ποτέ.
Το πρωί που ξημέρωσε, το χωριό ήταν βουβό. Ο ήλιος
ανέτειλε όπως πάντα, μα έμοιαζε πιο χλωμός, σαν να μην ήθελε να φωτίσει εκείνη
τη μέρα. Από νωρίς άρχισαν να φτάνουν άνθρωποι στο σπίτι, συγγενείς, φίλοι,
συνεργάτες, παλιοί συναγωνιστές του πολέμου. Όλοι με μάτια χαμηλωμένα, με
βλέμμα θολό. Κανείς δεν ήξερε τι να πει. Για τέτοιους ανθρώπους δεν υπάρχουν
λόγια.
Το φέρετρο, σκεπασμένο με την κυπριακή σημαία,
τοποθετήθηκε πάνω στο γραφείο της δουλειάς. Πάνω τα παράσημα του πολέμου και
μια φωτογραφία χαμογελαστός, λεβέντης, όπως τον θυμόντουσαν όλοι. Η Παρασκευού
η δεύτερη σύζηγος του, καθόταν δίπλα, ασάλευτη. Τα μάτια της είχαν στεγνώσει
από το κλάμα, δεν της είχαν μείνει δάκρυα, μόνο ένα βαθύ, άηχο ρίγος. Οι άλλοι
τριγύρω, σιωπηλοί, ο καθένας χαμένος στη δική του θύμηση.
Όταν ήρθε η ώρα να τον πάρουν στην εκκλησία, το
χωριό σταμάτησε. Τα μαγαζιά έκλεισαν, οι δρόμοι άδειασαν. Ο κόσμος σχημάτισε
μια πομπή πίσω από το φορτηγό του με το φέρετρο πάνω και τον Κυριάκο οδηγό,
εκείνο το φορτηγό που τόσα χρόνια ο Χαμπής φόρτωνε με τη ζωή της γης. Αυτή τη
φορά, το φορτηγό μετέφερε τον ίδιο. Ήταν σαν να έκλεινε ένας κύκλος.
Στην εκκλησία δεν χωρούσε ψυχή. Ο παπάς, με φωνή
που έτρεμε, μίλησε για έναν άνθρωπο που δεν ήξερε φόβο, που έδωσε παράδειγμα
τιμής και ανθρωπιάς.
-Ο Χαμπής, είπε, δεν ήταν μόνο ένας έμπορος, ήταν
άνθρωπος με ψυχή καθαρή, σαν το νερό του βουνού. Όπου πατούσε, φύτρωνε
εμπιστοσύνη.
Όταν ήρθε η στιγμή του τελευταίου αποχαιρετισμού, ο
Κυριάκος στάθηκε μπροστά στο φέρετρο. Δεν μίλησε αμέσως. Το στόμα του άνοιγε
και ξανάκλεινε, μα οι λέξεις δεν έβγαιναν.
Τελικά ψιθύρισε μόνο:
-Εν να τα κάμνω όπως μου έμαθες, πατέρα. Εν να
συνεχίσω το όνομά μας…
Η φωνή του έσπασε. Και εκείνη τη στιγμή, μέσα στη
σιωπή, ακούστηκε μονάχα το βουητό του ανέμου που περνούσε μέσα από τα κυπαρίσσια
του κοιμητήριου. Σαν απάντηση.
Από τότε, τίποτα δεν ήταν το ίδιο. Μα στα παζάρια,
όποτε ο Κυριάκος πήγαινε να πουλήσει, τον κοιτούσαν όλοι με σεβασμό.
-Ο γιος του Χαμπή, έλεγαν, άξιος σαν τον πατέρα
του.
Και πράγματι, με τον καιρό, ο Κυριάκος προόδευσε. Ανέπτυξε
την επιχείρηση, μεγάλωσε το όνομα. Μα ποτέ δεν ένιωσε πως τον ξεπέρασε. Κάθε
απόφαση που έπαιρνε, την έπαιρνε σαν να τον άκουγε να του μιλά:
-Μην βιάζεσαι, Κυριάκο. Ο καλός έμπορας πρώτα ακούει, ύστερα μιλά.
Κάποτε, χρόνια αργότερα, καθώς οδηγούσε το ίδιο
εκείνο φορτηγό μέσα στα χωράφια, ο ήλιος έδυε πίσω από τα βουνά, και ένα φως
πορτοκαλί τύλιγε τον τόπο, για μια στιγμή, του φάνηκε πως στο κάθισμα του
συνοδηγού καθόταν ο Χαμπής, ήρεμος, όπως πάντα, με εκείνο το βλέμμα το βαθύ που
έβλεπε πιο πέρα απ’ τους ανθρώπους.
Ο Κυριάκος χαμογέλασε, δεν τρόμαξε. Ένιωσε μονάχα
μια γλυκιά σιγουριά. Ήξερε πως δεν είχε φύγει ποτέ στ’ αλήθεια. Ήταν εκεί, μέσα
του, μέσα στο χώμα, μέσα στο όνομα που θα ζούσε για πάντα. Υ.Γ. Το
άγραφο χρονικό του Χαμπή
Ο Αγώνας της
ΕΟΚΑ δεν άρχισε τη νύχτα της 1ης Απριλίου.
Άρχισε νωρίτερα. Και άρχισε από τη Χλώρακα.
Στην παραλία
της έφτασε ο πρώτος οπλισμός. Τον παρέλαβαν Χλωρακιώτες αγωνιστές, χωρίς
θόρυβο, χωρίς λόγια. Και αργότερα, μέσα στο σκοτάδι μιας νύχτας κατάμαυρης,
πάτησε εδώ ο Διγενής. Ένα άλλο φορτίο που αναμενόταν δεν έφτασε ποτέ. Ρίχτηκε
στη θάλασσα. Άνθρωποι συνελήφθησαν. Μα η απόφαση είχε ήδη φτάσει στη στεριά.
Και είχε ριζώσει πρώτα εδώ.
Γι’ αυτό στη
Χλώρακα ο Αγώνας δεν ήταν υπόθεση λίγων. Ήταν υπόθεση χωριού. Παλιοί πολεμιστές
δίδαξαν νέους. Σπίτια άνοιξαν χωρίς ερωτήσεις. Σιωπές έγιναν όρκοι.
Ο Χαμπής δεν
υπήρξε ποτέ «αγωνιστής» στα χαρτιά. Υπήρξε όμως πολεμιστής. Στον μεγάλο πόλεμο
είχε καταταγεί εθελοντής, μαζί με άλλους Χλωρακιώτες, στον αγγλικό στρατό. Τον
πήραν πρώτα στην Αίγυπτο και ύστερα στη Λιβύη. Έρημος, έλεγε. Όχι γη σαν την
Κύπρο. Άμμος και φωτιά. Ο ήλιος να καίει το κεφάλι και η σκόνη να μπαίνει στα
πνευμόνια.
Δεν ήταν
πάντα με όπλο στο χέρι, μα ήταν πάντα μέσα στον κίνδυνο. Με φορτηγά κουβαλούσαν
πυρομαχικά. Κι όταν άρχιζαν οι βομβαρδισμοί, έπεφταν κάτω και περίμεναν ποιος
θα μείνει. Εκεί τραυματίστηκε. Γύρισε στο χωριό με μια πληγή που δεν έκλεισε
ποτέ εντελώς, ούτε στο σώμα ούτε στη μνήμη.
Στο Ελ
Αλαμέιν, έλεγε, κατάλαβε τι θα πει πόλεμος. Καπνός, φωτιά, ουρλιαχτά νύχτα
μέρα. Άνθρωποι να φωνάζουν για νερό. Άλλοι να σωπαίνουν για πάντα πριν φτάσουν
στο νοσοκομείο. Κι εκεί, μέσα στην έρημο, δεν υπήρχαν Έλληνες και Τούρκοι.
Υπήρχαν μόνο Κύπριοι. Μοιράζονταν το νερό, το φόβο και τις αναμνήσεις από τα
χωριά τους. Όταν κάποιος λύγιζε, του μιλούσαν για τη θάλασσα, για το σπίτι, για
να κρατηθεί όρθιος.
Από τον
πόλεμο ο Χαμπής δεν έφερε ιστορίες. Έφερε γνώση. Ήξερε όπλα, ήξερε πειθαρχία,
ήξερε τι σημαίνει να περιμένεις. Κι όταν ήρθε η ώρα της Κύπρου, δεν ρώτησε πώς
θα φανεί. Ρώτησε μόνο πού χρειάζεται.
Έτσι, στα
χρόνια του Αγώνα, δίδαξε ό,τι ήξερε. Εκπαίδευσε αγωνιστές και αμούστακα παιδιά.
Παιδιά που έμαθαν να είναι πατριώτες και να αγαπούν την ελευθερία. Κάποιοι από
αυτούς έγιναν ήρωες. Ο Χαμπής δεν ζήτησε ποτέ αναγνώριση. Βοήθησε όσο μπορούσε,
σαν αφανής αγωνιστής. Χωρίς δόξες και τιμές.
Χρόνια αργότερα,
με τον Κυριάκο αποφάσισαν να χτίσουν τις πρώτες αποθήκες για τη δουλειά τους,
απέναντι, στο γουνάρι, τον ψηλό τόπο του χωριού. Εκεί όπου το έδαφος υψωνόταν
καθαρό και γυμνό. Εκεί όπου κάποτε οι Εγγλέζοι κρατούσαν μόνιμη σκοπιά για να
επιτηρούν τη Χλώρακα.
Καθώς
κουβέντιαζαν για τον τόπο και το χτίσιμο, οι μνήμες γύρισαν πίσω. Ο Χαμπής
μιλούσε απλά. Χωρίς μεγάλα λόγια. Εξηγούσε πώς και γιατί έγιναν κάποια
πράγματα. Τι κόστισαν. Και γιατί έπρεπε να μείνουν όπως έμειναν: σιωπηλά. Χωρίς
αναγνώριση, χωρίς δοξολογίες και πανηγύρια. Φτάνει που ήξερε ο ίδιος πως έκανε
το καθήκον που του αναλογούσε.
Το γουνάρι
στεκόταν απέναντί τους. Ψηλό, ήσυχο, με θέα όλο το χωριό. Κι ο Κυριάκος
καταλάβαινε πως εκεί, σε τόπο που κάποτε επιτηρούσαν ξένοι, θα χτιζόταν τώρα κάτι
άλλο. Όχι μόνο αποθήκες, μα αποθήκες που θα κουβαλούσαν μνήμη. Τη μνήμη του
αγώνα ενάντια στην αποικιοκρατία και την ανιδιοτελή, χωρίς φανφάρες, προσφορά
του Χαμπή.
Στο
καφενείο, ο Χαμπής καθόταν πάντα λίγο παράμερα. Έπινε τον καφέ του και έμοιαζε
ήσυχος. Θυμόταν εκείνα τα χρόνια που σημάδεψαν τη ζωή του, κι ας μην τα έλεγε
συχνά.
Και καμιά
φορά, σαν άνοιγε η κουβέντα, έλεγε και την ιστορία ενός φίλου του, μια
ιστορία που χαράχτηκε μέσα του βαθιά.
«Εγώ δεν πιάστηκα
αιχμάλωτος», έλεγε ο Χαμπής. «Άλλοι ναι. Και ένας φίλος
μου. Όχι από τη Χλώρακα. Από άλλο χωριό. Γνωριστήκαμε εκεί κάτω, στον πόλεμο.
Εκεί που όλοι ήμασταν ίδιοι.
Στο Ελ
Αλαμέιν πιάστηκε μέσα στη σύγχυση. Το φορτηγό τους χτυπήθηκε, ο καπνός σκέπασε
τα πάντα, κι όταν καθάρισε ο αέρας, είχε γύρω του γερμανικά κράνη. Εκεί
τελείωσε η μάχη γι’ αυτόν.
Τον μάζεψαν
όπως ήταν. Διψασμένο, σκονισμένο, μισοτραυματισμένο κορμί.Τον έβαλαν να περπατά
ώρες μέσα στον ήλιο. Νερό ελάχιστο. Όποιος έμενε πίσω, δεν τον περίμεναν. Εκεί,
κατάλαβε τι θα πει αιχμαλωσία. Όχι φωνές. Όχι ξύλο. Σιωπή και υπακοή.
Στο πρόχειρο
στρατόπεδο, δουλειά από το χάραμα. Σκάψιμο, κουβάλημα, δρόμοι μέσα στην άμμο.
Φαγητό μετρημένο. Νερό ακόμη πιο λίγο. Τη νύχτα το κρύο έμπαινε στα κόκαλα. Κάποιοι
μιλούσαν στον ύπνο τους. Άλλοι δεν ξυπνούσαν.
Το πιο βαρύ,
έλεγε, δεν ήταν η πείνα. Ήταν το «δεν ξέρω». Να μη ξέρεις αν θα φύγεις ποτέ από
κει.
Η απόδραση
δεν ήταν γενναιότητα. Ήταν ανάγκη. Μια μέρα τους έβγαλαν έξω για δουλειά. Η
φρουρά λίγη. Σκόνη παντού. Ένας Αυστραλός δίπλα του γύρισε και του είπε σιγά:
«Τώρα ή
ποτέ».
Δεν έτρεξαν.
Περπάτησαν. Σκύψανε, σαν εργάτες. Κι όταν χάθηκαν πίσω από έναν αμμόλοφο, τότε
μόνο άλλαξαν βήμα. Τρεις νύχτες περπατούσαν. Τη μέρα κρύβονταν. Μόνο τ’ αστέρια
είχαν για σημάδι.
Τους βρήκε
περίπολος των δικών μας. Δεν τους πίστευαν. Ήταν σαν σκιές.
«Άλλοι δεν
τα κατάφεραν», είπε στο τέλος. «Εγώ στάθηκα τυχερός».
Ο Χαμπής δεν
τον ρώτησε τίποτε άλλο. Κάποια πράγματα, έλεγε, όταν στα πουν μια φορά, πρέπει
να μείνουν όπως ειπώθηκαν.
Και συνεχισε
λεγοντας πως ο πόλεμος δεν τελειώνει όταν σωπάσουν τα όπλα. Μένει μέσα
σου.
Και πριν
σηκωθεί να φύγει, έλεγε πάντα το ίδιο:
«Πήγαμε
παιδιά και γυρίσαμε γέροι. Όχι στα χρόνια, μα στην ψυχή».
Η ΜΑΝΑ ΜΙΑ
Η Στασού
Η μάνα του Κυριάκου ήταν η πιο όμορφη του χωριού. Μοναχοκόρη και
πλουσιοκόρη. Προξενητάδες πηγαινοέρχονταν, αλλά αυτή με την πρώτη ματιά αγάπησε
τον Χαμπή. Ωραίος, λεβέντης, μάγκας, μόλις ήρθε από τον πόλεμο. Μόλις την είδε,
την αγάπησε και τη γύρεψε. Αγάπησε και παντρεύτηκε μια άγια γυναίκα, συναιτή, θρησκευόμενη
και νοικοκυρά.
Ο Κυριακος θεωρούσε τις γυναίκες ως προσωπικότητες
που όφειλε να σέβεται και να προστατεύει περισσότερο και από τον εαυτό του. Η
αγάπη για τη μάνα όμως, θεωρούσε πως είναι η πιο ανεκτίμητη και μοναδική, γιατί
ενώ υπάρχουν χιλιάδες γυναίκες, μάνα υπάρχει μόνο μία.
Με τέτοια ανατροφή, ποτέ δεν θα περνούσε από το
μυαλό του να σηκώσει χέρι ή να προσβάλει γυναίκα. Και όμως, καμιά φορά, όσο
βαθιά ριζωμένες και αν είναι οι αρχές ενός ανθρώπου, το ένστικτο μπορεί να
λειτουργήσει αυτόνομα, ειδικά όταν κάποιος τολμήσει να αγγίξει ό,τι για εκείνον
είναι ιερό. Τη μάνα του.
Και όμως συνέβηκε…
Ήταν μια Κυριακή του Νοέμβρη, μέρα του μνημοσύνου
της Στασούς, της μάνας του που έφυγε νωρίς, στα σαράντα τρία της χρόνια. Η
επόμενη μέρα ήταν αργία, και το παζάρι θα ’μενε κλειστό. Το βράδυ, αφού δεν
είχε ταξίδι, αποφάσισε να πάει στο καφενείο.
Ήταν νωρίς, και το καφενείο γεμάτο θαμώνες.
Κάθισε με τον Νικολή και κουβέντιαζαν, τι άλλο, για τα πρώιμα λαχανικά
και τις τιμές που θα έπιαναν στο παζάρι.
Στο διπλανό τραπέζι καθόταν μια παρέα νεαρών που
έπιναν ζιβανία, και λίγο παραπέρα, μόνη της, μια αλλοδαπή κοπέλα με ποτήρι στο
χέρι, φανερά μεθυσμένη. Ήταν έντονα βαμμένη, ντυμένη κάπως προκλητικά, ξεχώριζε
σαν τη μύγα μες στο γάλα. Είχε σκληρά χαρακτηριστικά και μαύρους κύκλους κάτω
από τα μάτια.
Έπιασε κουβέντα με την αντροπαρέα, και κάθε λίγο
σήκωνε το ποτήρι της σε «εις υγεία». Λέξη τη λέξη, το γλέντι άναψε, οι φωνές
υψώθηκαν, και τα λόγια έγιναν βαριά. Κάποια στιγμή, μέσα στο μεθύσι της, είπε
κουβέντα ασήκωτη, και εκείνοι της απάντησαν στο ίδιο ύφος.
Μπερδεμένη και συγχυσμένη, μη καταλαβαίνοντας σε
ποιον μιλά, σηκώθηκε όρθια και γύρισε προς τον Κυριάκο. Του πέταξε βαριά λόγια, για τη μάνα του.
Το χέρι του Κυριάκου σηκώθηκε χωρίς να προλάβει να
σκεφτεί. Ένα δυνατό χαστούκι αντήχησε μέσα στο καφενείο. Αμέσως κατάλαβε το
λάθος του, μα ήταν πια αργά. Η κοπέλα σηκώθηκε και έφυγε. Ο Κυριάκος ανάσανε με
ανακούφιση. Πίστεψε πως το πράγμα τελείωσε εκεί, πως δεν θα είχε συνέχεια, ούτε
με τη γυναίκα ούτε με τον νόμο.
Μα σε λίγο, η πόρτα άνοιξε ξανά. Η κοπέλα επέστρεψε
συνοδευόμενη από έναν μαντράχαλο -πιθανόν τον νταβατζή
της, και τον έδειξε με το δάχτυλο. Εκείνος πλησίασε απειλητικά, ζητώντας
τον λόγο. Τα αίματα άναψαν, και ο καυγάς δεν άργησε να ξεσπάσει.
Οι θαμώνες μπήκαν στη μέση και πρόλαβαν τα
χειρότερα, μα κάποιος είχε ήδη ειδοποιήσει την αστυνομία. Οι αστυνομικοί κατέφθασαν
φουριόζοι.
Ο Κυριάκος σκέφτηκε πως έμπλεξε άσχημα, πως
για μια στιγμή νεύρων, για ένα χαστούκι, θα ’βρισκε τον μπελά του.
Μα, προς έκπληξη όλων, μόλις οι αστυνομικοί είδαν
την κοπέλα και τον συνοδό της, δεν ρώτησαν πολλά. Τους πέρασαν χειροπέδες. Ήταν
σεσημασμένοι εγκληματίες, καταζητούμενοι. Τους έβαλαν στο περιπολικό και
έφυγαν.
Ο Κυριάκος ανάσανε βαθιά. Είχε γλιτώσει, από
τύχη, ίσως. Μα μέσα του ένιωθε πως πήρε ένα σκληρό μάθημα, πως όσα φέρνει
η ώρα, δεν τα φέρνει ο χρόνος.
Οι φιλενάδες
Η Στασού και
η Αννού ήταν φιλενάδες από τότε που η μνήμη τους άρχιζε να κρατά εικόνες.
Μεγάλωσαν μαζί, σαν δυο ρίζες πλεγμένες στο ίδιο χώμα, σαν αδερφές, και η ζωή
τις έφερνε πάντοτε πλάι πλάι. Κάθε Κυριακή, στην εκκλησία του χωριού, στέκονταν
δίπλα δίπλα, σιωπηλές, με τα χέρια σταυρωμένα και το βλέμμα στο ιερό, αφήνοντας
τον ψαλμό να κυλά μέσα τους σαν προσευχή και παρηγοριά.
Μαζί σε κάθε
γιορτή, στα γέλια και στα τραπέζια, μαζί και στις δύσκολες ώρες, όταν η χαρά
λιγόστευε και η καρδιά βάραινε. Η φιλία τους δεν ήταν θορυβώδης. Ήταν βαθιά και
στέρεη, χτισμένη με αγάπη, εμπιστοσύνη, σεβασμό και μια σιωπηλή κατανόηση που
δεν χρειαζόταν λόγια. Δυο γυναίκες ενάρετες, με ρίζες βαθιές στην πίστη και στη
θρησκευτική παράδοση, που έμαθαν να παραδίδουν τα βάσανά τους στον Θεό χωρίς
παράπονο.
Κι όμως, η
μοίρα, ή ίσως το θέλημα του Θεού, στάθηκε σκληρή απέναντί τους.
Γιατί, όσο κι αν πίστεψαν, όσο κι αν προσευχήθηκαν, ο Θεός τους έδωσε δρόμους
βαρείς, ποτισμένους με πόνο, λύπη και απώλεια. Κι έτσι, εκεί όπου άνθιζε η
αγάπη και η αφοσίωση, ρίχτηκε βαριά η σκιά του θανάτου, δοκιμάζοντας τη δύναμη
της πίστης τους και αφήνοντας πίσω μια σιωπή που ακόμη αντηχεί.
Νέες ακόμη,
στα τριάντα τους, η Στασού και η Αννού κουβαλούσαν ήδη μια ολόκληρη ζωή στους
ώμους τους. Η πρώτη με έξι παιδιά να γεμίζουν το σπίτι φωνές και ανάσες, η
δεύτερη με δυο, λιγότερα σε αριθμό μα ίδια σε βάρος ευθύνης και αγάπης. Κι ενώ
τίποτα δεν προμήνυε το κακό, η καταστροφή ήρθε απότομα, σαν νυχτερινός άνεμος
που σβήνει τα λυχνάρια χωρίς προειδοποίηση.
Η Στασού
άκουσε τη διάγνωση της κακής ασθένειας σαν καταδίκη που δεν είχε λόγια. Ένας
πόνος αθόρυβος, ύπουλος, που δεν φαινόταν απ’ έξω, μα άρχισε να τρώει τη ζωή
της από μέσα, μέρα τη μέρα. Η Αννού, σχεδόν την ίδια εποχή, έχασε τον άντρα
της. Όχι από αρρώστια, ούτε από ατύχημα, μα από ανθρώπινο χέρι. Τον σκότωσαν
άδικα, μέσα στην παραζάλη και τη σύγχυση των τελευταίων χρόνων του αγώνα της
ΕΟΚΑ.
Ήταν μια
σκοτεινή εποχή, βαριά και μπερδεμένη, όπου ο φόβος περπατούσε δίπλα στην ελπίδα
και η δικαιοσύνη συχνά φορούσε μάσκα. Στο όνομα της προδοσίας, πολλοί καιροσκόποι
βρήκαν ευκαιρία να ξεκαθαρίσουν λογαριασμούς: να εξοντώσουν ανταγωνιστές, να
πάρουν εκδίκηση για παλιά μίση, να χτυπήσουν όχι μόνο ενόχους, μα και αθώους.
Όταν ήθελαν να σκοτώσουν, αρκούσε μια λέξη: «προδότης». Μια λέξη βαριά, που δεν
χρειαζόταν αποδείξεις.
Ντυμένοι
μασκοφόροι, κρυμμένοι στο σκοτάδι, χτυπούσαν γρήγορα και άφηναν πίσω τους σώματα
και σιωπές. Κι έτσι, κάποιες φορές, λίγες, μα αρκετές, ο νικηφόρος
και γνήσιος αγώνας καταντούσε αρένα κακοποιών. Στιγμές που αμαύρωναν την καθαρότητα
της θυσίας και μετέτρεπαν την ελευθερία σε πρόσχημα, δίνοντας χώρο σε
σκοτεινούς ανθρώπους να δρουν υπό την κάλυψη της «απόδοσης δικαιοσύνης», ενώ
στην αλήθεια υπηρετούσαν μόνο το μίσος, το συμφέρον και το αίμα.
Κι έτσι, η
Στασού και η Αννού, δεμένες από παιδική φιλία και κοινή πίστη, βρέθηκαν να
δοκιμάζονται ταυτόχρονα: η μία από τον αργό θάνατο που ερχόταν σιωπηλά, η άλλη
από τον ξαφνικό χαμό που άφηνε κραυγή και κενό. Δυο σταυροί διαφορετικοί, μα
εξίσου βαριοί, σε μια εποχή που δεν συγχωρούσε την αθωότητα.
Ήταν πόνος
και καημός αβάσταχτος, ένας Γολγοθάς που δεν μετριόταν με μέρες και χρόνια, μα
με ανάσες βαριές και νύχτες ατέλειωτες. Κι όμως, μέσα σ’ αυτή τη δοκιμασία, η
Στασού και η Αννού έμειναν δεμένες, σαν δυο ψυχές που κρατιούνται όρθιες η μία
από την άλλη. Η μία να συμπαραστέκεται, η άλλη να παρηγορεί, κι άλλοτε να
παραμερίζει τον δικό της πόνο για να σταθεί πιο δυνατή δίπλα στη φίλη της.
Πορεύτηκαν μαζί τον δρόμο του πόνου, έναν δρόμο κοινό, μα και μοναχικό συνάμα,
που τις συνόδευσε μέχρι τον θάνατό τους.
Της Στασούς
ο Γολγοθάς κράτησε δεκατρία ολόκληρα χρόνια. Δεκατρία χρόνια που απλώθηκαν σαν
αιωνιότητα. Σε μια εποχή φτωχή σε μέσα και γνώση, τότε που δεν υπήρχαν τα
σημερινά φάρμακα να μαλακώνουν τον πόνο ούτε οι θεραπείες να χαρίζουν ελπίδα, το
σώμα της έγινε πεδίο μάχης. Ο πόνος ερχόταν ακάλεστος, μέρα και νύχτα, χωρίς
ωράριο και χωρίς έλεος. Άλλοτε την λύγιζε, άλλοτε την άφηνε για λίγο να πάρει
ανάσα, μόνο και μόνο για να επιστρέψει πιο βαθύς, πιο επίμονος.
Ζούσε με την
αρρώστια σαν με έναν σιωπηλό συγκάτοικο, που της έκλεβε δυνάμεις, ύπνο και
χαμόγελο. Κάθε μέρα ήταν ένας μικρός σταυρός, κάθε νύχτα μια δοκιμασία
υπομονής. Κι όμως, μέσα σ’ αυτόν τον αργό μαρτυρικό δρόμο, η Στασού δεν έχασε
την αξιοπρέπειά της. Κρατήθηκε από την πίστη, από τα παιδιά της, κι από την
Αννού, τη φίλη που στεκόταν πλάι της σαν σκιά πιστή, σαν προσευχή άφωνη.
Έτσι κύλησαν
τα χρόνια, βαριά και αλύγιστα, ώσπου ο πόνος έγινε τρόπος ζωής και ο θάνατος
ήρθε σαν λύτρωση. Κι αν το σώμα λύγισε, η ψυχή της έμεινε όρθια ως το τέλος, διδάσκοντας
σιωπηλά πως η αντοχή δεν φωνάζει, μονάχα υπομένει.
Ο Φύτος, ο
άντρας της Αννούς, ήρθε από τη Μεσόγη, το χωριό απ’ όπου καταγόταν και η
σύζυγος του Κυριάκου. Η Αθαλού, η μάνα του, γυναίκα καλή
και ταπεινή, ήταν ξαδέρφη της Δήμητρας, της πεθεράς του Κυριάκου. Είχαν περάσει
δεκαετίες από τότε που σκότωσαν το γιο της, κι όμως κάθε μέρα ερχόταν επίσκεψη,
ντυμένη πάντα στα μαύρα· κι ακόμη έκλαιγε το παιδί της σαν να ’ταν χθες.
«Τον
σκότωσαν άδικα», έλεγε με φωνή που έτρεμε. «Ήταν πατριώτης, όπως και τα άλλα
του αδέρφια. Αγωνιστές, μέλη της ΕΟΚΑ. Δεν τον σκότωσε η οργάνωση· τον σκότωσαν
ανταγωνιστές. Μια μέρα θα βρούμε δικαίωση… μα τι να την κάνω εγώ; Το παιδί μου
πάει…»
Και τότε την
έπαιρνε το παράπονο. Τα μάτια της βούρκωναν και η σιωπή γινόταν πιο βαριά απ’
τα λόγια.
Και στα
χρόνια που πέρασαν, η δικαίωση
ήρθε. Μα ήρθε αργά. Η Αθαλού έφυγε από τη ζωή χωρίς να την προλάβει. Έμεινε
μόνο η αλήθεια, γυμνή και καθυστερημένη, να βαραίνει τις συνειδήσεις.
Κι ο
Κυριάκος, βλέποντας τον πόνο της Αθαλούς και της Αννούς, θαύμαζε την καρτερία τους και την πίστη τους στο δίκιο του
ανθρώπου τους.
Μα πιο πολύ
ακόμη θαύμαζε εκείνη τη σιωπηλή δύναμη που ένωνε τη Στασού και την Αννού. Δυο
γυναίκες χτυπημένες απ’ αλλιώτικες μοίρες, μα δεμένες στον ίδιο πόνο. Η μία να
θρηνεί τον άντρα της, η άλλη να παλεύει με τον αργό θάνατο, κι όμως, να
στέκονται όρθιες, η μία για την άλλη.
Κι ίσως,
τελικά, μέσα σ’ εκείνη τη μαύρη εποχή της απώλειας και της αδικίας, αυτή η
φιλία να ήταν το μόνο καθαρό φως. Ένα φως ταπεινό, ανθρώπινο, που δεν νίκησε
τον πόνο, μα τον άντεξε. Και αυτό ήταν αρκετό.
Η Αννού
έζησε μέχρι βαθιά γεράματα, με τον πόνο να την ακολουθεί σαν σκιά πιστή ως το
τέλος. Κι όσο τα χρόνια περνούσαν και οι δυνάμεις της λιγόστευαν, τόσο πιο
συχνά γύριζε ο νους της στη Στασού. Στη φίλη της, που βάδισε πρώτη τον δύσκολο
δρόμο και την περίμενε, θαρρείς, στην άλλη όχθη.
Στις ήσυχες
ώρες της δύσης, όταν το σπίτι βυθιζόταν στη σιωπή, η Αννού ψιθύριζε το όνομά
της σαν προσευχή. Θυμόταν τις Κυριακές στην εκκλησία, τότε που στέκονταν πλάι
πλάι, κοριτσόπουλα ακόμη, με τα μάτια στραμμένα στο ιερό και την καρδιά
γεμάτη ελπίδα. Τώρα, μόνο η πίστη είχε απομείνει, αυτή που ην κράτησε όρθια.
Όταν ήρθε η
ώρα της, δεν φοβήθηκε. Έκλεισε τα μάτια με τη βεβαιότητα πως κάπου εκεί, πέρα
απ’ τον πόνο και την αδικία, την περίμενε η Στασού. Όχι πια άρρωστη, όχι πια κουρασμένη, μα
όρθια, όπως πάντα, έτοιμη να σταθεί δίπλα της.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ:
Ο δύσκολος πελάτης
Η αγορά είχε ξυπνήσει από
ενωρίς. Ο Κυριάκος με ένα καπέλο στραμμένο λίγο πίσω και τα χέρια του γεμάτα
ρόζους από τη δουλειά, μαζί με τη γυναίκα του ετοίμαζαν τα κιβώτια με τα
φρούτα.
Ένας κοντός και ευτραφής
μαννάβης με μάτια γεμάτα πονηριά, πολύ πρωϊνός, πλησίασε το πάγκο του.
Ήταν ο Πιριτζιής, πελάτης γνωστός για το δύσκολο χαρακτήρα του και τα σχόλιά
του που γέμιζαν τον αέρα με καυστικό κρύο.
- Κυριάκο, αυτά τα καρπούζια…
λένε πως δεν είναι τόσο γλυκά όσο πέρσι. Τι θα μου πεις γι’ αυτό; Ρώτησε και τα
μάτια που έψαχναν αδυναμίες.
Ο Κυριάκος χαμογέλασε ελαφρά,
αλλά το βλέμμα του δεν έχασε τη ζεστασιά του.
-Πιριτζιή, κάθε χρόνο η γη μας
αλλάζει, το ίδιο και τα καρπούζια. Αλλά αν θέλεις, δοκίμασε ένα.
Ο Πιριτζιής άρπαξε μια φέτα,
τη δάγκωσε και σφίχτηκε για μια στιγμή, σαν να αναγνώριζε κάτι ξεχασμένο.
-Εντάξει,
αυτό εδώ έχει ακόμα ψυχή είπε τελικά, και η φωνή του έχασε λίγο από την καυστικότητά
της.
-Κάθε φρούτο, όπως και κάθε
άνθρωπος, έχει τις δικές του πληγές και τις δικές του στιγμές γλυκύτητας, είπε
ο Κυριάκος. Και μερικές φορές πρέπει να του δώσεις χρόνο να ξεδιπλωθεί.
Ο Πιριτζιής στάθηκε σιωπηλός
για λίγο, και μετά πρόσθεσε:
-Ίσως να ’χεις δίκιο, Κυριάκο.
Η μέρα
κύλησε, ο ήλιος ανέβηκε ψηλά, και η σχέση ανάμεσα στον χοντρέμπορα και τον
δύσκολο πελάτη έγινε μια σιωπηρή συμφωνία σεβασμού και κατανόησης.
Αλλά κυρίως,
ο Πιριντζιής από τότε παίνευε τον Κυριάκο πως πωλούσε μόνο προϊόντα εξαιρετικής
ποιότητας.
Μια περιώνυμος φράση
Ο Κυριάκος καθόταν στο
καφενείο με τον Αντωνη τ’ Αλεξάνδρου, έναν από τους τελευταίους γέροντες της
Χλώρακας. Η ζωή τους είχε φέρει σε ίδιους δρόμους. Ο Κυριάκος φθαρτέμπορος, ο
Αντωνής γεωργός. Η κουβέντα τους στράφηκε αβίαστα στα αγγούρια της Χλώρακας, τα
ξακουστά σε όλη την Κύπρο.
-Ξέρεις πώς βγήκε η φράση
«αγγούρια της Χλώρακας»;
ρώτησε ο Κυριάκος.
Ο Αντωνης χαμογέλασε και
άρχισε την ιστορία.
Την εποχή της Τουρκοκρατίας, της
σκλαβιάς και του θυμού, υπήρχε ένας άνθρωπος που όριζε με το δικό του μέτρο τον
κόσμο γύρω του. Ήταν ο παππούς του, ο Παπασάββας. Λιγόκορμος, αλλά γεμάτος
νεύρο και αποφασιστικότητα, παπάς, δάσκαλος, ψαράς και περβολάρης. Άνθρωπος για
όλες τις δουλειές. Η φήμη του σαν «αντάρτη» τον προσπέρασε. Ατίθασος, αυστηρός,
ανυποχώρητος, δεν ανεχόταν άδικο ούτε από τον πιο ισχυρό.
Μια μέρα, στα Πιρομάσια, κοντά
στην ακτή, ένας Τούρκος γείτονας προσπάθησε να καταπατήσει το χωράφι του. Ο Παπασάββας
προσπάθησε πρώτα να τον μεταπείσει με λόγια, αλλά ο άπιστος δεν άκουγε. Τότε
χωρίς φόβο, καβάλησε τον άππαρό του, όρμησε και τον έριξε στο χώμα. Σαν ήταν
χαμαί, του έδωσε και ένα μπερντάχι ξύλο που τον έκανε να θυμάται τον Παπασάββα
με τρόμο για χρόνια.
Το μήνυμα
του ξυλοδαρμού έφτασε στα Χασαμπουλιά διαβόητους ληστές συγγενείς του Τούρκου,
και εκείνοι εξαπέλυσαν επικύρξη εναντίον του. Ένας Τούρκος φίλος τον
προειδοποίησε να προσέχει, αλλά ο Παπασάββας αγέρωχα του είπε,
-Εν το αγγούρι μου που ννα
πκιάσουν.
Ήταν μια φράση γεμάτη
περιφρόνηση, που δήλωνε τι θα κατάφερναν οι εχθροί του να πιάσουν. Με τον
καιρό, η φράση άλλαξε και, εκ παραφθοράς, λέγεται σήμερα «αγγούρκα της
Χλώρακας», με την ίδια σημασία, αλλά πλέον πιο κόσμια.
Ο επικίνδυνος δρόμος
Ήταν Αύγουστος,
η εποχή των σταφυλιών. Μια εποχή που τα θερμοκήπια δεν παρήγαγαν οπωρικά λόγω
των ψηλών θερμοκρασιών του καλοκαιριού. Ο Κυριάκος συνήθιζε τότε να πηγαίνει
στα χωριά της Ορεινής και να φορτώνει αμπελίσιμα σταφύλια.
Μια φορά,
στις απόκρημνες πλαγιές της Τσάδας προς την Κοίλη, ανακάλυψε ένα αμπέλι με
εξαίρετα μαύρα σταφύλια. Ο δρόμος ήταν χωμάτινος, στενός και επικίνδυνος. Καθώς
όμως το φορτηγό του, άδειο από φορτίο, τον διάβηκε εύκολα, και επειδή τα σταφύλια
ήταν τόσο ωραία, αποφάσισε πως άξιζε το ρίσκο να διακινδυνέψει ένα τόσο δύσκολο
δρομολόγιο με υπερδιπλάσιο φορτίο.
Η καρότσα
του φορτηγού χωρούσε εφτά κιβώτια στο πλάτος και εφτά στο μήκος. Όταν φόρτωνε
έξι σε ύψος, το φορτίο ήταν ιδανικό σύμφωνα με τις προδιαγραφές του
εργοστασίου.
Όταν όμως
αντίκρισε τα τσαμπιά να κρέμονται από τα κλήματα, ο Κυριάκος αποφάσισε πως
έπρεπε να τα αγοράσει όλα. Ήταν ωραιότατα, μικρά τσαμπιά, σελλινωτά και αραιά,
σε ένα βαθύ κατάμαυρο χρώμα, χάρμα οφθαλμών και απίθανα σε γεύση. Ήταν σίγουρος
πως θα τα πουλούσε όλα σε πρώτη τιμή. Έτσι, αντί για το κανονικό φορτίο που
σήκωνε το φορτηγό, φόρτωσε διπλάσιο και πλέον: δώδεκα κιβώτια στο ύψος, και
άλλα ογδοντατέσσερα κιβώτια στη πόρτα της καρότσας, που βασταζόταν από αλυσίδες.
Τα έδεσε γερά με σχοινιά, για να μην υπάρχει φόβος να γείρουν να πέσουν στον
χαλασμένο από τη διάβρωση χωμάτινο
δρόμο, και πήρε τον ανήφορο της επιστροφής.
Αλλά,
δυστυχώς, ω τί συμφορά! Στην επιστροφή, με το βαρύ και ψηλό φορτίο στην
καρότσα, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Το φορτηγό ανέβαινε σημειωτόν. Ο μεγάλος
αμαξωτός δρόμος βρισκόταν οκτακόσια μέτρα ψηλότερα, και με το μεγάλο φορτίο το
οδήγημα ήταν δύσκολο.
Ο στενός,
κακοφτιαγμένος χωματόδρομος, σε πολλά σημεία ακολουθούσε σύριζα τον γκρεμό. Ο
Κυριάκος ένιωθε πως έπαιζε τη ζωή του για να μεταφέρει τα σταφύλια στην κορφή.
Στο δρομολόγιο ένιωθε ανατρίχιασμα και πατούσε συνέχεια φρένο, εξετάζοντας τον
δρόμο με το μάτι.
«Αν τα
καταφέρω, θα είναι θαύμα», σκέφτηκε.
Και αμέσως
μετά αναρωτήθηκε:
«Γιατί ήρθα
σε τόσο δύσβατα βουνά να φορτώσω σταφύλια; Αν σκοτωθώ, τι θα γίνει; Έχω γυναίκα
και δυο μικρά παιδιά, θα μείνουν ορφανά…»
Καθώς
αναμετρούσε την απόσταση και τον κίνδυνο, φοβόταν μήπως ο δρόμος δεν αντέξει.
Άκουγε το έδαφος να τρίζει από το βάρος του φορτηγού, μα προχωρούσε μέτρο το
μέτρο. Από τη θέση του οδηγού έβλεπε το βάθος του γκρεμού, και σε κάθε στροφή
άκουγε τους τριγμούς των αναρτήσεων.
Κάποια
στιγμή, κάτω από τα πόδια του, άκουσε έναν δυνατό τριγμό, κρακ, κρακ, το
διάζωμα του δρόμου υποχωρούσε.
«Τα δόντια του διαβόλου είναι αυτά και τρίζουν», ψιθύρισε. «Θα σκοτωθώ εδώ
πάνω…»
Βλαστήμησε,
αλλά αμέσως μετάνιωσε. Είπε μέσα του πως οι βλασφημίες είναι του διαβόλου και
παρακάλεσε τον Θεό να τον βοηθήσει. Ήταν κάτωχρος και σκεφτόταν πως θα ήταν
κρίμα κι άδικο να σκοτωθεί πριν της ώρας του.
«Δεν θα πάθω
τίποτα. Είναι ο Θεός μαζί μου, νιώθω την παρουσία Του», είπε φωναχτά.
Κάθε λίγο
τράβαγε χειρόφρενο, έγερνε έξω απ’ το παράθυρο και υπολόγιζε τη γωνία κλίσης.
Με μερικούς πόντους διαφορά από το χείλος του γκρεμού, οδηγούσε πόντο πόντο.
Είχε φτάσει
σχεδόν στο τέρμα και θα έμπαινε στον μεγάλο δρόμο. Όμως η τύχη δεν ήταν μαζί
του. Σε ένα σημείο διαπίστωσε πως ο δρόμος ήταν στενότερος, και αν περνούσε, ο
μισός τροχός θα έμενε στον αέρα. Αν το φορτίο ήταν χαμηλό, δεν θα υπήρχε
πρόβλημα. Μα ήταν πολύ ψηλό, και επειδή ο δρόμος είχε αριστερή κλίση, το φορτίο
θα έγερνε και ίσως να τον κατακρήμνιζε.
Ήταν σε
μεγάλο δίλημμα. Η ώρα περνούσε και άρχιζε να σουρουπώνει. Το μυαλό του έσπαγε.
Να μείνει εκεί στις ερημιές ώσπου να τον ψάξουν; Ή να πάρει την απόφαση να
περάσει, ρισκάροντας τα πάντα;
«Θα περάσω
με τη βοήθεια του Θεού», αποφάσισε τελικά.
Ξεκίνησε
πόντο πόντο. Ο τροχός πατούσε στην άκρη του γκρεμού, με το μισό λάστιχο στον
αέρα. Το φορτηγό έγερνε επικίνδυνα. Με την ψυχή στο στόμα, προχωρούσε αργά. Οι
πέτρες και τα χώματα συνθλίβονταν κάτω από τους αριστερούς τροχούς και έπεφταν
στο κενό. Οι ανατριχιαστικοί ήχοι της κατολίσθησης έκαναν την αγωνία του να
φτάσει στο αποκορύφωμα.
Οι στιγμές
φαίνονταν ατελείωτες και τα λεπτά αιώνες. Όμως, με κόπο και προσευχή, ο
Κυριάκος κατάφερε επιτέλους να περάσει το επικίνδυνο σημείο και να βρεθεί σε
ασφαλές έδαφος.
«Ευτυχώς τα
κατάφερα… Σε ευχαριστώ, Θεέ μου», είπε φωναχτά και έσβησε τη μηχανή.
Έγειρε στο
τιμόνι με ανακούφιση για πολλή ώρα, ώσπου η καρδιά του να πάει στη θέση της.
Ύστερα κατέβηκε, περπάτησε πάνω-κάτω για να χαλαρώσουν οι μύες του που είχαν
μουδιάσει από την ένταση.
Όταν ξανανέβηκε
στο φορτηγό, έβαλε πρώτη, δεύτερη, τρίτη και βγήκε στον μεγάλο δρόμο. Με την
τέταρτη ταχύτητα ανέπτυξε ταχύτητα. Η καρδιά του φτεροκοπούσε από χαρά και
ικανοποίηση. Τα είχε καταφέρει.
Καθώς
οδηγούσε, συλλογιζόταν αν άξιζε τον κόπο να διακινδυνέψει τόσο για το κέρδος.
Τόλμησε το εγχείρημα επειδή τα σταφύλια ήταν εξαιρετικής ποιότητας και ήξερε πως
θα τα πουλούσε ακριβά. Μα τι να τα κάνει τέτοια κέρδη με τέτοιο τίμημα; «Κάλιο
λιγότερα και σίγουρα», σκέφτηκε. Και υποσχέθηκε στον εαυτό του πως ποτέ ξανά
δεν θα επιχειρούσε τέτοιο ρίσκο.
Την επόμενη
μέρα, στο παζάρι, πούλησε τα σταφύλια με μεγάλο κέρδος. Μα στην επιστροφή, σε
όλο το δρομολόγιο, το μυαλό του ήταν κολλημένο στις στιγμές εκείνου του
κινδύνου που πέρασε. Και τότε, βέβαιος πια, πίστεψε πως ο Θεός πράγματι τον
αγαπούσε, τον πρόσεχε και τον γλίτωσε από τον μεγάλο εκείνο κίνδυνο.
Τα χαλούμια
Το χαλούμι είναι το πιο γνωστό παραδοσιακό κυπριακό
τυρί και σύμβολο της γαστρονομίας του νησιού. Η ιστορία του χάνεται στα βάθη
του χρόνου, τουλάχιστον μέχρι τον Μεσαίωνα, όταν οι πρόγονοί μας έφτιαχναν τυρί
κυρίως από αιγοπρόβειο γάλα. Ήταν μοναδικό,
δεν έλιωνε στη φωτιά, γι’ αυτό και ψηνόταν ή τηγανιζόταν χωρίς πρόβλημα. Με την
ανάπτυξη του εμπορίου και τη ζήτηση από την κυπριακή διασπορά, το χαλούμι
πέρασε σε βιομηχανική παραγωγή, και οι πρώτες μικρές γαλακτοκομικές μονάδες
άρχισαν να το κατασκευάζουν και να το εξάγουν.
Μετά τον μεσοπόλεμο, η
εταιρεία «ΠΗΤΤΑΣ» ξεκίνησε δυναμικά. Ήταν ένα από τα πρώτα εργοστάσια παραγωγής
χαλουμιού, φέτας, κεφαλοτυριού και γιαουρτιού. Ησχολήτο τόσο με την Κυπριακή
αγορά όσο και με τις εξαγωγές. Ησχολείτο επίσης με εξαγωγές φθαρτών προϊόντων
όπως αγγουριών, ντομάτων και λαχανικών. Υπεύθυνος για τα φθαρτά προϊόντα, ήταν
ένας από τους απογόνους, ο Κύπρος Πήττας.
Μέσω του παζαριού που ψώνιζε τα προϊόντα, ο Κύπρος
γνώρισε τον Κυριάκο, και συμφώνησε μαζί του να τον τροφοδοτεί απευθείας,
χωρίς τους μεσάζοντες, για να γλιτώνει τη μεσολάβηση και να κερδίζει χρόνο και
χρήμα. Έτσι ξεκίνησε μια συνεργασία που κράτησε χρόνια.
Μια φθινοπωρινή μέρα, ο Κύπρος ζήτησε από τον
Κυριάκο να του φέρει χαλούμια από την Πάφο. Το γάλα λιγόστευε όπως του εξήγησε,
καθώς οι ημέρες μίκραιναν, και η παραγωγή μειωνόταν. Δεν έφτανε πια για τις
εξαγωγές της εταιρείας.
Η Πάφος παλιά, φημιζόταν για τα εξαίρετα χαλούμια
των βοσκών. Οι παραδοσιακές τεχνικές τους τα έκαναν μοναδικά, σχήμα
σε ταλάρια, πλούσια αλμυρή γεύση και έντονα αρώματα από τη διατήρηση τους στη
ορόφη (το αραιομένο γάλα που απέμενε μετα τον βρασμό).
Ο Κυριάκος διέδοσε ότι αγόραζε χαλούμια, και πολλοί
βοσκοί άρχισαν να του φέρνουν κούζους γεμάτους με αυτά.
Μετά από λίγο καιρό, καθώς ο Πήττας είδε τους πελάτες
του να μένουν ενθουσιασμένοι από τα Παφίτικα χαλούμια, γύρισε στον Κυριάκο και
του είπε,
-Κυριάκο, κλείσε με όλους τους βοσκούς να
σου φέρνουν όλη την παραγωγή τους. Θα σταματήσουμε στο εργοστάσιο να παράγουμε
χαλούμια για εξαγωγή. Τα Παφίτικα έχουν περισσότερη ζήτηση και κέρδος.
Και έτσι τα Παφίτικα χαλούμια έγιναν γνωστά σε όλο
τον κόσμο. Ξεχώριζαν όχι μόνο για το σχήμα τους και τη γεύση τους, αλλά και για
την παράδοση που κουβαλούσαν. Κάθε δαγκωματιά θύμιζε τους κάμπους και τους
λόφους της Πάφου, τους βοσκούς που με αγάπη φρόντιζαν τα ζώα και τα τυριά στα
ταλάρια. Ήταν ένα τυρί που δεν ήταν απλώς φαγητό, ήταν μια γεύση ιστορίας,
πολιτισμού και Κυπριακής ψυχής. Ήταν η Κύπρος που ταξίδευε μακριά,
φτάνοντας σε κάθε γωνιά του κόσμου.
Άναψε το τσιγάρο
Ήταν μια νύχτα σκοτεινή και
βαριά, από εκείνες που η βροχή δε λέει να σταματήσει και οι αστραπές κάνουν τη
νύχτα μέρα. Ο ουρανός σκισμένος, και ο άνεμος λυσσομανούσε, σπάζοντας δέντρα
και ξηλώνοντας στέγες σαν να ’ταν από χαρτί.
Ο Κυριάκος κρατούσε σφιχτά το
τιμόνι του φορτηγού του, δώδεκα τόνους φορτίο, μα του φαινόταν πως το
αμάξι θα πετάξει στον αέρα σε κάθε ριπή.
Η ώρα είχε περάσει. Το παζάρι
στην πρωτεύουσα περίμενε, και εκείνος έπρεπε να φτάσει πριν χαράξει. Στο δρόμο,
λίγο έξω από τη Γεροσκήπου, τον έπιασε η σκέψη σαν μαχαιριά: είχε ξεχάσει τα
τσιγάρα του.
«Άτιμη μνήμη…» μουρμούρισε. Το
τσιγάρο ήταν η συντροφιά του, η παρέα στις μοναχικές διαδρομές, το μόνο που του
’δινε κουράγιο στις ώρες της σιωπής. Τα μαγαζιά είχαν όλα κλείσει. Ήταν αργά
πια να γυρίσει πίσω. Έσφιξε τα δόντια και συνέχισε.
Ο δρόμος είχε γίνει ποτάμι.
Κλαδιά, πέτρες, σπασμένα καλάμια είχαν σκεπάσει την άσφαλτο. Μα ο Κυριάκος ήταν
παλιός οδηγός. Ήξερε να διαβάζει τον καιρό, να μαντεύει τον κίνδυνο πίσω από κάθε
στροφή. Έκοψε ταχύτητα, προχώρησε σταθερά, με εκείνη την πεισματική ηρεμία των
ανθρώπων που έχουν δει πολλά.
Όταν έφτασε στην Αχέλεια, ελάττωσε κι άλλο. Το γεφύρι εκεί ήταν ύπουλο. Είχε ξεχειλίσει και
άλλες φορές. Πλημμυρισμένο και απόψε, μα ο Κυριάκος το πέρασε με υπομονή, σαν να
διέσχιζε σύνορα.
Μόλις ανέβηκε στην άλλη
πλευρά, μέσα στο σκοτάδι είδε κάτι να αναβοσβήνει. Ένα φως, ένα σινιάλο. Μια
αστραπή φώτισε για λίγο το πρόσωπο του Μιχάλη, γεωργός από την Τίμη,
παλιός συνεργάτης, άνθρωπος ήσυχος και τίμιος.
-Είμαι τυχερός που πέρασες,
Κυριάκο, φώναξε μόλις μπήκε στην καμπίνα.
-Όλη νύχτα περιμένω. Κανείς
δεν περνά με τέτοιο καιρό… Μα ήξερα πως εσύ θα τολμήσεις.
Ανέβηκε δίπλα του, στάζοντας
νερό, και πιάσανε κουβέντα. Μέχρι να πουν δυο λόγια, φτάσαν στην Τίμη. Ο
Μιχάλης κατέβηκε, του χτύπησε το παράθυρο, και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι.
Το φορτηγό ξαναπήρε τον δρόμο. Η καταιγίδα λυσσομανούσε, η βροχή έπεφτε σαν να ’θελε να
σβήσει τον κόσμο, κι οι κεραυνοί έσκιζαν τον ουρανό στα δύο. Ο
Κυριάκος άπλωσε μηχανικά το χέρι προς το κάθισμα, ψάχνοντας το πακέτο του. Κενό.
Μια βρισιά ξέφυγε απ’ τα χείλη του. Το άγχος τον έπνιγε. Τρεις ώρες δρόμος
χωρίς τσιγάρο, αιώνας ολόκληρος.
Η βροχή χτυπούσε το παρμπρίζ
αλύπητα, και εκείνος, μέσα στην ομίχλη του νου του, δεν έβλεπε τίποτε άλλο παρά
την ανάγκη του. Και τότε, μια αστραπή! Για μια στιγμή, το φως φώτισε τη
μαξιλάρα του συνοδηγού.
Ένα πακέτο τσιγάρα!.. Σταμάτησε να αναπνέει. Τα κοίταξε σαν να ’βλεπε
θησαυρό.
Ήταν του Μιχάλη. Τα είχε
ξεχάσει φεύγοντας.
Ένιωσε την τύχη να του
χαμογελά.
-Ο Θεός δεν με ξέχασε, είπε
σιγανά.
Έσκυψε, πήρε ένα τσιγάρο, το
έβαλε στα χείλη. Ο αναπτήρας του φορτηγού ζεστάθηκε σιγά, και μόλις η μικρή
φλόγα άναψε, άστραψε ολόκληρος ο κόσμος του.
Ρούφηξε βαθιά. Ο καπνός μπήκε
στα πνευμόνια του σαν λύτρωση. Ένιωσε το άγχος να διαλύεται, να τον αφήνει ελαφρύ,
γαλήνιο.
Άνοιξε το μαγνητόφωνο, και έβαλε να παίζει ο Ζαγοραίος.
Η φωνή βγήκε μέσα απ’ τη βροχή σαν φίλος παλιός:
«Άναψε το τσιγάρο, δώσ’ μου
φωτιά…»
Και ο Κυριάκος, μόνος μέσα στη
νύχτα, με τη βροχή να θερίζει τον δρόμο και τα φώτα να τρεμοπαίζουν, χαμογέλασε.
Ήταν όντως τυχερός εκείνο το βράδυ.
ΟΛΑ ΕΔΩ ΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΙ:
Τα πιστεύω
του Κυριάκου
Ο Κυριάκος
πίστευε ακράδαντα πως όλα εδώ πληρώνονται. Ότι κάθε πράξη, καλή ή κακή, έχει
συνέπειες. Πως αργά ή γρήγορα ο καθένας λογοδοτεί για όσα κάνει. Ήταν βέβαιος
ότι αυτές οι συνέπειες, είτε ευεργετικές είτε επώδυνες, ακολουθούν τον άνθρωπο
και κάποτε έρχεται η στιγμή που πρέπει να τις αντιμετωπίσει.
Πίστευε σε
μια μορφή δικαιοσύνης, είτε εδώ είτε κάπου αλλού, στην οποία οι
πράξεις ανταμείβονται ανάλογα με την ποιότητά τους. Για εκείνον, η ζωή
λειτουργούσε με έναν ανεξήγητο, σχεδόν μαγικό ρυθμό. Όσα καλά έκανε, του
επέστρεφαν πολλαπλάσια. Και κάθε κακό που του έκαναν, αργά ή γρήγορα γυρνούσε πίσω
σε εκείνους που το προκάλεσαν. Δεν ήταν δογματικός ούτε έντονα θρησκευόμενος,
μα είχε την ακλόνητη πεποίθηση πως ο Θεός τον αγαπούσε και τον προστάτευε. Πως
και οι ίδιες οι δυνάμεις της φύσης ανταποκρίνονταν στις πράξεις του.
Γι’ αυτό και
σκόρπιζε απλόχερα αγάπη και βοήθεια όπου μπορούσε. Δεν υπολόγιζε αν η καλοσύνη
του θα επιστρεφόταν ως χρήμα ή ως χάρη. Πίστευε ότι «ό,τι σπέρνει ο άνθρωπος,
αυτό θερίζει». Και η ζωή, με τον τρόπο της, τον επιβεβαίωνε.
Όταν ήταν
νέος, λογικός και προσγειωμένος, δεν πίστευε σε θαύματα ούτε σε ανεξήγητα
φαινόμενα. Τα θεωρούσε μύθους, και κουβέντες
του αέρα. Μα οι εμπειρίες της ζωής άρχισαν να του αλλάζουν μυαλό. Τα
περιστατικά που ζούσε ήταν τόσο απίθανα, που δεν μπορούσε πια να τα αγνοήσει.
Μια φορά,
έδωσε από το υστέρημά του μια λίρα για τα φάρμακα μιας άρρωστης γυναίκας.
Χρόνια αργότερα, ο γιος της, υψηλόβαθμος σε υπουργείο, του έδωσε μια
σύμβαση για την τροφοδοσία του στρατού με κρεμμύδια. Η δουλειά αυτή του απέφερε
χιλιάδες λίρες. Τότε κατάλαβε βαθιά πως η καλοσύνη επιστρέφει, έστω και με
τρόπους απρόβλεπτους.
Άλλη φορά,
μια ενοικιάστρια που δεν πλήρωνε το νοίκι προσπάθησε να τον εκβιάσει. Έβαλε τον
ανιψιό της να προκαλεί τη σύζυγό του με άσεμνες χειρονομίες, νομίζοντας πως
έτσι θα κέρδιζε. Μα η ζωή είχε άλλη γνώμη: μια κροτίδα εξερράγη στα χέρια του
νεαρού, κόβοντάς του τα δάχτυλα. Για τον Κυριάκο, ήταν σαν να είχε επέμβει μια
αόρατη, δίκαιη δύναμη.
Και υπήρχαν
και τα μικρά, τα καθημερινά θαύματα. Μια μέρα έσκασε το λάστιχο του φορτηγού
του και καθυστέρησε για το παζάρι. Φοβόταν ότι θα έμεναν τα προϊόντα του απούλητα. Μα όταν έφτασε, ανακάλυψε πως οι άλλοι είχαν
ήδη ξεπουλήσει και υπήρχε έλλειψη. Έτσι,
πούλησε τα δικά του σε πολύ υψηλότερες τιμές. λες και κάποιο αόρατο χέρι
τον είχε προστατεύσει.
Ακόμη και
μπροστά στην ανθρώπινη κακία, η ζωή φρόντιζε να επαναφέρει την ισορροπία. Μια
γυναίκα, μεθυσμένη, μίλησε άσχημα για τη μητέρα του. Εκείνος την τιμώρησε, μα
όταν ήρθε η αστυνομία, δεν συνέλαβε τον ίδιο. Συνέλαβε εκείνην, όταν
αποκαλύφθηκε πως ήταν μέλος συμμορίας.
Όλα αυτά τα
γεγονότα έπεισαν τον Κυριάκο πως κάθε πράξη, σκέψη και ενέργεια διαμορφώνει το
παρόν και το μέλλον. Πως το κάρμα του ήταν καλό, μια δύναμη που
επιβραβεύει το καλό και τιμωρεί το κακό. Και όσο περνούσαν τα χρόνια, η πίστη
αυτή έπαψε να είναι θεωρία. Έγινε βίωμα, βαθιά προσωπική εμπειρία.
Ζούσε με την
πεποίθηση ότι ο Θεός και οι δυνάμεις της φύσης παρακολουθούν, πως η ζωή
ανταμείβει την αγάπη, την καλοσύνη και την εντιμότητα. Κάθε του πράξη γινόταν
με επίγνωση. Έδινε καλοσύνη χωρίς δεύτερη σκέψη, και στο τέλος, όπως
πάντα, το κάρμα έκανε τη δουλειά του.
Και όσο μεγάλωνε, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούσε πως η ζωή του ήταν
φτιαγμένη από ιστορίες τέτοιες, μικρές και μεγάλες, που άλλοι θα τις έλεγαν
συμπτώσεις, μα εκείνος τις έβλεπε σαν σημάδια. Σαν εκείνη τη μέρα με τα
πομιλίθκια στην Τσάδα, ένα τίποτα, δυο καφάσια καρποί χωρίς αξία. Και
όμως, η πράξη του, απλή και ανθρώπινη, γύρισε πίσω σαν ευλογία.
Τα πομιλίθκια
Η πομιλιθκιά είναι δέντρο
άνεδρο, που δεν χρειάζεται πολύ νερό για να επιβιώσει.
Οι καρποί της ονομάζονται
πομιλίθκια και έχουν γλυκόξινη γεύση. Τρώγονται μόνο όταν ωριμάσουν πολύ καλά.
Όταν είναι έστω και λίγο άγουροι, είναι στυφοί, ξινοί και δύσκολα τρώγονται.
Επειδή είναι πολύ ευαίσθητοι και σαπίζουν γρήγορα, δεν έχουν καθόλου εμπορική
αξία.
Ο Κυριάκος, στα τόσα χρόνια
μέσα στο παζάρι και στις αγορές, καμιά φορά δεν είδε να πωλούνται πομιλίθκια.
Μόνο σε καμιά πανήγυρη, σπάνια, συναντούσε κάποιον χωρικό να πουλά τέτοιους
καρπούς.
Στα ψηλά χωριά της Πάφου, όπου
πήγαινε να αγοράσει σταφύλια, έβλεπε που και που καμιά πομιλιθκιά βλαστημένη,
μοναχικό δέντρο φυτεμένο ανάμεσα στα αμπέλια. Ήταν από τα πιο όμορφα δέντρα που
είχε συναντήσει ποτέ στην Κύπρο, γιατί το ωραίο πράσινο χρώμα των φύλλων του
άλλαζε το φθινόπωρο και γινόταν πορτοκαλί, και ύστερα κόκκινο. Οι καρποί του,
σχεδόν στρογγυλοί σε χρώμα βαθύ καφέ όταν ωρίμαζαν, έδιναν στο δέντρο μια
εικόνα που αιχμαλώτιζε το βλέμμα.
Εκείνη τη φορά στην Τσάδα,
καθώς περνούσε από τον δρόμο έξω από ένα χαμόσπιτο, μια γριά ρακένδυτη τού
έκανε νόημα να σταματήσει.
-Γιέ μου, του λέει, έχω δυο
καφάσια ώριμα και αδρά πομιλίθκια. Μήπως τα θέλεις;
-Θειά, της αποκρίθηκε, δεν
πουλιούνται, δεν
εμπορεύομαι τέτοια πράματα.
-Γιε μου, να χαρείς…
Κουράστηκα να τα μαζέψω.
Είναι κρίμα να τα πετάξω.
Ο
Κυριάκος την κοίταξε, φτωχή και αδικημένη από τη ζωή. Η καρδιά του δεν τον
άφηνε να φύγει.
-Εντάξει, θειά. Μα δεν ξέρω
πόσα να σου δώσω, δεν έχουν τιμή αυτά.
Η γριά του ζήτησε ένα μικρό
ποσό, και εκείνος της το έδωσε χωρίς δεύτερη σκέψη.
Την άλλη μέρα, στο παζάρι, πέρασε
ένας μανάβης. Ήταν ταχτικός πελάτης, καλός γνώριμος.
-Πόσα θέλεις, Κυριάκο, για τα
πομιλίθκια;
-Δεν ξέρω τι να ζητήσω, πρώτη
φορά τα ’φερα.
Ο μανάβης χαμογέλασε.
-Άκου να δεις. Ξέρω πως δεν
είναι εμπορεύσιμα. Μα έχω έναν πελάτη που μου ζήτησε ρητά να του βρω
πομιλίθκια. Θα σου δώσω καλή τιμή, χωρίς παζάρια.
Και έτσι έγινε. Εκείνη τη
μέρα, μόνο από τα δυο καφάσια, ο Κυριάκος κέρδισε όσα κι από όλο το υπόλοιπο
εμπόρευμα.
Και έμεινε να συλλογιέται πως,
όταν ο άνθρωπος δίνει με την καρδιά του, ο Θεός το επιστρέφει εις πολλαπλούν.
Τα καρύδια
Δεν ήταν
μονάχα τα πομιλίθκια. Ήταν κι εκείνη η χρονιά με τα καρύδια. Ο Σωτήτης ο
Πιττοκοπίτης είχε φτάσει στο μαγαζί του φορτωμένος, ιδρωμένος, έτοιμος να
ξεσπάσει από την κούραση και την απελπισία.
Τα καρύδια σκληρά στο κέλυφος
μα γεμάτα νοστιμιά, είναι καρπός αγαπημένος, θρεπτικός και χρήσιμος σε γλυκά
και φαγητά. Όμως δεν είναι καρπός που αγοράζουν οι πολλοί σε μεγάλες ποσότητες,
λίγοι νοικοκυραίοι τα ζητούν, και συνήθως για τα Χριστούγεννα ή για καμιά
πίττα.
-Κυριάκο, πάρε λίγα καρύδια να
με ξελαφρώσεις. Δεν έχω πού να τα διαθέσω.
Ο Κυριάκος δεν ήθελε να του
χαλάσει το χατίρι. Αγόρασε αρκετά και ας ήξερε πως ίσως του μείνουν. Όλη μέρα
οι πελάτες περνούσαν, κοιτούσαν, μα σπάνια αγόραζαν. Ένα σακουλάκι, δυο, και
τέλος.
Την άλλη μέρα, όμως, στο
παζάρι φάνηκε ένας ζαχαροπλάστης από τη Λευκωσία.
-Έμαθα έχεις καρύδια φετεινά,
του είπε. Θέλω να ετοιμάσω σιροπιαστά και καρυδόπιττες για γάμο. Θα τα χρειαστώ
όλα.
Ο Κυριάκος δεν πίστευε στ’
αυτιά του. Μέσα σε λίγη ώρα, τα καρύδια που νόμιζε πως θα του μείνουν μήνες,
πουλήθηκαν σε καλή τιμή και του άφησαν καθαρό κέρδος.
Για κάποιον
άλλον θα ήταν απλή τύχη. Για τον Κυριάκο, όμως, ήταν ακόμη μια υπενθύμιση πως
ό,τι δίνεις βρίσκει τρόπο να γυρίσει.
Και όσο
περνούσαν οι μέρες, τόσο οι ιστορίες αυτές γίνονταν σαν ψηφίδες που συναρμολογούσαν
το ψηφιδωτό της ζωής του. Κάθε καρπός, κάθε δέντρο, κάθε άνθρωπος που
συναντούσε, είχε κάτι να του διδάξει.
Τα
πομιλίθκια, με τη γλυκόξινη γεύση τους, του θύμιζαν πως τα πράγματα και οι
άνθρωποι ωριμάζουν στον χρόνο τους. Πως το άγουρο πικρίζει, αλλά το ώριμο
γλυκαίνει την ψυχή.
Τα καρύδια,
κλειστά μες στο σκληρό τους κέλυφος, τού θύμιζαν πως η αξία συχνά κρύβεται και
χρειάζεται υπομονή για να φανεί.
Και ο
Κυριάκος, που πάντα έβλεπε σημάδια στα απλά, ένιωθε πως ο Θεός του μιλούσε μέσα
από αυτά τα ταπεινά δέντρα. Άλλες φορές με την πομιλιθκιά, άλλη με την καρυδιά,
άλλοτε με κάποιον άνθρωπο που τον φώναζε στον δρόμο. Σαν να έλεγε η ζωή: «Μη
φοβάσαι. Προχώρα. Ό,τι κάνεις με καθαρή καρδιά, εγώ το βλέπω.»
Κάθε βράδυ,
όταν γύριζε σπίτι κουρασμένος, άπλωνε τις παλάμες του στο φως της λάμπας και
έβλεπε τις γραμμές που χάραζε η δουλειά. Αυτές οι ροζιασμένες παλάμες ήταν το
βιβλίο του. Εκεί μέσα ήταν γραμμένες οι ιστορίες που τον είχαν φτιάξει όπως
ήταν: άνθρωπο απλό, μα με σοφία μεγαλύτερη απ’ ό,τι πίστευε ο ίδιος.
Και σιγά
σιγά, μέσα από καρπούς ταπεινούς και δέντρα ξεχασμένα, άρχισε να βλέπει πως η
ζωή του υφαινόταν με νήματα αόρατα, που συνέδεαν το χθες με το αύριο. Ότι
τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Ούτε η λίρα που έδωσε στη γριά, ούτε το χατίρι στον
Σωτήτη, ούτε η ευγένεια σε σε ξένους που χρειαζονταν βοήθεια.
Κι έτσι,
χωρίς να το καταλάβει, η ζωή του είχε γίνει ένα παραμύθι για όσους τον
γνώριζαν: παραμύθι όχι από φαντασία, μα από πραγματικότητα που θύμιζε θαύμα.
Τα σύκα
Ο Κυριάκος
είχε αρχίσει πια να βλέπει κάθε δέντρο, κάθε καρπό, σαν μικρό δάσκαλο της ζωής του.
Με τα χρόνια είχε μάθει να αφουγκράζεται τις ιστορίες τους, και συχνά
αναρωτιόταν αν ήταν τελικά εκείνοι οι καρποί που τον διάλεγαν, και όχι εκείνος
που τους αγόραζε. Έτσι συνέβη και με τα σύκα εκείνο το καλοκαίρι.
Η συκιά ήταν
για τον Κυριάκο κάτι περισσότερο από ένα απλό δέντρο. Αρχαία και γενναιόδωρη,
με κλαδιά που άνοιγαν σαν αγκαλιά, του θύμιζε πάντα τις γιαγιάδες της γειτονιάς
που μοίραζαν ψωμί και ευχές. Τα σύκα της, τρυφερά, μελωμένα και φευγαλέα, ήταν
ένας καρπός που αγαπούσε, μα δεν τολμούσε να φέρνει συχνά στο παζάρι. Πριν
προλάβεις να τα απλώσεις, μαλάκωναν· πριν προλάβεις να τα πουλήσεις, χάλαγαν.
«Πριν τα
πουλήσω θα έχουν κιόλας χαλάσει», έλεγε μέσα του.
Ωστόσο, ένα
πρωινό, ένας συγχωριανός του στάθηκε μπροστά του με μάτια που έδειχναν αγωνία
για τον κόπο του.
-Πάρε,
Κυριάκο, μερικά τελάρα. Δεν θέλω να τα δω χάμω να τα τρώνε οι σφήκες.
Ο Κυριάκος
τα πήρε με βαριά καρδιά. Στο παζάρι τα άπλωσε μπροστά και το άρωμά τους πλημμύρισε
την ατμόσφαιρα. Μα οι πελάτες δίσταζαν. Ένα κιλό, δυο, και τέλος. Τα υπόλοιπα
έμεναν στο ήλιο, και η ανησυχία άρχισε να φωλιάζει μέσα του.
Ώσπου, κοντά
στο μεσημέρι που ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει, πλησίασε ένας νεαρός
ζαχαροπλάστης.
-Αυτά είναι
που ψάχνω, είπε με ενθουσιασμό. Θέλω φρέσκα σύκα να φτιάξω πάστες και γλυκά.
Πόσα έχεις;
-Αρκετά
τελάρα… μα φοβούμαι μη μου
χαλάσουν.
-Δώσ’ τα μου
όλα. Σήμερα τα χρειάζομαι.
Και σαν να
άκουσε αναστεναγμό το σύμπαν, τα σύκα φορτώθηκαν γρήγορα και έφυγαν, πριν προλάβουν
να χάσουν τη γλύκα τους. Ο Κυριάκος μέτρησε το τίμημα, ένιωσε την ψυχή του να ελαφραίνει,
και σκέφτηκε πως από προϊόντα που τα είχε για καθαρή ζημιά, στο τέος είχε
καθαρό κέρδος.
Τα τεράτσια
Μια μέρα, ο
δρόμος τον έφερε ως την Πέγεια, και εκεί, κάτω από μια τερατσιά, είδε μια γριά
μαζεμένη σκυφτή, μια σακούλα γεμάτη τεράτσια μπροστά της.
Τα χαρούπια ,καρπός ταπεινός, καρπός της φτώχειας, δεν είχαν καθόλου πέραση στο παζάρι. Μα η γριά μιλούσε με εκείνη την παλιά
αξιοπρέπεια που δεν σου άφηνε περιθώριο να πεις «όχι».
-Πάρ’ τα,
γιε μου… όλα δικά σου. Δώσε μου ό,τι νομίζεις.
-Μα, θειά, τα χαρούπια δεν πουλιούνται στο παζάρι…
-Δώστα στα
ζώα σου, ή κράτα τα για φυλακτά.
Κρίμα είναι να χαθούν.
Ο Κυριάκος
στάθηκε για λίγο. Η καλοσύνη του είχε γίνει πια δεύτερη φύση. Έβγαλε λίγα νομίσματα
κι αγόρασε το τσουβάλι.
Την άλλη
μέρα, στο παζάρι, ήρθε περαστικός ένας φούρναρης.
-Τυχαία… δεν
έχεις χαρούπια, Κυριάκο;
Ο Κυριάκος έμεινε
να τον κοιτάζει.
-Έχω… ένα
τσουβάλι. Μα ποιος τα ζητά;
-Εγώ τα θέλω.
Κάνω χαρουπόμελο. Πελάτης μου θέλει κουλουράκια με όψιμο.
Του τα έδωσε
όλα, πήρε τιμή καλή, και ένιωσε ξανά την αόρατη ζυγαριά της ζωής να γέρνει προς
το μέρος του.
Οι ελιές
Και ύστερα
ήρθαν οι ελιές.
Η ελιά, δέντρο
αρχαίο όσο ο τόπος, ιερό όσο ο μόχθος όσων τη φροντίζουν. Όμως στο παζάρι,
κανείς δεν τις ήθελε σε μεγάλες ποσότητες. Η τιμή έπεφτε, και οι έμποροι
δίσταζαν.
Μια μέρα ένας
φίλος του τον πλησίασε φορτωμένος καφάσια.
-Κυριάκο,
πάρε, σε παρακαλώ. Έδωσε ο Θεός φέτος καρπό πολύ, δεν έχω τι να τον κάνω.
Ο Κυριάκος
το σκέφτηκε, το ξανασκέφτηκε, και ύστερα, όπως πάντα, άκουσε την καρδιά
του. Αγόρασε καφάσια πολλά. Στο παζάρι, όμως, οι πελάτες έπαιρναν λίγες, και
έφευγαν. Ήταν από εκείνες τις μέρες που ο άνθρωπος αναρωτιέται αν έκανε λάθος.
Την άλλη μέρα,
όμως, στάθηκε μπροστά του ένας έμπορος τροφίμων από τη Λάρνακα.
-Κυριάκο,
άκουσα έχεις καλές ελιές. Θέλω μεγάλες ποσότητες για κονσερβοποιείο. Δίνω καλή
τιμή.
Ο Κυριάκος
δεν ρώτησε δεύτερη φορά. Του τις έδωσε όλες. Έφυγε εκείνος ευχαριστημένος, και
ο Κυριάκος περισσότερο, μένοντας να κοιτάζει
τον άδειο πάγκο του σαν να είχε δει θαύμα.
Έτσι
κυλούσαν οι μέρες του Κυριάκου. Άλλες με σύκα που μοσχοβολούσαν, άλλες με
χαρούπια που κανείς δεν ήθελε, άλλες με ελιές που περίμεναν τη σωστή στιγμή.
Και όσο οι
εποχές άλλαζαν, τόσο πιο καθαρά έβλεπε πως τίποτα δεν ήταν τυχαίο. Πως οι
καρποί, όπως και οι άνθρωποι, είχαν τον δικό τους χρόνο, τον δικό τους
προορισμό. Και άθελά του, είχε γίνει ο μεσολαβητής που ένωνε το χώμα με το
παζάρι, τον κόπο με την ανάγκη, τον καρπό με τον άνθρωπο που τον ζητούσε.
Και ο Κυριάκος είχε μάθει πια. Όταν δίνεις με την καρδιά, ο Θεός, ή
η ζωή, ή η τύχη, βρίσκει τον τρόπο να στο φέρει πίσω.
Ίσως όχι την ίδια στιγμή, μα πάντα την κατάλληλη ώρα.
Οι πατάτες
που ήταν για πέταμα
Ο χειμώνας
εκείνος ήταν βαρύς. Οι βροχές δεν έλεγαν να σταματήσουν και τα χωράφια είχαν
γίνει λάσπη και βούρκος. Τα περισσότερα λαχανικά σάπιζαν στη ρίζα, και οι
συγχωριανοί του τον ρωτούσαν όλοι το ίδιο πράγμα:
-Τι θα
γίνει, Κυριάκο; Θα προλάβουμε καμιάν παραγωγή φέτος ή πάει, χαθήκαμε;
Μα και αυτός
δεν είχε απάντηση. Η γη είχε τους δικούς της νόμους, και όταν αποφάσιζε να
τιμωρήσει, κανένας δεν μπορούσε να της πάει κόντρα.
Μια μέρα,
καθώς γύριζε από τη Χλώρακα προς την Κισσόνεργα, είδε στην άκρη του δρόμου έναν
άντρα να κάθεται πάνω σε κάτι κασόνια σκεπασμένα με μουσαμά. Το γαϊδουράκι του
ήταν κουκουλωμένο και το κεφάλι του κρεμόταν, σαν να ’χε κουραστεί και αυτό από
τη ζωή.
Ο Κυριάκος
σταμάτησε το φορτηγό. Ήταν ο Σωτήρης ο Ριζοκαρπασίτης, πρόσφυγας από τον καιρό
της εισβολής. Ψηλός, λιγνός, με μάτια που κουβαλούσαν μισό αιώνα ξεριζωμού.
-Τι κάνεις
δαμέ, Σωτήρη; ρώτησε. Μέσα στο κρύο θα μείνεις;
Ο Σωτήρης
σήκωσε το μουσαμά. Από κάτω φάνηκαν καφάσια ολόκληρα με πατάτες, μικρές,
στραβές, όχι εμπορεύσιμες. Ήταν η σοδειά του, όλη. Η προσπάθειά του να ξανασταθεί
μετά που ’χασε τη γη του στον τόπο του.
-Εν τα θέλει
κανένας, Κυριάκο, είπε χαμηλόφωνα. Μικρές, λέει ο κόσμος. Ακατάλληλες για το
παζάρι. Μα είναι γλυκές… όταν τις
κάνεις καβουρδιστές.
Σώπασε. Η
φωνή του ράγισε.
Ο Κυριάκος
κοίταξε τις πατάτες. Όντως, δεν ήταν εμπορεύσιμες. Μα ο καημός του Σωτήρη δεν
σήκωνε παζάρια.
-Φόρτωσ’ τα,
του είπε. Όλα. Ό,τι έχεις.
Και έτσι
έγινε. Ο Κυριάκος πήρε όλη τη σοδειά του πρόσφυγα, του ’δωσε και μια καλή τιμή,
και τον έστειλε σπίτι του με μάτια βουρκωμένα.
Το άλλο
πρωί, στο παζάρι, κανένας δεν κοίταζε τις στραβές πατάτες. Έπαιρναν λίγες από περιέργεια, αλλά τίποτε παραπάνω.
Ώσπου κοντά
στο μεσημέρι ήρθαν δύο μάγειρες από ένα ξενοδοχείο.
-Κυριάκο, μας είπαν ότι έχεις μικρές πατάτες. Θέλουμε πολλές. Έχουμε μενού της
εβδομάδας για αντιναχτές. Πόσα κιλά
έχεις;
Ο Κυριάκος
τους έδειξε τον σωρό.
-Είναι όλες
εδώ, πάρτετες.
Τίς ξεπούλησε όλες. Και πήρε τιμή καλύτερη και
από τις κανονικές πατάτες.
Το ίδιο
απόγευμα, πέρασε από το σπίτι του Σωτήρη. Ο πρόσφυγας καθόταν στην αυλή και
σκούπιζε κάτι παλιά εργαλεία, μόνο και μόνο για να σκοτώνει την ώρα του.
-Σωτήρη, του
φώναξε από την πόρτα. Έλα, σε θέλω.
Και έβαλε στα χέρια του έναν φάκελο με χρήματα.
-Που τες
μωροπατάτες σου, τις πούλησα σε ψυλή τιμή, είπε.
Ο Σωτήρης
έμεινε στήλη άλατος. Τα χέρια του έτρεμαν.
-Δεν
γίνεται, Κυριάκο. Εσύ διακινδύνευσες.
-Εγώ δεν δεν έκαμα τίποτε. Η γη σου τα έκαμε. Η γη σου… και το πείσμα σου να
μην τις πετάξεις.
Ο Σωτήρης
λύγισε από συγκίνηση και ευγνωμοσύνη.
Και ο
Κυριάκος, καθώς έφευγε, συλλογιζόταν πως ορισμένοι καρποί έχουν παράξενη μοίρα:
μπορεί να μένουν καχεκτικοί κα αδύναμοι χωρίς εμπορική αξία, μα αν βρουν το
σωστό χέρι, φτάνουν εκεί που πρέπει.
ΔΥΣΚΟΛΟΙ
ΚΑΙΡΟΙ:
Ο φοροθέτης (η αυτοκριτική του
Κυριάκου)
Στο παζάρι οι πελάτες εμπιστεύονταν τον Κυριάκο,
-στον Κυριάκο η πραμάτεια
στέκει , έλεγαν, μόνο από αυτόν θα αγοράζουμε.
Όμως καμιά φορά τύχαινε να
έχει υποδιαίστερα προϊόντα, όχι από απειρία, αλλά εξ ανάγκης.
Καθώς το κράτος και οι κανονισμοί ήταν βαρύ φορτίο, οι φόροι πολλοί, και οι έλεγχοι συνεχείς, για να
γλυτώνει μέρος αυτών, αναγκαζόταν κάποτε να κλείνει τα μάτια.
Ο φοροθέτης της Πάφου, άνθρωπος γνωστός και με εξουσία, είχε αμπέλια, αλλά τα
σταφύλια του ήταν μικρά, μαλακά και χωρίς εμπορική αξία. Κανένας σοβαρός
έμπορος δεν θα τα αγόραζε. Μα με τρόπο φιλικό, σχεδόν πατρικό, πλησίαζε τον
Κυριάκο,
-Έλα μωρέ, Κυριάκο, να τα
πάρεις και αυτά, να μη χαθούν. Στο κάτω-κάτω, και εγώ άνθρωπος είμαι. Να με
βοηθήσεις, να σε βοηθήσω.
Ο Κυριάκος κατάλαβε το
υπονοούμενο, αν δεχόταν, οι έλεγχοι θα γίνονταν πιο χαλαροί, τα πρόστιμα λιγότερα και
ίσως να ρυθμιζόταν και κανένα χρέος του. Αν όχι, θα έμπλεκε.
Αγόραζε λοιπόν τα κακής ποιότητας
σταφύλια του φοροθέτη, και καθώς ζημίωνε, ένιωθε την αδικία βαριά. Η αγορά δεν κρινόταν από την ποιότητα, αλλά από
το ποιος είχε το μέσο, ποιος μπορούσε να εξασφαλίσει χάρη μέσω ρουσφετιού.
Ο φοροθέτης κέρδιζε διπλά. Ξεφορτωνόταν
τη σοδειά του σε τιμή υψηλότερη από την
πραγματική της αξία και κρατούσε
τον Κυριάκο δεμένο με μια υποχρέωση. Ο Κυριάκος, αντίθετα, πλήρωνε πιο ακριβά,
έχανε ανταγωνιστικότητα και ένιωθε πως για να επιβιώσει έπρεπε να υποκύπτει.
Και όμως, δεν ήταν μόνος.
Πολλοί μικροέμποροι, αγρότες και πολίτες βίωναν καθημερινά τον ίδιο φαύλο
κύκλο.
Το
ρουσφέτι έγινε αόρατο πλέγμα που φαινόταν σαν ανταλλαγή, αλλά έκρυβε εκβιασμό
και αδικία. Το παζάρι δεν κρινόταν πλέον από την ποιότητα ή την προσπάθεια,
αλλά από το ποιος είχε πρόσβαση στην
εξουσία. Και όσο οι Κυριάκοι συνεχίζουν να αγοράζουν χαλασμένα σταφύλια για να
σώσουν το κεφάλι τους, τόσο χάνεται η ελπίδα για δικαιοσύνη και αξιοκρατία.
Κάθε ρουσφέτι που γίνεται
δεσμός δεν είναι μόνο προσωπική ήττα, είναι λιθαράκι
στον τοίχο που υψώνεται μπροστά σε ολόκληρη την κοινωνία. Και όσο αυτός ο τοίχος
μένει άθραυστος, η έννοια της δίκαιης ανταμοιβής, της πραγματικής προσπάθειας
και της αξιοκρατίας παραμένει όνειρο.
Ο χαμάλης
Ο παλιός δρόμος για τη Χώρα
ήταν μακρύς και γεμάτος στροφές. Περνούσε από κάμπους, χωριά, πόλεις, ανήφορα
και κατήφορα και κατέληγε στο μεγάλο παζάρι, όπου όλοι περίμεναν τον Κυριάκο.
Ήξεραν πως έφερνε πάντα τα πιο φρέσκα προϊόντα.
Το φορτηγό του δεν ήταν γι’
αυτόν απλώς εργαλείο δουλειάς. Ήταν σύντροφος. Και όταν η μηχανή μούγκριζε από
το βάρος, εκείνος της μιλούσε σαν να ήταν παλιός φίλος:
-Κάνε κουράγιο, λίγο ακόμα
δρόμο έχουμε.
Μια μέρα, καθώς πήγαινε στην
πόλη, έσκασε ένα λάστιχο. Ευτυχώς ήταν νωρίς ακόμα και πρόλαβε να το φτιάξει.
Σήκωσε το φορτηγό με τον γρύλο, άλλαξε το ελαστικό, γέμισε τα χέρια του λάδια
και ιδρώτα, μα δεν σταμάτησε.
- Η πραμάτεια πρέπει να φτάσει
έγκαιρα, μουρμούρισε.
Ήξερε πως πολλοί εξαρτιόνταν
απ’ αυτόν. Και όταν έφτασε στην αγορά, όλοι τον υποδέχτηκαν με χαρά:
-Μπράβο, Κυριάκο, πάντα στην ώρα σου!
Χαμογέλασε. Η δουλειά του ήταν
σκληρή, το φορτηγό βαρυφορτωμένο, μα η αποστολή του σημαντική. Να φτάνουν έγκαιρα
τα φρέσκα προϊόντα στην αγορά.
Ένα βράδυ, λίγο πριν το
παζάρι, στο μισοσκόταδο του δρόμου, είδε μια φιγούρα να ακουμπά στον κορμό ενός
δέντρου. Σταμάτησε και αναγνώρισε τον Χαρίλαο, τον χαμάλη της αγοράς που πάντα
έτρεχε να τον ξεφορτώσει μόλις έμπαινε στο παζάρι. Ήταν ηλικιωμένος, μα δούλευε
ακόμα γιατί είχε ανάγκη. Ο Κυριάκος τον προτιμούσε και τον πλήρωνε γενναιόδωρα,
πέντε λίρες κάθε φορά, περισσότερα απ’ όσα έδινε στους άλλους.
Ο χαμάλης, εκείνη την εποχή,
ήταν μια γνώριμη φιγούρα της αγοράς. Ένας άνθρωπος σκληραγωγημένος, με κορμί
που είχε λυγίσει από τα βάρη αλλά δεν είχε σπάσει. Ο Χαρίλαος ήταν από αυτούς,
κοντούλης, γεροδεμένος, με τα μπράτσα του να θυμίζουν κορμούς δένδρων. Το δέρμα
του σκληρό, γεμάτο ρυτίδες από τον κάματο των χρόνων.
Τα ρούχα του πάντα απλά, ένα
παλιό πουκάμισο ξεβαμμένο από τον ιδρώτα, παντελόνι σκληρό συχνά μπαλωμένο, και
στα πόδια χοντρές αρβύλες που είχαν δει πολλές αγορές και αμέτρητα κουβαλήματα.
Στο κεφάλι είχε πάντα δεμένο ένα ρούχο για να μαζεύει τον ιδρώτα να μην στάζει
στα μάτια του.
Η φωνή του βαριά με βραχνάδα
από τα χρόνια και τις φωνές της δουλειάς. Ήταν γνωστός για την προθυμία του,
όπου τον φώναζαν, έτρεχε. Στη μέση φορούσε ένα λουρί, για να του κρατά το
παντελόνι.
Παρότι τα χρόνια είχαν περάσει
και το σώμα του έτριζε, ο Χαρίλαος δεν σταματούσε. Η ανάγκη τον κρατούσε όρθιο,
μα και μια περηφάνια, να μπορεί να βγάζει το ψωμί του με τον ιδρώτα του. Στα
μάτια του καθρεφτιζόταν μια κούραση, εκείνη που φανερώνει άνθρωπο που έχει
μάθει να στηρίζεται στα χέρια του.
Τώρα,
όμως, ο Χαρίλαος βαριανάσαινε και ασφυκτιούσε. Χωρίς δεύτερη σκέψη, ο Κυριάκος
τον βοήθησε να μπει στο φορτηγό και αντί για την αγορά, έστριψε προς το
νοσοκομείο. Ευτυχώς όλα πήγαν καλά. Οι γιατροί πρόλαβαν το καρδιακό επεισόδιο
χάρη στην έγκαιρη μεταφορά.
Εκείνη τη νύχτα ο Κυριάκος
έφτασε αργά στην αγορά. Όλοι τον περίμεναν με αγωνία, μα μόλις τον είδαν να
κατεβαίνει από το μπλε φορτηγό του, ανακουφίστηκαν. Και έτσι, όπως κάθε μέρα
εκείνος και το φορτηγό του κρατούσαν ζωντανό έναν κύκλο που ένωνε αγρότες,
εμπόρους, μανάβηδες και οικογένειες. Εκείνη τη φορά κράτησαν και κάτι ακόμα πιο
πολύτιμο, τη ζωή ενός φίλου.
Δανεικά και αγύριστα
Υπήρξαν και χρόνια δύσκολα,
χρόνια που το βάρος της κρίσης είχε σκεπάσει σαν μαύρο σύννεφο ολόκληρο το
χωριό. Η μιζέρια απλωνόταν παντού. Στα καφενεία, στις αυλές, ακόμα και στα
μάτια των ανθρώπων. Η φτώχεια μαστίγωνε τους αγρότες και τους έσπρωχνε στην
απόγνωση. Ήταν η εποχή της μεγάλης φούσκας του χρηματιστηρίου. Κάποιοι
επιτήδειοι είχαν καταφέρει να πείσουν τον κόσμο πως με λίγα λεφτά θα γίνονταν
πλούσιοι. Ο ενθουσιασμός τύφλωσε τους χωριανούς, έπαιξαν ό,τι είχαν και δεν
είχαν. Και όταν η φούσκα έσκασε, έμειναν γυμνοί.
Η απογοήτευση φώλιασε στις
καρδιές τους. Ο θυμός τους έκανε σκληρούς, η σιωπή βάρυνε τα σπίτια. Δεν υπήρχαν
χρήματα ούτε για σπόρους, ούτε για ψωμί. Οι άνθρωποι δεν μιλούσαν πια, δεν
γελούσαν∙ όλα τους έφταιγαν, ακόμη και τα ίδια τους τα ρούχα.
Ο
Κυριάκος, τους έβλεπε και τον έπνιγε η στενοχώρια. Ήξερε καλά ότι αν βούλιαζε
το χωριό, θα βούλιαζε κι ο ίδιος μαζί τους. Μα πιο πολύ τον πλήγωνε που έβλεπε
το χαμόγελο να σβήνει από τα πρόσωπα των γειτόνων του. Έπρεπε να βρει τρόπο να
βοηθήσει.
Μεγάλος έμπορος, με καλή φήμη
και όνομα καθαρό, ήταν αξιόπιστος στα μάτια των τραπεζών. Έτσι, μια μέρα πήγε
και ζήτησε δάνειο. Κι όταν τα χρήματα έφτασαν στα χέρια του, δεν κράτησε ούτε
ένα για τον εαυτό του. Τα μοίρασε στους αγρότες. Άλλος πήρε σπόρους, άλλος
έστησε πάλι το θερμοκήπιό του, κι άλλος αγόρασε εργαλεία. Σιγά σιγά, σαν να
άρχισε να ξεχειμωνιάζει ο τόπος. Τα χωράφια πρασίνισαν ξανά, και οι άνθρωποι
πήραν κουράγιο.
Χρόνια αργότερα, καθισμένος
στο κατώφλι του, ο Κυριάκος έφερνε στον νου εκείνη την εποχή. Πολλοί δεν του τα
επέστρεψαν ποτέ. Άλλοι γιατί δεν μπορούσαν, άλλοι γιατί δεν ήθελαν. Μα εκείνος
δεν τους κακολόγησε, ούτε τους κυνήγησε. Του αρκούσε που τους είδε να
ξαναστέκονται όρθιοι, να γελούν ξανά, να ξανακάνουν γιορτές στο χωριό. Του
αρκούσε που το χαμόγελο γύρισε στα πρόσωπά τους.
Γιατί μερικές φορές, τα πιο
ακριβά δανεικά είναι αυτά που δίνονται για να μην επιστραφούν ποτέ.
Αντί πινακίου φακής
Πολλές φορές, όταν ο Κυριάκος
πήγαινε στο χωράφι του Τσιάκκου να φορτώσει, τον έβρισκε μελαγχολικό. Καθόταν
στη ρίζα της ελιάς, σκυθρωπός, με το βλέμμα χαμένο μακριά, σαν να ταξίδευε σε
χρόνους παλιούς. Ο Κυριάκος το πρόσεξε πολλές φορές, και ένα δειλινό, που η
σιωπή είχε βαραίνει περισσότερο από άλλες μέρες, τόλμησε να τον ρωτήσει:
-Τι έχεις, θειέ Τσιάκκο, και
κάθεσαι έτσι κατσουφιασμένος; Μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει, μα εσύ όλο βουβός και
συλλογισμένος.
Ο γέρος σήκωσε το κεφάλι του
αργά. Τα μάτια του βούρκωσαν, μα κράτησε τη φωνή του σταθερή:
– Κυριάκο… βλέπεις αυτό το χωράφι
δίπλα; Το πιο γόνιμο αγκουρερό της Πάφου. Τα χώματά του πλούσια, βαρβάτα.
Έβγαζε αγκούρια που τα γύρευε όλη η αγορά. Κάποτε… ήταν των γονιών μου.
Έσφιξε τα χείλη, σαν να πάλευε
να κρατήσει μέσα του τον πόνο. Μα η μνήμη ξεχύθηκε από μόνη της.
-Να ξέρεις, παιδί μου, δεν το
χάσαμε από τεμπελιά ή κακοδιαχείριση. Το χάσαμε… αντί πινακίου φακής.
Και άρχισε να ξετυλίγει την
ιστορία.
Ήταν τότε που η Αγγλική κατοχή
βάραινε το νησί. Η τοκογλυφία ανθούσε, και οι άπληστοι τοκογλύφοι είχαν βρει
τρόπο να γίνονται αφεντάδες στις περιουσίες των φτωχών. Με τον νόμο στο πλευρό
τους, άρπαζαν χωράφια και σπίτια για λίρες ψωροδεκάρες, αφήνοντας οικογένειες
ολόκληρες άκληρες, στο έλεος της φτώχειας.
Το κακό βρήκε και τη δική του
οικογένεια από το πουθενά. Ο Τσιάκκος, παιδί τότε, σκαρφάλωσε σε μια τρεμυθιά
να μαζέψει τρεμίθια. Έβαλε το χέρι μέσα στην κουφάλα να πιαστεί, μα εκεί
παραμόνευε φίδι. Το δηλητηριώδες δάγκωμα στο μπράτσο πάγωσε το κορμί του.
Ο πανικός έπεσε στο σπίτι. Η
μόνη σωτηρία ήταν ένα αντίδοτο, μια ένεση που ερχόταν τότε από τη Γερμανία. Μία
λίρα η καθεμιά. Για να σωθεί, χρειάζονταν δύο. Δύο λίρες ολόκληρες, μα ποιος
τις είχε; Ο κύρης του, φτωχός αγρότης, δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Αναγκάστηκε να
χτυπήσει την πόρτα του τοκογλύφου της Χλώρακας.
-Δυο λίρες θέλω, είπε. Για το
παιδί μου. Θα σου δώσω υποθήκη το χωράφι.
Ο τοκογλύφος χαμογέλασε
στραβά. Δυο λίρες για ένα ολόκληρο αγκουρερό… Μα δεν είπε τίποτα. Μόνο έβαλε
τον φτωχό πατέρα να υπογράψει.
Έτσι σώθηκε ο μικρός Τσιάκκος.
Έζησε, μα το δάχτυλό του έμεινε παράλυτο, να του θυμίζει για πάντα εκείνη τη
μέρα. Και κάθε χειμώνα, όταν έπιαναν τα κρύα, ο πόνος στο χέρι του ξαναξύπναγε
και μαζί του ξυπνούσε κι η ανάμνηση, το χωράφι που χάθηκε για δυο λίρες.
Ο
Τσιάκκος τελείωσε την ιστορία και βόγγηξε βαριά.
-Να τα θυμάσαι, Κυριάκο, έτσι
άρπαζαν τις περιουσίες μας, με το χαρτί και τον νόμο στο πλευρό τους. Γιατί, να
ξέρεις, δεν υπάρχει πιο πικρό πράμα από το να βλέπεις τον κόπο και τον ιδρώτα
των γονιών σου να χάνεται… αντί πινακίου φακής.
Ο Κυριάκος δεν βρήκε λέξεις να
πει. Μονάχα κοίταξε το χωράφι το διπλανό, πράσινο και πλούσιο, μα φορτωμένο με
τον καημό του Κωστή του Τσιάκκου. Και σκέφτηκε πως μερικές φορές, η αδικία
αφήνει πληγές βαθύτερες και από δάγκωμα φιδιού.
Κάμε καλό και ρίξτο στο γιαλό
Στην άκρια του χωριού, σ’ ένα
χαμηλό παλιόσπιτο, ζούσε ένα ζευγάρι φτωχών ανθρώπων. Αποκομμένοι απ’ όλους,
είχαν μάθει να πορεύονται με τη μοναξιά, την απλότητα και τη φτώχεια. Ο άντρας
δούλευε στις οικοδομές, ιδρωμένος απ’ το χάραμα, ενώ η γυναίκα του ρέντευε το
μικρό χωραφάκι που είχαν κληρονομιά στο διπλανό χωριό της Έμπας. Το ξημέρωμα
τούς έβρισκε πάντα χωρισμένους, εκείνος στο λεωφορείο για τη δουλειά, εκείνη
καβάλα στο γαϊδουράκι για το χωράφι.
Μέσα στο σπίτι έμενε η
μοναχοκόρη τους, να κρατάει νοικοκυρεμένο το σπιτικό. Σκούπισμα, πλύσιμο,
μαγείρεμα. Ταπεινές δουλειές, μα που έδιναν λίγο νόημα στη μικρή της άχαρη
καθημερινότητα.
Ο Κυριάκος, με το φορτηγό του,
περνούσε κάθε δείλι απ’ το χωραφάκι, να φορτώσει τις ντομάτες, τα κολοκύθια και
τα λάχανα που η γυναίκα έβγαζε με τον ιδρώτα της. Ήταν άνθρωπος πρακτικός και
συμπονετικός, το ξέραν όλοι στο χωριό.
Μια μέρα, αργία ήταν, βρήκε το
ζευγάρι στο χωράφι. Στεκόντουσαν σκυθρωποί και λυπημένοι, σαν να ’χαν χάσει το
παιδί τους.
-Μα τι πάθατε, σαν να σας
σκότωσαν το παιδί σας, ρώτησε απορημένος.
Για ώρα έμειναν αμίλητοι, με
τα μάτια καρφωμένα στη γη. Έπειτα, με βαριά καρδιά, του άνοιξαν τον πόνο τους.
-Κυριάκο, δεν έχουμε άνθρωπο
στον κόσμο. Μας βρήκε συμφορά μεγάλη. Ένας παλιάνθρωπος ξεγέλασε την κόρη μας…
την άφησε έγκυο και χάθηκε. Τώρα τι θα απογίνουμε; Σ’ ένα μικρό χωριό σαν
τούτο, καλύτερα να σου βγει το μάτι, παρά το όνομα. Θα μας φάνε τα στόματα των
ανθρώπων.
Η φωνή τους έτρεμε, τα μάτια
τους γυάλιζαν από ντροπή και απόγνωση.
Ο Κυριάκος έμεινε σιωπηλός. Ήξερε
καλά πώς δούλευε η γλώσσα του χωριού, πιο κοφτερή και από μαχαίρι. Έκανε λίγα
βήματα, γύρισε και τους είπ,
-Δεν θα σας πω τι να κάνετε. Μα να ξέρετε, εγώ θα σας βοηθήσω. Όσο μπορώ, θα
είμαι δίπλα σας.
Η γυναίκα δάκρυσε, ο άντρας
τον κοίταξε με μάτια γεμάτα ευγνωμοσύνη. Ήταν σαν να ’χαν βρει σανίδα σωτηρίας
στο πέλαγος.
Και έτσι έγινε. Με λίγη
βοήθεια του Κυριάκου, λίγες μέρες μετά, η κόρη έφυγε για την πρωτεύουσα «να
σπουδάσει». Από τότε δεν την ξαναείδε ποτέ. Όταν τύχαινε να ρωτήσει τους
γονείς, εκείνοι χαμογελούσαν με συστολή:
-Είναι καλά, Κυριάκο… όλα
καλά.
Δεν ζήτησε ποτέ λεπτομέρειες.
Δεν ήθελε να σκαλίσει. Του αρκούσε να ξέρει πως το κορίτσι στεκόταν όρθιο,
μακριά από τις κακές γλώσσες.
Και με μια σιωπηλή
ικανοποίηση, απ’ αυτές που δεν φωνάζονται ούτε διαλαλούνται. Δεν γύρευε
ευχαριστώ, μήτε ανταπόδοση. Ήξερε πως το καλό, όταν γίνεται με την καρδιά, δεν
χρειάζεται μάρτυρες ούτε χειροκρότημα, είναι σαν τον σπόρο που χάνεται στη γη
και όμως, χωρίς να το δεις, βγάζει καρπό.
Και καμιά φορά, όταν
γύριζε κουρασμένος στο σπίτι του, συλλογιζόταν πως λίγοι άνθρωποι είναι τυχεροί
να νιώσουν εκείνη τη γλυκιά γαλήνη που αφήνει μέσα τους μια πράξη αγνή.
Του αρκούσε μόνο πως το
κορίτσι είχε σωθεί από την κατακραυγή και οι γονείς της κοιμούνταν πια ήσυχοι.
Του αρκούσε πως έκαμε το καλό και ύστερα το έρίξε στο γιαλό.